Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Ωδή στη Μπέτυ ΙΙ

Μπέτυ Μπετούλα μου γλυκιά
ολλανδική εμορφιά μου
Μπέτυ Μπετούλα ζωγραφιά
σε θέλω συντροφιά μου

μάνα, ερωμένη και αδερφή
είσαι εσύ για εμένα
για σένα θα ταξίδευα
να πάω μακριά στα ξένα

για εσένα θα πολέμαγα
ακόμη και τον χάρο
με σε θα μοιραζόμουνα
το τελευταίο τσιγάρο

χαμόγελο μου έσκασες
περίσσια ήταν η χάρη
μα πάλι άσο έφερε
τις μοίρας μου το ζάρι

ποτέ μου πλέον δεν ξεχνώ
ας πάθω και αμνησία
εσένα που σε αγαπώ
σε θέλω σ'εκκλησία

είσαι φραντζόλα συριανή
το φως μες στο σκοτάδι
το μόνο που αποζητώ
το τρυφερό σου χάδι

Μπέτυ γλυκιά Μπετούλα μου
μονάκριβή μου Μπέτυ
με έφαγε το παράπονο
με έφαγε το σικλέτι

Μπέτυ Μπετούλα αγέρωχη
με όλης της φύσης κάλλη
όπως το κύμα έσκασες
και ύστερα φεύγεις πάλι

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Επιπόλαιος

Μ' αφηρημάδα ξέχναγα κι ώρες λησμονούσα
μέχρι που μ' άναψες φωτιά και βγήκα στην Ελούντα
μπαρούτι με κατέληξες και να, δεν θα ξεχνούσα
μα να τα' έφερε ο καιρός να βλασφημώ μια χούντα

Με όχι, μα, γιατί, και πως, ποτέ δεν συμφωνούσα
κουβέντες, έρωτες, στιγμές μ έκανες και ζητούσα

κι απ' οι ζώνες έσφιξαν, στο διάλο θα απαντήσω
στην τρικυμία των καιρών άβουλος θε να ζήσω
Με πως, με πρέπει, και καθώς το γόνα να λυγίζω
δεν σου' πα πως το έσπασα κι' άδυνατώ να σκύβω;

Πολλές τις καύτρες έσβησα βαθιά μες στο χαλίκι
και θα 'ναι η λήθη μου για σε πικρό μου τεφαρίκι

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

βουβό πρωϊνό

είναι βουβό το πρωινό
πουλιά που κελαϊδούνε
(ο ήλιος που δε ντράπηκε
ελπίδες που θα'ρθούνε)

αποβραδίς ξημέρωσε
μα νύχτα ολόμεσά μας
(τα πάθη μας φανέρωσε
μια συμπεριφορά μας)

ο ήλιος λάμπει, κοίτα τον
θα διώξει τα σκοτάδια
(την υγρασία μέσα μας
θα την κεράσω χάδια)

κάηκε η λάμπα γρήγορα
στου κόσμου το φανάρι
κι ότι σαπίζει μάτια μου
γίνεται μανιτάρι

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011

Συνταγματικός Τρεμπέλης

Μιά γριά συνταξιούχος βαριανασένει
ένας μαύρος πουλάει νερά
δύο τύποι μασουλάνε σπόρια
δύο άλλοι με κάμερες μεγάλες ανάψαν τσιγάρο
ένας μπάρμπας ψάχνει σκιά
καπνίζει κι αυτός
δυο μελαχροινές χαμογελάνε
ένας μικροαστός τρώει βρώμικο
τα βρώμικα τα πουλά σ' ένα πάγκο ένας γύφτος
ένα παιδάκι-χάμω- παίζει ακορντεόν, επαιτεί?
ασφαλίτης στη γωνία περιμένει
περαστικοί χαζεύουν
άλλοι φωνάζουν συνθήματα-
από διαφορετικές ντουντούκες
διαφορετικά συνθήματα-

Τι άλλο ένας τρεμπέλης εκεί
να ψάχνει να βρεί
παρά την τρεμπελιότητά του

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

οκτωβριανός νόστος

Νοστάλγησα απ'το πρωϊνό,
μια μέρα θυμωμένη,
τη λέξη που μου θύμισες
τη χιλιοειπωμένη

έρημη η φύση μας
ιππότες δίχως άτι
θα είμαστε μελλοντικά
πρώην μελλοθανάτοι

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

η ποίηση κρύβεται...

