Τάσεις φυγής
ανάστασις ευφυής
τάσεις υψηλές
ένστασις στο τριμελές.
Σκέψεις νορμάλ
ιδέες...μπανάλ
σε φάγαν τα αν
σε γαμάει ο Ταρζάν.
Αέρας και κρύο
χουλιγκανίζεις στο πέταλο
από μικρός στο Ωδείο
θυμάσαι ένα μέταλλο.
Αποχώρησις
αποχωριστήτε μας!
Ορίστε μας?
η αποφώνησις
το αποτέλεσμα?
απομόνωσισ
Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010
Sagria
Σανγκριά στο χαλάκι της άνοιξης.
Μικροί εραστές μεθούνε βαθιά
στην οσμή κάποιου άνθους.
Και χύνονται λιπόθυμοι στον ύπερο
εξαντλημένοι στους στήμονες
κοιμούνται..
Ενώ πιο έξω παντού βουητό! Βόμβος!
Πνιγμός σε πανδαιμόνιο οργασμών!
Σφύζει ο αέρας από ορμή και λαγνεία .
Στο μάτι του σκύλου η κόρη τινάσσεται.
Καθώς το μήνυμα ποτίζει ραγδαία
τα σπήλαια των υγρών ρουθουνιών του.
Και κεραυνώνει ολάκερη τη ράχη του.
Σε κάποια στροφή του ποδηλάτου
ο ήλιος τυφλώνει τα μάτια μας
και ξυπνούμε για λίγο σ’ ένα κόσμο παράλληλο
που μας είναι γνώριμος από παιδιά..
κι ανοίγουμε πάλι τα μάτια στο δρόμο,
στο πεντάλ, στην προσοχή για το θάνατο.
Καθώς περνάω απ’ τις αμυγδαλιές σκέφτομαι
Ότι ποτέ δε με ρώτησαν αν επιτρέπω μέσα μου
αυτή την έντονη οσμή τους.
Στ’ αλήθεια όμως ουδέποτε με πείραξε.
Το θράσος είναι ανύπαρκτο σ’ αυτό τον κόσμο.
Αφού η επίδειξη της ζωής
είναι ανέκαθεν δείγμα ευγενικό.
Μικροί εραστές μεθούνε βαθιά
στην οσμή κάποιου άνθους.
Και χύνονται λιπόθυμοι στον ύπερο
εξαντλημένοι στους στήμονες
κοιμούνται..
Ενώ πιο έξω παντού βουητό! Βόμβος!
Πνιγμός σε πανδαιμόνιο οργασμών!
Σφύζει ο αέρας από ορμή και λαγνεία .
Στο μάτι του σκύλου η κόρη τινάσσεται.
Καθώς το μήνυμα ποτίζει ραγδαία
τα σπήλαια των υγρών ρουθουνιών του.
Και κεραυνώνει ολάκερη τη ράχη του.
Σε κάποια στροφή του ποδηλάτου
ο ήλιος τυφλώνει τα μάτια μας
και ξυπνούμε για λίγο σ’ ένα κόσμο παράλληλο
που μας είναι γνώριμος από παιδιά..
κι ανοίγουμε πάλι τα μάτια στο δρόμο,
στο πεντάλ, στην προσοχή για το θάνατο.
Καθώς περνάω απ’ τις αμυγδαλιές σκέφτομαι
Ότι ποτέ δε με ρώτησαν αν επιτρέπω μέσα μου
αυτή την έντονη οσμή τους.
Στ’ αλήθεια όμως ουδέποτε με πείραξε.
Το θράσος είναι ανύπαρκτο σ’ αυτό τον κόσμο.
Αφού η επίδειξη της ζωής
είναι ανέκαθεν δείγμα ευγενικό.
Τρίτη 30 Μαρτίου 2010
Η μωβ η χτένα
Αν η ζωή ήταν δάχτυλο
θα ήταν το μεσαίο
βαθιά μέσα στον κώλο μου
και πείτε με χυδαίο
Σαπίζω χρόνια μακριά
από την αγκαλιά σου
ποτε μου δεν θα ξαναδώ
τον κώλο, τα βυζιά σου
Ποτέ μου δεν συγχώρεσα
που έφυγα από εσένα
το μόνο που σου άφησα
ήταν η μωβ η χτένα
Να έχεις να χτενίζεσαι
να φτιάνεσαι ωραία
να σε έχουν σαν βασίλισσα
δίχως τον βασιλέα
Η εκδίκηση όπως λέγεται
εδώ μακριά στο Ρίο
είναι όπως το ροκφόρ
τρώγεται πάντα κρύο
το θύμα όμως είμαι εγώ,
εγώ είμαι και ο θύτης
το μόνο μου παράπονο
πως θα με θάψει δύτης
Και αν έχει τρύπες η καρδιά
είναι για να θυμάμαι
πως ξέχασα τι ήθελα
ποιος είμαι και που πάμε
θα ήταν το μεσαίο
βαθιά μέσα στον κώλο μου
και πείτε με χυδαίο
Σαπίζω χρόνια μακριά
από την αγκαλιά σου
ποτε μου δεν θα ξαναδώ
τον κώλο, τα βυζιά σου
Ποτέ μου δεν συγχώρεσα
που έφυγα από εσένα
το μόνο που σου άφησα
ήταν η μωβ η χτένα
Να έχεις να χτενίζεσαι
να φτιάνεσαι ωραία
να σε έχουν σαν βασίλισσα
δίχως τον βασιλέα
Η εκδίκηση όπως λέγεται
εδώ μακριά στο Ρίο
είναι όπως το ροκφόρ
τρώγεται πάντα κρύο
το θύμα όμως είμαι εγώ,
εγώ είμαι και ο θύτης
το μόνο μου παράπονο
πως θα με θάψει δύτης
Και αν έχει τρύπες η καρδιά
είναι για να θυμάμαι
πως ξέχασα τι ήθελα
ποιος είμαι και που πάμε
Αυτά που ξέχασα να πώ...
αν η χαρά ήταν πούπουλο
θα έπεφτε σαν αμόνι
μες στις ψυχές των νοσταλγών
παιδιών που γέρασαν μα ακόμη
δεν έμαθαν πως τίποτε
πλεον δεν τους σκοτώνει
αν εβρισκα τη λέξη αυτή
που ήθελα πάντα για να πω
ποτέ δεν θα την έλεγα
ποτέ στον κόσμο αυτό
θα έβρισκα μια βελανιδιά
να πάω να κρεμαστώ
αν έπρεπε όπως έπρεπε
δεν θα ήμουνα εγώ
να γράφω αυτά που έγραφα
τα γράφω πριν χαθώ
γιατί έπρεπε όπως έπρεπε
και ας μην ήμουνα εγώ
όσο και να γεράσαμε
θα έιμαστε πάντα εδώ
μονάχοι μες στο πλήθος
πάντα φρέσκο, πάντα σαθρό
μόνο για να θυμόμαστε
αυτά που που ξέχασα να πω
θα έπεφτε σαν αμόνι
μες στις ψυχές των νοσταλγών
παιδιών που γέρασαν μα ακόμη
δεν έμαθαν πως τίποτε
πλεον δεν τους σκοτώνει
αν εβρισκα τη λέξη αυτή
που ήθελα πάντα για να πω
ποτέ δεν θα την έλεγα
ποτέ στον κόσμο αυτό
θα έβρισκα μια βελανιδιά
να πάω να κρεμαστώ
αν έπρεπε όπως έπρεπε
δεν θα ήμουνα εγώ
να γράφω αυτά που έγραφα
τα γράφω πριν χαθώ
γιατί έπρεπε όπως έπρεπε
και ας μην ήμουνα εγώ
όσο και να γεράσαμε
θα έιμαστε πάντα εδώ
μονάχοι μες στο πλήθος
πάντα φρέσκο, πάντα σαθρό
μόνο για να θυμόμαστε
αυτά που που ξέχασα να πω
Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010
Στην ουσία.
