Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Μονολιθικός

Πότε του δεν συμπάθησε την παραλία
η άμμος, το χαλίκι του έφερναν ναυτία
"πεζά" να περπάτεί, τους κόκους να πατεί
ετούτή την ενόχλήση δεν θα την ανεχτεί

σε κάθε χαλικάκι δεν θά 'δινε αξία
που είναι όλα ίδια στην τόση φλυαρία
Τους αξίζε ελάχιστα για να τους εξηγήσει
ευαίσθητα το πέλμα του πως είχαν τσουρουφλίσει

Το ήξερε πως το είναι του ήταν ποιητικό
και να λοιπόν το βράχο βρήκε μοναδικό
μες στην ανυσηχία του δεν σήκωνε κουβέντα
γιαυτό και απαγγέλει το ποιήμα απ την πέτρα

η άμμος το χαλίκι ζητούν δημοκρατία
μα δυστυχώς η ποίηση μιλάει δυναστεία

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Ξέμπαρκος

ζωγράφιζες σκουριασμένα transit
σε κατάλευκα μπουρίνια
και μου βούτηξες το κεφάλι
σε λερναίες ύδρες με
pesto
που δεν ήθελαν να φάνε,
καμάρωσες που οι αναποφάσιστες κουτάλες
ήθελαν να βουτήξουν
σε παγωμένες ανάλατες θάλασσες
ακόμα και τότε που οι θάλασσες
στέρησαν τα επόμενα ταξίδια
και χάρισαν ένα παχύ γάντζο πειρατή
κι ένα διάλειμμα
μέχρι το επόμενο διάλειμμα,
ο παπαγάλος μιλάει ακόμα γρήγορα
ακόμα και με ξαναστραβωμένο ράμφος,
και ο κροκόδειλος κουρδίζει που και που το σκουριασμένο του ξυπνητήρι

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Ευρω-πέη

Καλή σας όρεξη!

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

προδοσία

νύχτα... κίτρινο φεγγάρι
υποσχέσεις, αθετώ
πάγος που έλυωσε με χάρη
σ'ένα καλοκαιρινό ποτό

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

Σαν (θα'ρθω μια γλυκιά βραδιά)

μονάχος όταν κάθομαι θα σκέφτομαι εσένα
μονάχος όταν κάθομαι θα σκέφτομαι εσένα
μα είναι όλα μάταια, είναι αδικοχαμένα
μα είναι όλα μάταια, είναι αδικοχαμένα

θα τυρανιέμαι ανώφελα και θα πονώ στ'αλήθεια
θα τυρανιέμαι ανώφελα και θα πονώ στ'αλήθεια
γιατί φωτιά μου άναψες εκεί βαθιά στα στήθια
γιατί φωτιά μου άναψες εκεί βαθιά στα στήθια

αποβραδίς ξεκίνησα για να σε συναντήσω
αποβραδίς ξεκίνησα για να σε συναντήσω
να μη με βρει ποτέ χαρά αν δε σε αποκτήσω
να μη με βρει ποτέ χαρά αν δε σε αποκτήσω

μα η καρδιά σου είναι μακριά και μόνος μου ελπίζω
μα η καρδιά σου είναι μακριά και μόνος μου ελπίζω
πίκρες πολλές και βάσανα τη σκέψη μου ταΐζω
και ότι χτίζω αυθημερόν το σούροπο γκρεμίζω


Θα'ρθω μια γλυκιά βραδιά

Σαν (Τα μπλε παράθυρά σου)

απόψε κλειδαμπάρωσες και πάλι την καρδιά σου
απόψε κλειδαμπάρωσες και πάλι την καρδιά σου
με άφησες μονάχο μου να σέρνω τον σεβντά σου
με άφησες μονάχο μου να σέρνω τον σεβντά σου

η σκέψη σου σαν το νερό μες στο μυαλό μου στάζει
η σκέψη σου σαν το νερό μες στο μυαλό μου στάζει
μ'εσένα που ερωτεύτηκα με τρώει το μαράζι
μ'εσένα που ερωτεύτηκα με τρώει το μαράζι