η ποίηση κρύβεται πίσω από κάθε ηλιοβασίλεμα.
όταν ο ήλιος δύει, δεν κοιμάται
δαιμονισμένη, ανήσυχη
ορμάει σαν λυσσασμένος σκύλος
σου τρώει τη ψυχή και πάλι μένεις μόνος

η ποίηση κρύβεται μέσα σε κάθε καρδιά που πονά
και πίσω από της ζωής την πίκρα
ουράνιο τόξο
που εμφανίζεται
μονάχα όταν βρέχει

η ποίηση κρύβεται μες στη χαρά και στο θυμό
της λήθης ο κακός εχθρός
ανάσα της οι αναμνήσεις

η ποίηση κρύβεται μα πρέπει να τη ψάξεις
κάτω απ'το πέπλο τη ζωής
τραγούδι θα σου πει λυπητερό

η ποίηση είναι θηλυκό
ποτέ της δε μιλάει
βρυχάται μόνο με ρυθμό
και ύστερα σε παρατάει

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

σαν ποίηση

σαν το παγάκι η χαρά
λυώνει
στη θάλασσα της πίκρας
την καταπίνει μονομιάς
του σύμπαντος η γλύκα

ό,τι αξίζει εξατμίζεται
και ό,τι πονάει, πέτρα
πόσες φορές με ξέχασες;
να μην ξεχάσεις, μέτρα

ρατατάτ

γλυκό μεθύσι
ένα μπαλόνι που θέλεις να σπάσεις
και οι μικρές κυρίες
να ανασάνουν από τα πνευμόνια σου

θέλεις μια άπιαστη ουτοπία

μια μηχανή
ένας ήχος
και ένα κοράκι να φωνάζει το όνομά σου

ασυνάρτητη βραδιά
φτωχές εμπνεύσεις
και μια τσάντα που πρέπει να γεμίσει
με την άδεια σου ζωή

μουσική είναι η ζωή
μα ξέχασες τις νότες
αυτοσχέδιες σχεδίες
και μια στιγμή σαν ρόδι

επαναλαμβανόμενοι ήχοι
νεκρές ζωές
και ξαφνικά μια απέραντη ηρεμία
σαν εκείνη πριν την καταιγίδα

όπως σηκώθηκες θα κάτσεις
γιατί για να κάνεις κάτι
πρέπει να το θελήσεις

Όλα Μαζί

Ζεστό χαμόγελο κι αμηχανία
γλυκό φιλί, άσπρο δέρμα
μαλακό, χείλη απαλά, ζεστασιά
θάλασσα τα βουναλάκια
στο κορμί της...
γυναικολαγνία.

Πικρή μυρουδιά και πορτοκαλάδα
-για να ξελαμπικάρεις-
όνειρα άπιαστα, ξεχάστηκες
στη ψυχεδέλια της αλήθειας
άπειρες μαστούρες, φούντες,
ζαλάδα...

Είχε δίκαιο ο χρησμός
της Θεάς Αθηνάς.
στη μοναξιά
και στη θύμησή της
μια είναι η λύση...
αυνανισμός.

Αφού δεν είστε μαζί
γυρνάς από δω κι από κεί
κάθε βράδυ
με φίλους και παρέες
βρίσκεις παρηγοριά
στο κρασί...