Αφού η αορτή μου δεν δρασκέλισε
Την ανάσα του όταν,
οφείλω νεκρός να καλέσω το χάραμα της
γυμνής κουκουβάγιας. Ακλόνητος σε ΛΑ μείζονα
παραδέρνω το ασημένιο πέταλο του νότου σε
ευχετήρια κάρτα.
καθώς διαπερνούν τα σκαμπό τα μυρμήγκια
μεσολαβούν πιρουέτες ανάσκελες,
των σκέψεών και των παραδειγματικών τιμωριών
που η ανώφελη λίμπιντο εξουσιοδοτεί με μανία τα’ αστέρια.
Κι έτσι ατενίζοντας κίβδηλους άξονες ατελείωτης Μασονίας
σε χορούς θρακιώτικους, λάγνες εκσφενδονίζονται πόρτες
φεγγαρόλουστες στην ειρωνεία του τζίνζτερ.
Την ανάσα του όταν,
οφείλω νεκρός να καλέσω το χάραμα της
γυμνής κουκουβάγιας. Ακλόνητος σε ΛΑ μείζονα
παραδέρνω το ασημένιο πέταλο του νότου σε
ευχετήρια κάρτα.
καθώς διαπερνούν τα σκαμπό τα μυρμήγκια
μεσολαβούν πιρουέτες ανάσκελες,
των σκέψεών και των παραδειγματικών τιμωριών
που η ανώφελη λίμπιντο εξουσιοδοτεί με μανία τα’ αστέρια.
Κι έτσι ατενίζοντας κίβδηλους άξονες ατελείωτης Μασονίας
σε χορούς θρακιώτικους, λάγνες εκσφενδονίζονται πόρτες
φεγγαρόλουστες στην ειρωνεία του τζίνζτερ.
Σάββατο 27 Μαρτίου 2010
Το μπουκάλι και η Τζιλ
Πηγαίνουμε στο γήπεδο και μέχρι εδώ καλά
Όλα είναι όμορφα, και όλα ανθηρά
Μα έτσι όπως καθόμαστε, από το πουθενά
μας ρίχνουν αδερφάκι μου, μια τρελή ψωλιά
Τρία γκολάκια φάγαμε, επάνω στη κεφάλα
Και μείναν παίκτες και κοινό, ολοσχερώς μπουκάλα
Οι φίλαθλοι θυμώσανε, κι άρχισαν να φωνάζουν,
και μ'όποιον πέρναγε κοντά, μαζί του να τα βάζουν
Και έτσι όπως λέγανε "κάποιον για να χτυπήσω",
ξάφνου πετάει ένας τους "για δείτε λίγο πίσω"
Κοιτάζουν και τι βλέπουνε; Καλώς τα τα παιδιά!
Μιά διμοιρία από ΜΑΤ κάτω απ' τη θύρα εννιά
Κι αρχίζουνε οι οπαδοί, ως είναι λογικό ,
να ρίχνουνε στους μπάτσους κάθε εύκαιρο υλικό
Μα πέρναγε απο'κεί κοντά, μια φίλαθλος καημένη
Που γύρναγε στο σπίτι της με πίκρα χορτασμένη
Όπως λοιπόν περπάταγε μια σκιά! ένας ήχος!
Να ήταν άμστελ άραγε ή μήπως ήταν μύθος;
Κάποιος από τους πάνω πέταξε, μια μπύρα εργατική
κι η φίλη μας την έλαβε, εις το δόξα πατρί
Η άμοιρη την άκουσε, δίχως γουλιά να πιεί,
κι έψαχνε για στήριγμα, κάπου να κρατηθεί
Μα δε πείράζει τελικά, παρ'όλη της τη ζάλη,
γιατί όπως αποδείχτηκε, είχε σκληρό κεφάλι
Από την ιστορία αυτή, το δίδαγμα το πιάνεις:
αν είσαι ψιλοάτυχος για γήπεδο δε κάνεις..
Όλα είναι όμορφα, και όλα ανθηρά
Μα έτσι όπως καθόμαστε, από το πουθενά
μας ρίχνουν αδερφάκι μου, μια τρελή ψωλιά
Τρία γκολάκια φάγαμε, επάνω στη κεφάλα
Και μείναν παίκτες και κοινό, ολοσχερώς μπουκάλα
Οι φίλαθλοι θυμώσανε, κι άρχισαν να φωνάζουν,
και μ'όποιον πέρναγε κοντά, μαζί του να τα βάζουν
Και έτσι όπως λέγανε "κάποιον για να χτυπήσω",
ξάφνου πετάει ένας τους "για δείτε λίγο πίσω"
Κοιτάζουν και τι βλέπουνε; Καλώς τα τα παιδιά!
Μιά διμοιρία από ΜΑΤ κάτω απ' τη θύρα εννιά
Κι αρχίζουνε οι οπαδοί, ως είναι λογικό ,
να ρίχνουνε στους μπάτσους κάθε εύκαιρο υλικό
Μα πέρναγε απο'κεί κοντά, μια φίλαθλος καημένη
Που γύρναγε στο σπίτι της με πίκρα χορτασμένη
Όπως λοιπόν περπάταγε μια σκιά! ένας ήχος!
Να ήταν άμστελ άραγε ή μήπως ήταν μύθος;
Κάποιος από τους πάνω πέταξε, μια μπύρα εργατική
κι η φίλη μας την έλαβε, εις το δόξα πατρί
Η άμοιρη την άκουσε, δίχως γουλιά να πιεί,
κι έψαχνε για στήριγμα, κάπου να κρατηθεί
Μα δε πείράζει τελικά, παρ'όλη της τη ζάλη,
γιατί όπως αποδείχτηκε, είχε σκληρό κεφάλι
Από την ιστορία αυτή, το δίδαγμα το πιάνεις:
αν είσαι ψιλοάτυχος για γήπεδο δε κάνεις..
Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010
Χαμένος χαμόδρακας χαμηλού προφίλ
Οι πόρτες χτυπάν δυνατά και δεν ακούω την καρδιά μου
ποταποί ποταμοί υπερχείλισαν
φλώροι και κοτσύφια νιαουρίζουν αμέριμνα.
Μια ωραία εικόνα!
και εγώ ακόμη εδώ...
Ο χρόνος μετράει αντίστροφα και το αύριο είναι το χθες (και το χθες είναι αύριο)...
αλλά δεν με πειράζει.
αργοί σαργοί μετράνε τις Δευτέρες που ήρθανε!
Πειράζει που κατάπια μια κάμπια;!
Το παράθυρο έσπασε και η ταχύτητα είναι το μόνο που χρειάζομαι.
Το παγωτό είναι ωραίο αλλά είναι ζεστό
Διάολε! Ποιος είμαι;
ο καφές για πάντα γεμάτος και το καλαμάκι δε ρουφάει...