κακούργα εσύ με πλάνεψες και έχασα το μυαλό μου
κακούργα εσύ με πλάνεψες και έχασα το μυαλό μου
μ'εσένανε που μπλέχτηκα, γίνηκες διάολος μου
μ'εσένανε που μπλέχτηκα, γίνηκες διάολος μου

με έκαψε η φύση μου που είναι όλο λάθη
με έκαψε η φύση μου που είναι όλο λάθη
καημούς και πίκρες θα γεννά σαν τα δικά σου πάθη
καημούς και πίκρες θα γεννά σαν τα δικά σου πάθη


Τα μπλε παράθυρά σου

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

ελπιδοφόρα χαρούμενη ευτυχία

ελπίζοντας μια ελπίδα θα ελπίζω,
ελπιδοφόρος ότι είναι ο ουρανός
όλο γκρεμίζεται με μιας ότι εγώ χτίζω
πίκρες γεμίζω κι όμως μένω αδειανός

χαρά χαρούμενη όλο χαρά προσμένω
με χάρη να μ'αρπάξει μονομιάς
ιστό θανάτου αργόσυρτα υφαίνω
αφού με προίκισε με θλίψη ο ντουνιάς

η ευτυχία, ευτυχία λεν' χαρίζει
μα η δυστυχία με πλησιάζει συνεχώς
ό,τι δε τρώγεται, σιγά σιγά σαπίζει
σαν φθινοπώρου καλοκαιρινός ανθός

θα ξαναγενηθείς μια μέρα απο τις στάχτες
που κάθε βράδυ περιποίησε επιμελώς
σαν σε τρομάζουνε της πίκρας σου οι κράχτες
τρίξε τα δόντια σου, μη μένεις πια δειλός

επικηρυγμένος

χαθήκαμε μια νύχτα σκοτεινή
λες και δεν ξενύχτησε φεγγάρι
λιμάνι που καήκανε οι φάροι
καράβι πια δεν μπορεί να μπει

κοιτάς την θάλασσα από μακρυά
και στα νερά της θες να κολυμπήσεις
τα μυστικά σου εκεί να τα βυθίσεις
κι ότι απέχει να 'ρθει ξανά κοντά

όμως σε επικήρυξε ο Ποσειδώνας
και η στεριά σου μοιάζει άδεια
της μοναξιάς σε ανέλαβε η βάρδια
κάθε λεπτό μακρυά της είναι αιώνας

μόνο ο αλμυρός αέρας έχει απομείνει
να φέρει κάτι από το άγγιγμα της
να σου θυμίσει το αξέχαστο άρωμά της
το μάγουλο κρασί από τα μάτια πίνει

χαθήκαμε μια νύχτα σκοτεινή
μα θα βουτήξω κάποια νύχτα από ψηλά
κι ενώ θα πέφτω προς εσένα στα τυφλά
λιμάνι μες στην θάλασσα θα μπει

ελπίζοντας πως λίγο πριν πνιγεί
το καράβι του για τελευταία φορά θα δει

Στον Τροπικό του Αμαζονίου

Δεν περίμενα ότι η ζούγκλα θα ήταν τόσο μεγάλη.
Το φως του ήλιου δεν έφτανε μέχρι το έδαφος αφού οι τεράστιοι κορμοί των δέντρων αδιαπέραστοι υψώνονταν στον Τροπικό του Αμαζονίου. Παρέα με το μαχαίρι μου ξεπερνούσα κάθε εμπόδιο που συναντούσα στη διαδρομή.
Ευτυχώς που άκουσα τον Μάρκος και άφησα το πιστό μου άλογο στις παρυφές του βουνού αφού δε θα μπορούσε να μ'ακολουθήσει.
Ξάφνου άκουσα ό,τι δεν έπρεπε να είχα ακούσει. Εκωφαντικός ο βρυχηθμός του λιονταριού, του βασιλιά της ζούγκλας πεινασμένος έφτασε στα αυτιά μου. Από ώρα ένοιωθα κάποιον να παρακολουθεί τις κινήσεις μου.
Έσφιξα στη γροθιά μου το κοφτερό μαχαίρι, οι φλέβες μου πετάχτηκαν και αστραπιαία έκανα μιαν απότομη κίνηση προς τα πίσω.
Κίνηση που έμελε να καθορίσει το μέλλον αφού η επίθεση του θηρίου- εκτός από μια πληγή φευγαλέα που μου 'κανε στο στέρνο, σαν γρατζουνιά- αποδείχτηκε αποτυχημένη. Ενστικτωδώς κάρφωσα το μαχαίρι με μένος στη καρδιά του βασιλιά της ζούγκλας.
Η κραυγή του ακούστηκε στα πέρατα του αχανές δάσους και μια μελαγχολία με κυρίεψε.
Τα ράματα ανάμεσα στα στήθια μου θα μου θυμίζουν πάντα κείνη την περιπέτεια...