Όλα άγευστα, τροφή ανάλατος
ό,τι ήξερες χάθηκε
τι ζείς αναρωτιέσαι
ένα ακόμη μεθύσι
κι ένα αρπαχτό γαμήσι
και ο θάνατος




Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

αμηχανία

άδειος ο βραδυνός ο ουρανός
μονάχα ένα τριζόνι που τραγουδάει
τραγούδια του θανάτου και της παρηγοριάς

ο αέρας σου χαϊδεύει την καρδιά
αριστερά ένα βουνό
και στα δεξιά μια θάλασσα

ανάμεσα
κάθεται το φεγγάρι σαν χαμόγελο

γυάλινα καράβια
πηγαίνουν εκεί που δεν είσαι
κολυμπάνε πάνω στη θάλασσα καθρέφτη
τα φώτα τους γελάνε
και σε κοροϊδεύουν

έπειτα, ήρθε και το κορίτσι πριόνι
και αφού σε έκοψε, σε έκαψε
και σε έκανε να βλέπεις το φεγγάρι σαν χαμόγελο

μια κουκουβάγια ήρθε δίπλα σου
κρατούσε ένα ποντίκι στο στόμα της
το πέταξε στις στάχτες, δίπλα στη γυάλινη καρδιά
και ύστερα, φεύγωντας, μουρμούρησε το τραγούδι σου

αμήχανη στιγμή
γλυκιά μα μοναχική

εκείνη τη μέρα

το φεγγάρι θα βαφτεί κόκκινο
δίχως μεταξένια μαχαίρια
δίχως ο ήλιος να πάρει χαμπάρι
θα σκοτώσουν την αδερφή του

γιατί το φεγγάρι είναι θηλυκό
και θα βαφτεί κόκκινο

περίμενε μέχρι να πεθάνει το φως
κι ύστερα
θα βγουν σαν κατσαρίδες
οι ανώνυμοι δολοφόνοι
θα κρατάνε νεκρά τζιτζίκια στα χέρια τους
και στο κεφάλι τους θα έχουν ένα κίτρινο στέμμα που καίει

θα ανάψουν φωτιές
μεγάλες φωτιές
και το ξύλο που καίγεται θα τρίζει
και θα ακουστεί σε όλες τις γειτονιές

θα ξυπνήσει τους ανθρώπους
θα ξυπνήσουν ανήσυχοι
ο μόνος που θα κοιμάται θα είναι ο ήλιος

- πρέπει να περιμένουμε το πρωϊνό. θα πει το κορίτσι εφιάλτης.

αλλά τότε θα είναι πολύ αργά
το φεγγάρι θα είναι βαμμένο κόκκινο
οι άνθρωποι θα κοιμούνται
και ο ήλιος θα είναι μαύρος
μόνο μία δεκαοχτούρα
θα μετράει τα πτώματα

ο τοξότης

βγαίνοντας από το σπίτι
συνάντησα ένα παλιό φίλο
ήταν θλιμμένος και έκλαιγε
- τι έχεις; του είπα.

και αυτός με κοίταξε με τα γυάλινα μάτια του
τέντωσε το χέρι του
μου έδειξε τον τυφλό τοξότη
και το βέλος στην καρδιά του

ύστερα
φοβήθηκα
τα πόδια μου σαν ακρίδα

άρχισα να τρέχω
πήγα να κρυφτώ στα κόκκινα λιβάδια
εκεί που το μεσημέρι
δεν φτάνει πριν το απόγευμα

κάθισα κάτω από ένα πράσινο πεύκο
και είδα τους ήλιους να δύουν
ξανά και ξανά

μόλις χόρτασα από ηλιοβασιλέματα
πήρα το ζεστό από αίμα σπαθί μου
σήκωσα την λευκή ασπίδα μου
και γύρισα στο σπίτι για να σκοτώσω τον τοξότη

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Τουταγχαμών

σαν σύννεφο το ντέρτι μας
πρέπει γοργά να φύγει
μη τύχει εδώ και ριζωθεί
και η πόρτα δεν ανοίγει

θα έρθει άνεμος ταχύς
να σπρώξει τα σικλέτια
και να τα πάρει μακριά
αφου είναι όλα αναίτια

μη γίνει το μπουμπουνητό
μην έρθει και η βροχούλα
μη στάξει όξινο νερό
ένας τρελός με βούλα

απάνεμη η σκέψη μας
απάνω από την ρότα
δίχως πηδάλιο κυβερνά
της έμπνευσης η κότα

ένα αδιέξοδο αχανές
μία συμπεριφορά πολύ δειλή
στον κόλπο μέσα της ζωής
είναι απάνεμα πολύ