ποταποί ποταμοί υπερχείλισαν
φλώροι και κοτσύφια νιαουρίζουν αμέριμνα.
Μια ωραία εικόνα!
και εγώ ακόμη εδώ...
Ο χρόνος μετράει αντίστροφα και το αύριο είναι το χθες (και το χθες είναι αύριο)...
αλλά δεν με πειράζει.
αργοί σαργοί μετράνε τις Δευτέρες που ήρθανε!
Πειράζει που κατάπια μια κάμπια;!
Το παράθυρο έσπασε και η ταχύτητα είναι το μόνο που χρειάζομαι.
Το παγωτό είναι ωραίο αλλά είναι ζεστό
Διάολε! Ποιος είμαι;
ο καφές για πάντα γεμάτος και το καλαμάκι δε ρουφάει...
Τρίτη 23 Μαρτίου 2010
Οι καταραμένοι ζαχαροπλάστες
Ο Μήτσος διάβαζε Μπωντλαίρ, και του καήκαν τα εκλέρ.
Ο Κώστας πάλι ανέγνωσκε, από Ρεμπό ένα στίχο, κι από τη θλίψη δυό εκμέκ, τα κόλλησε στον τοίχο.
Ο Γιάννης κι ο Χαράλαμπος, γουστάραν Μαλαρμέ, κι έτσι πάλι ξέχασαν να φτιάξουν κρεμ μπρουλέ.
Ο Πόε σ'ένα ποίημα, μιλούσε για κοράκια, κι ο Σούλης απ'τα νεύρα του, πέταξε τα κοκάκια.
Καρυωτάκης Λαπαθιώτης, μες στην τρελή μιζέρια, κι ο Σάκης εκοπάνησε μια τούρτα με μαδέρια.
Το νόημα του ποιήματος, ειν'το εξής απλό: μην παραγγείλετε γλυκά σε καταθλιπτικό.
Ο Κώστας πάλι ανέγνωσκε, από Ρεμπό ένα στίχο, κι από τη θλίψη δυό εκμέκ, τα κόλλησε στον τοίχο.
Ο Γιάννης κι ο Χαράλαμπος, γουστάραν Μαλαρμέ, κι έτσι πάλι ξέχασαν να φτιάξουν κρεμ μπρουλέ.
Ο Πόε σ'ένα ποίημα, μιλούσε για κοράκια, κι ο Σούλης απ'τα νεύρα του, πέταξε τα κοκάκια.
Καρυωτάκης Λαπαθιώτης, μες στην τρελή μιζέρια, κι ο Σάκης εκοπάνησε μια τούρτα με μαδέρια.
Το νόημα του ποιήματος, ειν'το εξής απλό: μην παραγγείλετε γλυκά σε καταθλιπτικό.
Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010
Απειλή από μέσα!
Καθόμουν σε μια σκέψη μου
αιώνια αποσβολωμένος
και οι λαθραίοι πρόσκοποι δεν βρήκαν ένα τασάκι
που να είναι διάφανο!
Καμμένα λιμάνια βραχήκαν από τη
φωτιά της χαμένης ψυχής των κουλών τσαντάκηδων...
Με δύο παπούτσια στα αυτιά γελώ!
Γελάω, γελάω, γελάω ώσπου με χαίδεψε μια αράχνη,
διάφανη σαν τα τασάκια που δεν βρήκαν οι πρόσκοποι!
Βράχηκαν τα μπρατσάκια μου και πως θα κολυμπώσω
μέσα στο δάσος το υγρό, στέγνωσε μια παπαρούνα,
που όπως ψαρώνει η μουρούνα που όλη η πλάση θέλει να φτάσει.
Φαράσια καταπίνουν την θλίψη τους, αγέρωχα!
Χλευάζουν χρώματα μυρμήγκια ;!
Δεν είναι ερώτηση απλή, έιναι τα κεραμίδια!
αιώνια αποσβολωμένος
και οι λαθραίοι πρόσκοποι δεν βρήκαν ένα τασάκι
που να είναι διάφανο!
Καμμένα λιμάνια βραχήκαν από τη
φωτιά της χαμένης ψυχής των κουλών τσαντάκηδων...
Με δύο παπούτσια στα αυτιά γελώ!
Γελάω, γελάω, γελάω ώσπου με χαίδεψε μια αράχνη,
διάφανη σαν τα τασάκια που δεν βρήκαν οι πρόσκοποι!
Βράχηκαν τα μπρατσάκια μου και πως θα κολυμπώσω
μέσα στο δάσος το υγρό, στέγνωσε μια παπαρούνα,
που όπως ψαρώνει η μουρούνα που όλη η πλάση θέλει να φτάσει.
Φαράσια καταπίνουν την θλίψη τους, αγέρωχα!
Χλευάζουν χρώματα μυρμήγκια ;!
Δεν είναι ερώτηση απλή, έιναι τα κεραμίδια!
Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010
Κατμαντού.
Με κοιτάζουν Χατζιαβάτες παντού
κι εγώ κρύβομαι στις πατούσες του Γκιώνη
στραφταλίζουν στο ήλιο μπιζού
η ψευτιά τους αυτή με τυφλώνει.
Λέει το βρέφος στη μάνα «μπού-μπού»
Κι εγώ ήσυχος κοιμάμαι μες σε κανόνι
στα ρεμπέτικα κρύβονται στοίχοι βουντού
αφοδεύει γαλήνια η φοράδα στ’ αλώνι.
Απ το βάθος ακούω ένα ντου
το κασκόλ μου στο σύρμα γαντζώνει
δακρυγόνο κ παοκ παντού
μπάτσοι γουρούνια nicorette.
κι εγώ κρύβομαι στις πατούσες του Γκιώνη
στραφταλίζουν στο ήλιο μπιζού
η ψευτιά τους αυτή με τυφλώνει.
Λέει το βρέφος στη μάνα «μπού-μπού»
Κι εγώ ήσυχος κοιμάμαι μες σε κανόνι
στα ρεμπέτικα κρύβονται στοίχοι βουντού
αφοδεύει γαλήνια η φοράδα στ’ αλώνι.
Απ το βάθος ακούω ένα ντου
το κασκόλ μου στο σύρμα γαντζώνει
δακρυγόνο κ παοκ παντού
μπάτσοι γουρούνια nicorette.
οctapus.
πλήττω σα λευκό χταπόδι την άνοιξη
κείτομαι σα σταφύλι στην κάλτσα
ξελυμένα κορδόνια μπερδεύουν τη σκέψη μου
μπετατζίδες φωνάζουν σκοτσέζικα ποιήματα φάλτσα.
πώς ν’ αντέξω αυτό το χαμό?
πώς ορθώνομαι στης ζωής τέτοια μπάτσα?
το ίδιο χάραμα με βρίσκει σ'ενα πιάτο σκυφτό.
Πνίγω τον καημό στην μπουγάτσα.
κείτομαι σα σταφύλι στην κάλτσα
ξελυμένα κορδόνια μπερδεύουν τη σκέψη μου
μπετατζίδες φωνάζουν σκοτσέζικα ποιήματα φάλτσα.
πώς ν’ αντέξω αυτό το χαμό?
πώς ορθώνομαι στης ζωής τέτοια μπάτσα?
το ίδιο χάραμα με βρίσκει σ'ενα πιάτο σκυφτό.
Πνίγω τον καημό στην μπουγάτσα.
Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010
Μιλώ σε μι μινόρε
Απόψε θα τραβήξουμε σε μαύρα μονοπάτια
σιγά σιγά θα ανέβουμε όλα τα σκαλοπάτια.
Τα χρώματα στη μουσική θα είναι τρικολόρε
κι η νότα που μας αγαπά θα είναι μια μινόρε.
Το τέλος είναι σκοτεινό, αυτού του περιπάτου
ξάφνου μυρίζει μονομιάς, αναπνοή θανάτου
Στην κορυφή της μοναξιάς, στα άδυτα του άδη
μπορεί πια να ξημέρωσε, μα μέσα μας το βράδυ
δεν μας αφήνει ήσυχους, μα είναι και η λήθη
που απόψε μας απέδειξε, είναι άλλο παραμύθι.
Μία φορά και έναν καιρό, ήταν η ευτυχία
κατάντησε όμως για εμάς, παλιά επιτυχία.
Ο Χάρων είναι μακριά, ο Φόβος και ο Δείμος
θα μας κοιτούν απο ψηλά και εγώ θα είμαι ο μίμος
μιας ζωής ανώφελης που είναι ανηφόρι
όπως σωστά θυμίζουνε, οι παραπάνω δορυφόροι
Το αύριο αν ήξερα, το χθές θα είχε πάθη
που σήμερα απέφυγα, απ'τα δικά μου λάθη
Μαχαίρι μαχαιρώθηκε, μα χαίρομαι διότι
τουλάχιστον προλάβαμε, όλο το φαγοπότι
Το τι θα απογίνουμε, κανένας δεν το ξέρει
πάει, πλεον βαρέθηκα, σκούριασε το μαχαίρι
σιγά σιγά θα ανέβουμε όλα τα σκαλοπάτια.
Τα χρώματα στη μουσική θα είναι τρικολόρε
κι η νότα που μας αγαπά θα είναι μια μινόρε.
Το τέλος είναι σκοτεινό, αυτού του περιπάτου
ξάφνου μυρίζει μονομιάς, αναπνοή θανάτου
Στην κορυφή της μοναξιάς, στα άδυτα του άδη
μπορεί πια να ξημέρωσε, μα μέσα μας το βράδυ
δεν μας αφήνει ήσυχους, μα είναι και η λήθη
που απόψε μας απέδειξε, είναι άλλο παραμύθι.
Μία φορά και έναν καιρό, ήταν η ευτυχία
κατάντησε όμως για εμάς, παλιά επιτυχία.
Ο Χάρων είναι μακριά, ο Φόβος και ο Δείμος
θα μας κοιτούν απο ψηλά και εγώ θα είμαι ο μίμος
μιας ζωής ανώφελης που είναι ανηφόρι
όπως σωστά θυμίζουνε, οι παραπάνω δορυφόροι
Το αύριο αν ήξερα, το χθές θα είχε πάθη
που σήμερα απέφυγα, απ'τα δικά μου λάθη
Μαχαίρι μαχαιρώθηκε, μα χαίρομαι διότι
τουλάχιστον προλάβαμε, όλο το φαγοπότι
Το τι θα απογίνουμε, κανένας δεν το ξέρει
πάει, πλεον βαρέθηκα, σκούριασε το μαχαίρι
Μια μαλακία που έπρεπε απλά να τη γράψω
Εσύ αν ήσουν ο βορράς θα ήμουνα ο νότος
και αν ήμουνα εγώ το φως, εσύ θα ήσουν το σκότος
νομίζω αν σου άρεσαν και όλα τα ψαράκια
εγώ εάν τα έτρωγα θα έβγαζα σπυράκια
Μακάρι θεέ μου να'ξερα τι θέλω να προκάνω
δίπλα ενόμιζα ήμουνα κι όμως ποτέ δεν φτάνω
Σε αντιπαθώ μα σε αγαπώ, αγάπη μου, λατρεία
Θα ήθελα να τα έτρωγες, μα και να ήταν κρύα
Μια γάτα έαν ήσουνα, θα ήμουνα ο σκύλος
και αν ήσουνα η Μύκονος, θα ήμουνα η Δήλος
Παιχνίδι άμα ήσουνα θα ήσουν μπι μπι μπο
μα εγώ θα σε κατέστρεφα σαν νέος τζι αι τζό
Μακάρι θεέ μου να'ξερα τι θέλω να προκάνω
δίπλα ενόμιζα ήμουνα κι όμως ποτέ δεν φτάνω
και αν ήμουνα εγώ το φως, εσύ θα ήσουν το σκότος
νομίζω αν σου άρεσαν και όλα τα ψαράκια
εγώ εάν τα έτρωγα θα έβγαζα σπυράκια
Μακάρι θεέ μου να'ξερα τι θέλω να προκάνω
δίπλα ενόμιζα ήμουνα κι όμως ποτέ δεν φτάνω
Σε αντιπαθώ μα σε αγαπώ, αγάπη μου, λατρεία
Θα ήθελα να τα έτρωγες, μα και να ήταν κρύα
Μια γάτα έαν ήσουνα, θα ήμουνα ο σκύλος
και αν ήσουνα η Μύκονος, θα ήμουνα η Δήλος
Παιχνίδι άμα ήσουνα θα ήσουν μπι μπι μπο
μα εγώ θα σε κατέστρεφα σαν νέος τζι αι τζό
Μακάρι θεέ μου να'ξερα τι θέλω να προκάνω
δίπλα ενόμιζα ήμουνα κι όμως ποτέ δεν φτάνω
Δέλτα Πι Ρο
Φίλοι μου απόψε θέλησα
να ανάψω μια στρακαστρούκα
γιατί πλέον βαρέθηκα
να με έχουνε στην μπούκα
Φίλοι μου απόψε δώστε μου
άφθονο το κουράγιο
γιατί το αποφάσισα
να δέσω στο μουράγιο
Φίλοι μου φίλοι μου καλοί
καθέναν σας τη μάνα
μπορεί να μην πληρώθηκε
παρόλα είναι πουτάνα
να ανάψω μια στρακαστρούκα
γιατί πλέον βαρέθηκα
να με έχουνε στην μπούκα
Φίλοι μου απόψε δώστε μου
άφθονο το κουράγιο
γιατί το αποφάσισα
να δέσω στο μουράγιο
Φίλοι μου φίλοι μου καλοί
καθέναν σας τη μάνα
μπορεί να μην πληρώθηκε
παρόλα είναι πουτάνα
Σαπίλα
Πάλι μονάχος κάθομαι
πάλι μετράω φύλλα
πάλι όλα τα βαρέθηκα
πάλι γλυκιά σαπίλα
Σταγονίδια στα γονίδια
που έσταξαν στην καρδιά μου
έβρεξαν την άμπωτη
και την γλυκιά βραδιά μου
Γι'αυτό σου λέω γάματα
τα ίδια και τα ίδια
αντί για πίτσα σήμερα
λέω να φάω μύδια
πάλι μετράω φύλλα
πάλι όλα τα βαρέθηκα
πάλι γλυκιά σαπίλα
Σταγονίδια στα γονίδια
που έσταξαν στην καρδιά μου
έβρεξαν την άμπωτη
και την γλυκιά βραδιά μου
Γι'αυτό σου λέω γάματα
τα ίδια και τα ίδια
αντί για πίτσα σήμερα
λέω να φάω μύδια
Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010
Άν ώ η σία
Κουμάσια κουμπούρες
καπότες καρότσες
κανάτες κουρέλια
κούλούρες κουράδια
βλέπω μαστούρης
μόνο τις μέρες
και άρρωστος άυπνος
είμαι τα βράδια.