Άσε τον Πακακλάρ κούκλα μου, είναι μυθομανής, έλα σε μένα...

Θα 'θελα (Έπρεπε να)

Θα 'θελα να 'μουνα πασάς
να είχα ένα χαρέμι
και στο μπουζούκι να μου χάριζαν
το ταλέντο του Αρτέμη

Θα 'θελα να 'μουν Ηρακλής
ο πιο δυνατός του πάλκου
να γράφα στιχάκια έξυπνα
σαν αυτά του Μάρκου

Θα 'θελα να μουν' αρχηγός
να τιθάσευα τ'άγρια άτη
και τραγούδια να ερμήνευα
στο ρυθμό του Μπάτη

Θα' θελα να 'μουν σαν Γενίτσαρης
μάγκας από πιτσιρίκι
κι οι γυναίκες να μην ήτανε
σαν τ' αλμυρό φυστίκι

Ρεμπέτης αν γεννιόμουνα
θα 'ταν όλα πρώτα
χασίσια, γκόμινες και μουσικές
όλα ζωή και κότα


Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Πέρα με' χεις κάνει

Πέρα σκύλα με 'χεις κάνει
η σκέψη σου με 'χει πεθάνει
και για μένα δε σε νοιάζει
και με τρώει το μαράζι

Με τύλιξε η εμορφιά σου
η πλάνα μυρωδιά σου
και τα μαγικά σου κάλη
αχ, θα μου σπάσει το κεφάλι

Πέρα μπαμπέσα με 'χεις στείλει
είδα τον ουρανό σφοντήλι
και κοντεύω να χαλάσω
και τα νοιάτα μου θα χάσω

Με τσάκισέ ο χωρισμός μας
η κατάντια του έρωτός μας
και δε θέλω πια να ζήσω
αν δε σε ξαναποκτήσω

Πέρα με έκανες και λιώνω
θέε μου τι αμαρτίες πληρώνω
απ' τον κόσμο αυτόν θα φύγω
δε με θέλεις ούτε λίγο

Πέρα σκύλα με' χεις κάνει
η σκέψη σου με'χει πεθάνει
και για μένα δε σε νοιάζει
και με τρώει το μαράζι

καριόλες...

καριόλα και αν σε έκαψε
καριόλα θα σε σβήσει
αγάπη που δεν έπαψε
καρδιά που θα σαπίσει

καριόλα σε ξεγέννησε
από μουνί καριόλας
σκύλος που την επάτησε
νεκρός είναι εκ φόλας

καριόλες...

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

πόρνες

να μου μιλήσεις ήθελα
και εγώ να σου μιλήσω
σ'αγάπησα έτσι... άθελα
αύριο θα σε γκρεμίσω

όσο με φτυνεις κούκλα μου
στο σάλιο σου κολλάω
αχ! παραμύθι πούλα μου
μα εγώ θα σ'αγαπάω

εσένανε θα βλαστημώ
όσο μου κάνεις κόνξες
αφού το αποτέλεσμα
είναι πως είστε πόρνες

...

ο Τροπικός του Καρκίνου

Το κύμα έγλυφε τη σανίδα μου καθώς ξεμάκραινα από την παραλία. Ο ήλιος ήταν καυτός και το νερό άπλωνε τη δροσιά του πάνω μου. Τα χέρια μου σαν κουπιά έσπρωχναν τη θάλασσα μέχρι να φτάσω στη ξέρα που είχα παρατηρήσει από την παραλία.

