Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Χακί

Στη σειρα τρεις τρεις
περιμένοντας να δεις τα σκυλιά
που κουνόντας την ουρά
ένα κομμάτι κρέας ζητούν να πετάξεις.
Στη σειρά τρεις τρεις
καθένας είναι στα δικά του
προδίδοντας τα ιδανικά του
και ξεχνάς να σκεφτείς.
Όλα τα ίδια χρώματος χακί
κι' απτην στιγμή που δεν υπάρχει γιατί
ή να πεθάνεις σου μένει
ή να φυτοζωείς σε κάθε στιγμή.


Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

Διαφημίσεις

Μια ζωή αναμονή,
κάποιος το αναφωνεί
μια αυτάρεσκη λατρεία
καφενέδες χαμετυπία.
δίχως κάγκελα κλουβιά
ζωές χωρίς ζωή,
πάντα μια προσμονή.

περιμένοντας να μπούμε
μες το σάπιο φέρετρο μας
η ψυχή μας δε χωράει
στο αιώνιο θέρετρο μας
μα για αυτό ανυπομονούμε

τυχοδιώκτης μια ζωή
μα μαλάκας κάθε μέρα
είναι ασύλληπτη η ξέρα
μία λέξη, μια βοή
κι ούτε μία καλησπέρα.

τι να κλάσει και ένα ποιήμα
σαν είσαι της ζωής το θύμα;
σαν το χέσιμο και αυτό
αύριο θα είναι πάλι εδώ

αν ξεχάσω, να μου το θυμήσεις
και στα μούτρα να με φτύσεις
και ύστερα μη μου μιλήσεις
διακόπτουμε για διαφημίσεις...

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

Άδειο

Άδειο το καφενείο
και γίναμε όλοι πολυάσχολοι
άδειο το κουτούκι
νιώθω να μας περέσυρε το λούκι
άδειο το ιστολόγιο,
ψυχρό σαν νεκρολόγιο,
ελπίζω να 'στε στους δρόμους

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Γιάννης Ζελιαναίος - Αυτό το ποίημα είναι για σένα

Αυτό το ποίημα είναι για σένα
που τρελαίνεσαι πριν πέσεις στο κρεβάτι
και μουρμουράει η γυναίκα σου για τους απλήρωτους λογαριασμούς
και τρελαίνεται η μάνα σου για τις αδιόρθωτες συμπεριφορές σου
και σου μιλάνε οι φίλοι σου για τις ακάθαρτες σιωπές.
Αυτό το ποίημα είναι για ʽκείνους που μαύρισαν τα χέρια τους
και πίνουν ούζα στου καφενείου την πληρωμή,
που σταυρώνονται στους πάγκους για τρεις κι εξήντα
και τους γαμούν οι τράγοι της πολιτικής,
τα κωλόπαιδα με τις σιδερωμένες γραβάτες.
Αυτό το ποίημα είναι γιʼ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν
τους γραφιάδες των free press
ʽκείνους που λένʼ τι όμορφα είναι τα βράδια της πόλης
γιατί ποτέ δεν άνοιξαν φάκελο με λογαριασμό
γιατί η μάνα ξεσκάτιζε τα βρακιά τους απʼ τα ερασιτεχνικά μεθύσια
και ο πατέρας φρόντιζε τα πλυμένα τους αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τους μαλάκες ποιητές
που νόμιζαν πως τα λόγια είναι δυο ποτάμια.
Που δεν ρόζιασαν ποτέ τους τις παλάμες
και γίνανε το λουρί ενός ατάλαντου.
Για τα Παρίσια τους
και τις αγύμναστες κωλοτρυπίδες τους
για τους μπαμπάδες στρατηγούς τους
και τις γιαγιάδες νταβατζήδες τους
για τα ποτά των 10 ευρώ τους στα μπαρ της γελοιότητας
για το βυζί της μάνας τους που έγινε εικονοστάσι
και τα ημερωμένα μεσημεριάτικα πρωινά τους
που δεν υπήρχε ποτέ το ξυπνητήρι.
Αυτό το ποίημα είναι για
τους πενηντάρηδες οικοδόμους
που πίνουν ότι βρουν μπροστά τους
μονάχα για να σταματήσουν τα χρόνια
και τις γυναίκες τους που μετράν τις δεκάρες στα μπακάλικα της γειτονιάς
μην τυχόν και φάνε ξύλο το βράδυ.
Αυτό το ποίημα είναι για τους χαρτογιακάδες
που έπιασαν τον παπά απʼ τα αρχίδια
και τους παπάδες που έγιναν αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τούτη την πόλη
που δεν κατάλαβε ποτέ από που της ήρθε
και βολεύεται με τα ίδια σκατά
εδώ και κάποιες δεκαετίες
και θα βολεύεται για χρόνια ακόμη.
Καθώς οι σκύλες θα γαβγίζουν τα βράδια
οι μπεκρήδες θα μετράνε ατυχία
και τʼ αποτσίγαρα θα χορεύουν κλακέτες
πάνω στον ίδιο ρυθμό του θανάτου.