Βατράχια βραχάκια
βρακάκια και βάρκες
βρίζουν μυρίζουν
καπνίζουν βρωμάνε
ο Πικάσο ο Λόρκα
κι ο φίλος ο μάρκεζ
κόψαν τη πόκα
αλλού πια θα πάνε.
Μόνος μονάχος
μονάχα με μένα
τείχος, μια πόρτα
καρέκλα, τραπέζι
δε θα μιλήσω
πια με κανένα
και δε θα μου πούνε
ποτέ πια τι παίζει.
καπότες καρότσες
κανάτες κουρέλια
κούλούρες κουράδια
βλέπω μαστούρης
μόνο τις μέρες
και άρρωστος άυπνος
είμαι τα βράδια.
Βατράχια βραχάκια
βρακάκια και βάρκες
βρίζουν μυρίζουν
καπνίζουν βρωμάνε
ο Πικάσο ο Λόρκα
κι ο φίλος ο μάρκεζ
κόψαν τη πόκα
αλλού πια θα πάνε.
Μόνος μονάχος
μονάχα με μένα
τείχος, μια πόρτα
καρέκλα, τραπέζι
δε θα μιλήσω
πια με κανένα
και δε θα μου πούνε
ποτέ πια τι παίζει.
Η εκδίκηση στο ώχ!
τιτλος:Ποτέ δεν έλεγα πολλά μα τώρα ενετρελάθειν
Που είναι ρε ο σεβασμός?! το ήθος που εχάθει?!!
Γώ που κρατάω τον ουρανό πάνω απ’ την κεφάλί σας
Για να αντέχουν οι σειρές και η σκατοφυλή σας?
Στο χιόνι ,στο καυτό πυρί, στο τσουχτερό χαλάζι!
Άθλια ίχνη! βρομερά! Στ’αρχίδια σας. Σας νοιάζει?
Ζωϋφια, βούλες, έντομα, μύκητες των ποδιών μου.
Για σας πονά η καρδούλα μου και να το ευχαριστώ μου.
Όσο εκνευρίζομαι πολύ αυξάνω τα κιλά μου!!
Σας λειώνω με το βάρος μου το μέγα νόημά μου!!
Καλά να πάθετε σκατά! Πουστράκια μαζεμένα!
Ποτέ δεν εχτιμήσατε πόσα έκανα για σένα.
Μυρμήγκι στοίχε, κόνιδα, άθλιε αποστάτη
Πότέ σου δεν εμπόρεσες να μου το πεις μ’ αγάπη..
Που είναι ρε ο σεβασμός?! το ήθος που εχάθει?!!
Γώ που κρατάω τον ουρανό πάνω απ’ την κεφάλί σας
Για να αντέχουν οι σειρές και η σκατοφυλή σας?
Στο χιόνι ,στο καυτό πυρί, στο τσουχτερό χαλάζι!
Άθλια ίχνη! βρομερά! Στ’αρχίδια σας. Σας νοιάζει?
Ζωϋφια, βούλες, έντομα, μύκητες των ποδιών μου.
Για σας πονά η καρδούλα μου και να το ευχαριστώ μου.
Όσο εκνευρίζομαι πολύ αυξάνω τα κιλά μου!!
Σας λειώνω με το βάρος μου το μέγα νόημά μου!!
Καλά να πάθετε σκατά! Πουστράκια μαζεμένα!
Ποτέ δεν εχτιμήσατε πόσα έκανα για σένα.
Μυρμήγκι στοίχε, κόνιδα, άθλιε αποστάτη
Πότέ σου δεν εμπόρεσες να μου το πεις μ’ αγάπη..
ώχ!
Πάρ’ τα τίτλε σε σκίσαμε
όλοι εμείς οι στίχοι!
Για χρόνια στο κεφάλι μας
μας πάταες με το νύχι
Πάντα ήσουν ο άρχοντας
η πιο μεγάλη λέξη.
Πότε σου δεν ερώτησες
«ο ώμος μας θα αντέξει?»
Γουρούνι! Μαύρε σαδιστή!
Σύννεφο τ’ ουρανού μας!
Ενέκρυψες το ήλιο μας
το φώς του ποιητού μας.
Και τώρα πώς στριμώχνεσαι
επάνω στη γωνίτσα
σαν μαζευτίκαμ’ όλοι μας
σε σπρώξαμε Λουλίτσα
και σκούζεις ώχ! σαν αδερφή.
Μαλακισμένη φράση!
Και ναι ρε πώς την είχες δει?
Εμείς δε θα ξεσπάσει?
Και να! που γύρισ’ ο καιρός
Σηκώθει η πυρά μας.
Βάλτο καλά στη γκλάβα σου.
Ήρθενε η σειρά μας
για ν’ απλωθεί
ο όγκος μας
τα’ άπειρο νόημά μας.
Κι αν κάποτε σ’ αγάπησα
Αυτό να το ξεχάσεις
Και μόνο σου σα κρεμαστό σκατό
Κει πάνω θα γεράσεις.
Έτσι δεν είναι παιδία?:
Ναι! Ζήτω! Πάρ‘τα! Γιούπι! Όλε!
Ουάου! Yeah! Φακ! Χουλελέ!
όλοι εμείς οι στίχοι!
Για χρόνια στο κεφάλι μας
μας πάταες με το νύχι
Πάντα ήσουν ο άρχοντας
η πιο μεγάλη λέξη.
Πότε σου δεν ερώτησες
«ο ώμος μας θα αντέξει?»
Γουρούνι! Μαύρε σαδιστή!
Σύννεφο τ’ ουρανού μας!
Ενέκρυψες το ήλιο μας
το φώς του ποιητού μας.
Και τώρα πώς στριμώχνεσαι
επάνω στη γωνίτσα
σαν μαζευτίκαμ’ όλοι μας
σε σπρώξαμε Λουλίτσα
και σκούζεις ώχ! σαν αδερφή.
Μαλακισμένη φράση!
Και ναι ρε πώς την είχες δει?
Εμείς δε θα ξεσπάσει?
Και να! που γύρισ’ ο καιρός
Σηκώθει η πυρά μας.
Βάλτο καλά στη γκλάβα σου.
Ήρθενε η σειρά μας
για ν’ απλωθεί
ο όγκος μας
τα’ άπειρο νόημά μας.
Κι αν κάποτε σ’ αγάπησα
Αυτό να το ξεχάσεις
Και μόνο σου σα κρεμαστό σκατό
Κει πάνω θα γεράσεις.
Έτσι δεν είναι παιδία?:
Ναι! Ζήτω! Πάρ‘τα! Γιούπι! Όλε!
Ουάου! Yeah! Φακ! Χουλελέ!
Έπος στον Γκιγέρμο Φερνάντες
Χερουβίμ με χλευάζουν ανάθεμα.
ψουνίζουμε κόλες για τον κόσμο που ράγισε.
Χαντζαπλάστ στο χαμό μας.
Με κούρασε Μαρία ο ερχομός σου.
Σε σκέφτηκα γυμνή ναι σε σκέφτηκα.
Και τώρα τι γουστάρεις
Χαρπούζια σπαγμένα στη μέση.
Πτύνω κουκούτσια στη θυμησή σου.