Ανέβηκα στη ξέρα και κοίταξα τριγύρω. Το κύματα ήθελαν κάτι να μου πουν και δεν μπορούσα να καταλάβω τι. Απέραντη ηρεμία και τίποτα δεν φαινόταν να μπορούσε να πάει στραβά.

Ξάπλωσα και ρούφηξα κάθε στάλαγματιά του ήλιου ο οποίος χαρίζεται απλόχερα στον τροπικό του Καρκίνου.

Καθώς ο ήλιος χαϊδευε τα καυτά λαγόνια μου, αναρωτήθηκα, τι κάνουν οι υπόλοιποι θνητοί; Άραγε απολαμβάνουν τη ζωή τόσο ανέμελα όσο εγώ; Άραγε αναρωτιούνται και εκείνοι αν ο ήλιος έκαψε λάγνα το θεσπέσιο σώμα τους;

Η ώρα πέρασε και έπρεπε να γυρίσω. Καυτός αέρας άρχισε να φυσά και το κύμα άρχισε να αγριεύει. Αποφάσισα να τιθασεύσω τα κύματα για ακόμη μια φορά. Πήρα την κερωμένη σανίδα μου και πετώντας τη στη θάλασσα, πήδηξα σαν ακρίδα και προσγειώθηκα με χάρη πάνω της. Άρχισα να πλησιάζω στην ακτή καθώς το κύμα με έσπρωχνε σαν μέθυσος μπελαλής σε παρακμιακό μπαρ.

Ξάφνου ένας ξεδιάντροπος αέρας μου έκοψε τη φόρα. Κοίταξα στα δεξιά μου και είδα ό,τι δεν έπρεπε να είχα δει. Ένα πτερύγιο αναδύθηκε από τον αχανή βυθό. Προς στιγμή η ραχοκοκαλιά μου ηλεκτρίστηκε. Η σωφροσύνη και η λογική μου όμως με ανάγκασε να βρεθώ αντιμέτωπος με αυτό το θηρίο της θάλασσας. Ξέρoντας πως κάθε άνθρωπος πρέπει να απαλλάσσεται από τις έγνοιες του το ταχύτερο δυνατό, βούτηξα στη θάλασσα και άρπαξα το μαχαίρι που πάντα έχω δεμένο στο αριστερό μου πόδι.

Αισθάνθηκα την παρουσία του. Με περίμενε. Η μάχη κράτησε λίγο. Πρώτα με πλησίασε με κυκλικές κινήσεις, μέχρι που βρήκε το θάρρος να με κοιτάξει στα μάτια. Κοίταξα και εγώ κατάματα το θηρίο. Ποιος να ξέρει τι πέρασε από τη σκέψη του. Εγώ ένα πράγμα σκέφτηκα... Κρίμα να πεθάνει ένας Άτλαντας του βυθού έτσι αναίτια απο το δικό μου μαχαίρι...

Ξαφνικά το τέρας επιτάχυνε και προσπάθησε να με αρπάξει. Πετάχτηκα στα δεξιά και κάνοντας μια διπλή υποβρύχια κωλοτούμπα κατάφερα να αποφύγω τα γεμάτα αίμα σαγόνια του. Στην επόμενη επίθεση αποφάσισα να μη του δώσω άλλη ευκαιρία. Πήγε να με αρπάξει, αλλά το μαχαίρι μου είχε άλλη γνώμη. Καρφώθηκε με δύναμη στη γεμάτη μυς ράχη του. Με κόιταξε με τρόμο θαρρώ. Το κοίταξα με λύπη. Αργά αργά το μαχαίρι βγήκε από την πληγή και το τέρας άρχισε να βυθίζεται στα απάτητα νερά του τροπικού.

Χαρούμενος που είχα εξολοθρεύσει το τέρας που νόμιζε πως ήμουν το μεσημεριανό του, πήγα να βρω τη σανίδα μου. Εκείνη τη στιγμή το τέρας, σαν μια ύστατη στιγμή εκδίκησης προσπάθησε να αρπάξει το πόδι μου. Το μόνο που κατάφερε ήταν αυτή η γρατζουνιά που βλέπεις εδώ, όπως επίσης και το θανάσιμο τραύμα που του έκανα ανάμεσα στα δύο γυάλινα μάτια του.