Ψάρια πολύχρωμα γεμίζουν τα μάτια σου
όπως ο κάθε σωστός υπάλληλος.
Δεν υπάρχει για σένα ανεμόμυλος Dankan
Κι εσώθηκεν όλο τ’ αλεύρι.
Κρίμα
Τι να κάνεις….
ψουνίζουμε κόλες για τον κόσμο που ράγισε.
Χαντζαπλάστ στο χαμό μας.
Με κούρασε Μαρία ο ερχομός σου.
Σε σκέφτηκα γυμνή ναι σε σκέφτηκα.
Και τώρα τι γουστάρεις
Χαρπούζια σπαγμένα στη μέση.
Πτύνω κουκούτσια στη θυμησή σου.
Ψάρια πολύχρωμα γεμίζουν τα μάτια σου
όπως ο κάθε σωστός υπάλληλος.
Δεν υπάρχει για σένα ανεμόμυλος Dankan
Κι εσώθηκεν όλο τ’ αλεύρι.
Κρίμα
Τι να κάνεις….
Τρίτη 9 Μαρτίου 2010
Παραγγελιά
Νά ήτανε ο κόσμος όλος
ένας ζουμερός, ωραίος κώλος
και ας έπεφταν τα ήθη
για να δούμε ωραία στήθη
ένας ζουμερός, ωραίος κώλος
και ας έπεφταν τα ήθη
για να δούμε ωραία στήθη
Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010
Καράκας
Πικρή βραδιά στο πικροχείμωνο
μικρή καρδιά και μπουγιαμπέσα
από την πόρτα αν θες να βγεις
δεν ξαναμπαίνεις μέσα
Γι'αυτό σου λέω άσε τα χαζά και πάμε στο Καράκας
και άσε να πάει να γαμηθεί κάθε λογής μαλάκας
μικρή καρδιά και μπουγιαμπέσα
από την πόρτα αν θες να βγεις
δεν ξαναμπαίνεις μέσα
Γι'αυτό σου λέω άσε τα χαζά και πάμε στο Καράκας
και άσε να πάει να γαμηθεί κάθε λογής μαλάκας
Παροιμία
Η έμπνευση αδέρφια μου είναι σαν το κόψιμο
"σαν έρθει θε να βγεί, σαν φύγει πια εχάθη
μα όταν θέλει να απλωθεί, πονάει σαν αγκάθι"
"σαν έρθει θε να βγεί, σαν φύγει πια εχάθη
μα όταν θέλει να απλωθεί, πονάει σαν αγκάθι"
Ιπποπόταμοι
Οι ιπποπόταμοι ζεστάθηκαν απ'το πολύ το κρύο
και ευθύς εδιοργάνωσαν το παρδαλό το τρίο.
Ο ένας που ξεκίνησε μπήκε απο κάτω
και άλλος από πάνω του, του είπε "Τώρα, φάτο!"
ο τρίτος ο μικρόσωμος που ήτανε και αλάνι
αμέσως ετοιμάστηκε, παρτούζες πια δεν χάνει!
Πηδιόνταν οι ιπποπόταμοι και ήρθε ένα βατράχι
αμέσως του σηκώθηκε και πήδηξε στην ράχη
του άλλου ιπποπόταμου που είχε λιποθυμίσει
ποιός είδε και δεν φοβήθηκε ετούτο το γαμήσι
αμέσως εμφανίστηκε και ένα καναρίνι
ποτέ του δεν σταμάτησε στο στόμα να τους χύνει.
Μπόρει να είναι πρόστυχο, μα όμως είναι αλήθεια
σε τόσα ζώα ανάμεσα δεν βρέθηκαν δυο στήθια!
και ευθύς εδιοργάνωσαν το παρδαλό το τρίο.
Ο ένας που ξεκίνησε μπήκε απο κάτω
και άλλος από πάνω του, του είπε "Τώρα, φάτο!"
ο τρίτος ο μικρόσωμος που ήτανε και αλάνι
αμέσως ετοιμάστηκε, παρτούζες πια δεν χάνει!
Πηδιόνταν οι ιπποπόταμοι και ήρθε ένα βατράχι
αμέσως του σηκώθηκε και πήδηξε στην ράχη
του άλλου ιπποπόταμου που είχε λιποθυμίσει
ποιός είδε και δεν φοβήθηκε ετούτο το γαμήσι
αμέσως εμφανίστηκε και ένα καναρίνι
ποτέ του δεν σταμάτησε στο στόμα να τους χύνει.
Μπόρει να είναι πρόστυχο, μα όμως είναι αλήθεια
σε τόσα ζώα ανάμεσα δεν βρέθηκαν δυο στήθια!
Παλίρροια
Τα αύριο για πάντα αργεί, το σήμερα εχάθει
ποτέ κανένας δεν ξεχνά, τα αιώνια του λάθη
μυρμηγκοφάγοι πρόσκοποι σηκώνουν τη σημαία
που ασήμαντοι την προσκυνούν, ας είναι και λαθραία
παλίρροια, παλίρροια κυδώνια και λεμόνια
ούτε η φωτιά πια δεν μπορεί
να λιώσει αυτά τα χιόνια!
Οι ιππότες περιμένουν πριγκίπισσες με στήθη
ακόμη πιο πελώρια απ'ότι λένε οι μύθοι
οι μόνες που επέζησαν, η Σάρα και η Μάρα
και οι δράκοι απεβίωσαν από την βαρεμάρα!
παλίρροια, παλίρροια λωτοί και αποκαΐδια
βαρέθηκα την άμπωτη,
τα ίδια και τα ίδια!
ποτέ κανένας δεν ξεχνά, τα αιώνια του λάθη
μυρμηγκοφάγοι πρόσκοποι σηκώνουν τη σημαία
που ασήμαντοι την προσκυνούν, ας είναι και λαθραία
παλίρροια, παλίρροια κυδώνια και λεμόνια
ούτε η φωτιά πια δεν μπορεί
να λιώσει αυτά τα χιόνια!
Οι ιππότες περιμένουν πριγκίπισσες με στήθη
ακόμη πιο πελώρια απ'ότι λένε οι μύθοι
οι μόνες που επέζησαν, η Σάρα και η Μάρα
και οι δράκοι απεβίωσαν από την βαρεμάρα!
παλίρροια, παλίρροια λωτοί και αποκαΐδια
βαρέθηκα την άμπωτη,
τα ίδια και τα ίδια!
ξυπνος
τινάχτηκα στον ύπνο μου
σηκώθηκα ιδρωμένος
γιατί ονειρευόμουνα
πως είμαι τυφλωμένος
σαν άνοιξα τα μάτια μου
είδα πυκνό σκοτάδι
δεν σκέφτηκα ο ανίδεος
πως είναι ακόμα βράδυ
με έπιασαν οι πανικοί
μ' έλουσε κρύος ιδρώτας
έφυγε από μέσα μου η ψυχή
στο μη άκουσμα μιας νότας
δεν βλέπω όπως κατάλαβα
μα και να μην ακούω?
ας δοκιμάσω να το πω
κινδύνου κώδων κρούω
εμίλησα κι εφώναξα
μ'όλη την δύναμη μου
σαν να με σφάζουν έκραξα
κι εκόπηκε η φωνή μου
δεν άκουγα,δεν έβλεπα
και τώρα ούτε μιλάω
τουλάχιστον αφού μπορώ
σ'ένα γιατρό να πάω
προσπάθησα να σηκωθώ
μα ούτε που κουνιέμαι
βρε μήπως είμαι φάντασμα
και μάταια τυραννιέμαι?
το μόνο που μου απέμεινε
στερνό να δοκιμάσω
είναι να αφεθώ σε όνειρο
κει που μπορώ να δράσω
με πήρε ο ύπνος άμεσα
με βρήκα ιδρωμένο
ούτε να δράσω δεν μπορώ
ούτε να περιμένω
γαμήθηκα είπα,τέλειωσε
την κάτσαμε την βάρκα
δεν ένιωθα μήτε τα οστά
και μήτε και την σάρκα
στ'αλήθεια επιτέλους ξύπνησα
χάρηκα, Μα τον Δία
πόσο σε αποθύμησα
γλυκέ ζουρλομανδύα
Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010
Το δροσερό κουμκουάτ
Το δροσερό κουμκουάτ
πήρε το δρόμο για τη μπουάτ
γούσταρε να κάθεται ραχάτ
δεν γούσταρε πολύπλοκα αλλά γούσταρε τα φλάτ
πότε πότε χόρευε λαμπάμπα
με μια κοιλιά σαν του αλι μπάμπα
κι ας μη την έβγαζε πάντα τζάμπα
κι ας κατάπιε και μια λάμπα
έτσι πέθανε μια μέρα
έπαθε χοντρή ξενέρα
γιατί έπαθε χολέρα
και τον θάψαν σε μια ξέρα
πήρε το δρόμο για τη μπουάτ
γούσταρε να κάθεται ραχάτ
δεν γούσταρε πολύπλοκα αλλά γούσταρε τα φλάτ
πότε πότε χόρευε λαμπάμπα
με μια κοιλιά σαν του αλι μπάμπα
κι ας μη την έβγαζε πάντα τζάμπα
κι ας κατάπιε και μια λάμπα
έτσι πέθανε μια μέρα
έπαθε χοντρή ξενέρα
γιατί έπαθε χολέρα
και τον θάψαν σε μια ξέρα
Προς des allpes
Η οργή που μέσα σου δε λέει να ηρεμέψει
με ένα δυο ποιήματα θα βγει να ταξιδέψει
και αν δεσ'αρέσει τίποτε γέμισε μια βαλίτσα
πάνε ταξίδι μακρινό και ας τη θεία Λίτσα
με ένα δυο ποιήματα θα βγει να ταξιδέψει
και αν δεσ'αρέσει τίποτε γέμισε μια βαλίτσα
πάνε ταξίδι μακρινό και ας τη θεία Λίτσα
Άκουσον Άκουσον
Η κοινωνία στέρεψε
μαράθηκαν τα πάντα
ξεζούμισες τα νιάτα σου
τα γηρατιά σου καύτα
Κουραστηκες να σκέφτεσαι
κουράστηκες να υπάρχεις
όλα πια τελιώσανε
κάπου στο δρόμο εχάθης
μαράθηκαν τα πάντα
ξεζούμισες τα νιάτα σου
τα γηρατιά σου καύτα
Κουραστηκες να σκέφτεσαι
κουράστηκες να υπάρχεις
όλα πια τελιώσανε
κάπου στο δρόμο εχάθης
όταν
πράσινοι τσεχοσλοβάκοι ενκέρατοι
χαρίζουνε μέρες στις μικρές αντιγώνες.
Κουράδια και πετούμενα πράσα.
Απόσταση, ίλιγγος ανάμεσα στο ή
και στο ά.
χάνουμαι.. χάνουμαι...
ακούστε!
ακούστε το γρονθοκόπημα του Ήλιου
στα γυαλιστερά παράθυρα! στα χτήματα! στα δέντρα!
πονούνε τα ανώτερα στάχυα μας, τα τριζόνια, οι γέφυρες..
πονούνε...
χαρίζουνε μέρες στις μικρές αντιγώνες.
Κουράδια και πετούμενα πράσα.
Απόσταση, ίλιγγος ανάμεσα στο ή
και στο ά.
χάνουμαι.. χάνουμαι...
ακούστε!
ακούστε το γρονθοκόπημα του Ήλιου
στα γυαλιστερά παράθυρα! στα χτήματα! στα δέντρα!
πονούνε τα ανώτερα στάχυα μας, τα τριζόνια, οι γέφυρες..
πονούνε...
ο πόλεμος
πρίν να σωπάσουν
οι λεπτές ιαχές της άλλης άκρης.
επρόλαβε και μ'έλουσε ο Μάρτης.
και κροταλίζανε στην άβυσσο κορίτσα.
πόσο μου λείπει ο τραχανάς
κι η θεία Λίτσα..
Χώρις να χάσουμε καθόλου άλλο χρόνο
ακούσαμε τις εντολές απο τον Κρόνο.
και σφάζονται στην άβυσσο κορίτσα.
πόσο μου λείπει ο τραχανάς
κι η θεία Λίτσα..
Χαράμησα την πιο καλή μου νιώτη
να σκέφτουμαι αυτή την ανθρωπότη
δεν έχω να πληρώσω πια τα νοιchα.
πόσο μου λείπει ο τραχανάς
κι η θεία Λίτσα..
ΕΣΑΛΕΨΑ! Ω ΝΑΙ! ΠΗΡΑ ΤΗ ΒΙΤΣΑ!
ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΡΑΤΑ ΚΟΡΙΤΣΑ!
ΣΤΟΥΣ ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΜΟΥ ΠΕΤΑΞΑ ΤΗΝ ΠΙΤΣΑ!
ΠΟΟΟΣΟ ΜΕ ΠΝΙΙΙΓΕΙ Ο ΤΡΑΧΑΝΑΑΑΣ
ΚΙ Η ΘΕΙΑ ΛΙΤΣΑΑΑΑΑΑΑ!!!
αντε μη γαμ..
οι λεπτές ιαχές της άλλης άκρης.
επρόλαβε και μ'έλουσε ο Μάρτης.
και κροταλίζανε στην άβυσσο κορίτσα.
πόσο μου λείπει ο τραχανάς
κι η θεία Λίτσα..
Χώρις να χάσουμε καθόλου άλλο χρόνο
ακούσαμε τις εντολές απο τον Κρόνο.
και σφάζονται στην άβυσσο κορίτσα.
πόσο μου λείπει ο τραχανάς
κι η θεία Λίτσα..
Χαράμησα την πιο καλή μου νιώτη
να σκέφτουμαι αυτή την ανθρωπότη
δεν έχω να πληρώσω πια τα νοιchα.
πόσο μου λείπει ο τραχανάς
κι η θεία Λίτσα..
ΕΣΑΛΕΨΑ! Ω ΝΑΙ! ΠΗΡΑ ΤΗ ΒΙΤΣΑ!
ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΚΕΡΑΤΑ ΚΟΡΙΤΣΑ!
ΣΤΟΥΣ ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΜΟΥ ΠΕΤΑΞΑ ΤΗΝ ΠΙΤΣΑ!
ΠΟΟΟΣΟ ΜΕ ΠΝΙΙΙΓΕΙ Ο ΤΡΑΧΑΝΑΑΑΣ
ΚΙ Η ΘΕΙΑ ΛΙΤΣΑΑΑΑΑΑΑ!!!
αντε μη γαμ..
#$^#&!