- Τι λες; Θες να πηδηχτούμε τώρα κούκλα μου;

Σαν (Μη μου λες πως δε με θέλεις)

να με θέλεις θα'θελα να ήσουν συντροφιά
να με θέλεις θα'θελα να ήσουν συντροφιά
να αγάπαγες εμένα μέσα στον ντουνιά
να αγάπαγες εμένα μέσα στον ντουνιά

να μην ήσουν αλανιάρα, να με φρόντιζες
να μην ήσουν αλανιάρα, να με φρόντιζες
σαν βασιλικό στη γλάστρα να με πότιζες
σαν βασιλικό στη γλάστρα να με πότιζες

ένα σου φιλί και χάδι πόσο θα ήθελα
ένα σου φιλί και χάδι πόσο θα ήθελα
τα μυαλό μου πως θα χάσω, αχ! να το ήξερα
τα μυαλό μου πως θα χάσω, αχ! να το ήξερα

δίχως λογική και σκέψη, συ θα φταις γι'αυτό
δίχως λογική και σκέψη, συ θα φταις γι'αυτό
δως μου το γλυκό φιλί σου, κείνο το καυτό
δως μου το γλυκό φιλί σου, κείνο το καυτό

στη ζεστή την αγκαλιά σου να ταξίδευα
στη ζεστή την αγκαλιά σου να ταξίδευα
και το κάθε άγγιγμα σου να περίμενα
και το κάθε άγγιγμα σου να περίμενα

λυώνει το κορμί κι η σκέψη όποτε σε δω
λυώνει το κορμί κι η σκέψη όποτε σε δω
και πεθαίνω, σαν ψιθυρίζεις "πόσο σ'αγαπώ"
και πεθαίνω, σαν ψιθυρίζεις "πόσο σ'αγαπώ"

Μη μου λες πως δε με θέλεις

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

παυσίλυπον

πάλι δέντρα ρίχνουν φύλλα
ένα σκότος τριγυρνά
της ζωής αιώνια Σκύλλα
που το βράδυ ξαγρυπνά

μια ζωή όλο σαπίλα
θύμισις σου ευωδιά,
φθινοπωρινά στο χώμα φύλλα
που η βροχή τα αποζητά

βασιλιάς γενιάς αμίλητων
στεναχώριας συντροφιά
δε θα βρεις ποτέ παυσίλυπον
στης ζωής την ερημιά

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Σάββατο πάλι

σαν κατσαρίδες οι άνθρωποι
γλυστρίσαν στις φωλιές τους
κρύο πολύ τριγύρω τους.
ανάψαν τις φωτιές τους
με το αλκοόλ κατάφεραν
να ισιώσουν το κεφάλι
θα κοιμηθούν και άυριο
θα ξαναρχίσουν πάλι

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Αμαλία

εχθες αργά σε γνώρισα
και σαν εσέ καμμία
τρελά σε ερωτεύτηκα
σε βάφτισα Αμαλία

γλυκά, ήρθα ψιθύρισα
του έρωτα τα λόγια
μα η καρδιά σου τριγυρνά
σε άλλα δρομολόγια

για εσένα τσουρουφλίστηκα
για εσένα σιγοκαίω
για εσένανε κατάντησα
μες στη ζωή να κλαίω

ερωτοποίκιλτη, γλυκούλα μου
μονάκριβη Αμαλία
με εσένανε ο έρωτας
γίνηκε ανωμαλία

αχ γλυκιά Αμαλίτσα μου
ας μου'κανες τη χάρη
εμέ να ερωτευόσουνα
και να'μασταν ζευγάρι

όμως εσύ με έφτυσες
με πέταξες στον δρόμο
και η ζωή από μέσα μου
λιγοψυχά με τρόμο

μια αγάπη που όμως τέλειωσε
πρωτού ακόμη αρχίσει
μέχρι το δυό χιλιάδες είκοσι
θα σε έχω αποκτήσει