αν θυμηθείς πως ξέχασες
ξέχνα το και ξεχάσου
την μνήμη σου αν έχασες
την λήθη σου μοιράσου
αν ξέχασες να θυμηθείς
θυμήσου πώς ξεχνάνε
στις θύμησες να αποκριθείς
που αν θύμωσες ρωτάνε
αν θυμηθείς να θυμηθείς
καλύτερα μην νιώσεις
ότι θυμάσαι δεν μπορείς
#$^#&! να αναβιώσεις
αν να ξεχάσεις ξέχασες
και πάντα το θυμάσαι
τον χρόνο σου που έχασες
τζογάρισε και χάσε
αν τίποτα δεν ξέχασες
οι ρέγγες θα σε κλαίνε
αν τίποτα δεν ξέχασες
οι άλλοι τί σου φταίνε;
αν τίποτα δεν θυμηθείς
μακάριος που θα'σαι
την μνήμη αν δεν λυπηθείς
την λήθη αν δεν φοβάσαι
Ο ανεμόμυλος
Το τέλος είναι πια κοντά
το πάντα τρώει μια γαρυφαλιά
χωρίς το σκόρδο
τι είναι η σκορδαλιά;
Γι'αυτό σου λέω σήμερα
ότι δεν σου είπα χτες
έτσι θα ξέρεις αύριο
ποιός ήμουνα προχτές
Περνάει ένα τρένο με λιπόθυμα παράθυρα
που μουρμουρίζουν ένα τρελό σκοπό
άσκοπο, σκωπτικο και πάντα στις καρδιές μας
εσύ μια μέρα έφυγες μα εγώ είμαι πάντα εδώ!
Πουλιά που τιτιβίζουνε
ποτάμια που κυλάνε
χορτάρια που ανθίζουνε
και δέντρα που μαδάνε
ωσπου ο ανεμόμυλος που έχω στα σωθικά μου
αρχίσει και γυρνά, χριστέ και παναγιά μου!
το πάντα τρώει μια γαρυφαλιά
χωρίς το σκόρδο
τι είναι η σκορδαλιά;
Γι'αυτό σου λέω σήμερα
ότι δεν σου είπα χτες
έτσι θα ξέρεις αύριο
ποιός ήμουνα προχτές
Περνάει ένα τρένο με λιπόθυμα παράθυρα
που μουρμουρίζουν ένα τρελό σκοπό
άσκοπο, σκωπτικο και πάντα στις καρδιές μας
εσύ μια μέρα έφυγες μα εγώ είμαι πάντα εδώ!
Πουλιά που τιτιβίζουνε
ποτάμια που κυλάνε
χορτάρια που ανθίζουνε
και δέντρα που μαδάνε
ωσπου ο ανεμόμυλος που έχω στα σωθικά μου
αρχίσει και γυρνά, χριστέ και παναγιά μου!
Γκρολσ
Μπύρα γκρολσ και μιά λεπίδα
μάυρα σκοτάδια και καπνοί
μεταθανάτια ελπίδα
μιας κατάληξης η αρχή.
Σκόρπιοι σκορπιοί
η δασκάλα στη σκάλα
μια ξεφούσκωτη μπάλλα
μιας παρθένας παιδί.
Μονάχος μαζί σου
κανένας μακριά
με όλους 'καλός'
μιας κοιλιάς οφαλός.
Μυρμήγκια μυγάκια
μύτες κι αυτιά
όλα εδωπέρα
και συ πουθενά
μάυρα σκοτάδια και καπνοί
μεταθανάτια ελπίδα
μιας κατάληξης η αρχή.
Σκόρπιοι σκορπιοί
η δασκάλα στη σκάλα
μια ξεφούσκωτη μπάλλα
μιας παρθένας παιδί.
Μονάχος μαζί σου
κανένας μακριά
με όλους 'καλός'
μιας κοιλιάς οφαλός.
Μυρμήγκια μυγάκια
μύτες κι αυτιά
όλα εδωπέρα
και συ πουθενά
Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010
Κοιμήσου ρε καήλα
Σηκώθηκα χαράματα γιατίδα εφιάλτη
ήμουνα λέει κάπου έξω απτο ραχάτι
ερχόντουν κάτα πάνω μου τεράτα και αγγέλοι
με τρόμαξαν με τάραξαν με έκαναν κουρέλι
Ήμουν ολομόναχος τραβάω για καμάρα
έτρεχα σα πάλαβος, είχα μια λαχτάρα!
κατάφερα και κρύφτηκα πίσω απ'ένα θάμνο
μα ήρθε ένα 'δέσποτο και έχεσε απόπανω!
Αφού συνήλθα
ήπια λίγο νερό
κατούρησα στο μπαλκόνι
έριξα μια ματιά στη πλατεία
και ξανακοιμήθηκα
ήμουνα λέει κάπου έξω απτο ραχάτι
ερχόντουν κάτα πάνω μου τεράτα και αγγέλοι
με τρόμαξαν με τάραξαν με έκαναν κουρέλι
Ήμουν ολομόναχος τραβάω για καμάρα
έτρεχα σα πάλαβος, είχα μια λαχτάρα!
κατάφερα και κρύφτηκα πίσω απ'ένα θάμνο
μα ήρθε ένα 'δέσποτο και έχεσε απόπανω!
Αφού συνήλθα
ήπια λίγο νερό
κατούρησα στο μπαλκόνι
έριξα μια ματιά στη πλατεία
και ξανακοιμήθηκα
Το ουί τραγουδει μεσα στην σιωπη..
Στο να χερι το ναντσακ κρατω, και στ'αλλο το ουιριμοτ
Μου χει παρει τη ψυχη και το μυαλο
Δεν ειμαι ο εαυτος μου πλεον γαμοτ
Του μιλω, το κοιτω και το χαιδολογω, μονακριβο μου σ'αγαπω και δεν με νοιαζει!!
Φιλος με το mario εχω γινει και ο Κωστακης στο καρτ πιπες μας μοιραζει
Ο Κωστης τοξοτης με μοναδικο ρεκορ
Αλλα εγω στο μποξ τον κανω τριμμενο ροκφορ
Ουι Ουι και τρισαλι
Σπασε επιτελους το μαυρο πηχτο αυτο γυαλι...
Μου χει παρει τη ψυχη και το μυαλο
Δεν ειμαι ο εαυτος μου πλεον γαμοτ
Του μιλω, το κοιτω και το χαιδολογω, μονακριβο μου σ'αγαπω και δεν με νοιαζει!!
Φιλος με το mario εχω γινει και ο Κωστακης στο καρτ πιπες μας μοιραζει
Ο Κωστης τοξοτης με μοναδικο ρεκορ
Αλλα εγω στο μποξ τον κανω τριμμενο ροκφορ
Ουι Ουι και τρισαλι
Σπασε επιτελους το μαυρο πηχτο αυτο γυαλι...
Τρίτη 2 Μαρτίου 2010
Τρεμπελόσκυλο και μόνο
Μυριάδες οι ανήξεροι
μυριάδες οι χλεχλέδες
χιλιάδες κουτοπόνηροι
χαζοί και κουραμπιέδες
Κανέναν δεν επείραζες
μονάχα τη δουλειά σου
όλα σου τα πρόσφερες
και είχες την υγειά σου
Ζηλέψανε οι επιτήδιοι
της πρώτης παραγράφου
αρχίσαν να σε βρίζουνε
σου λέγαν σκάσε κι άκου
Σιγά σιγά τους μίσησες
δεν ήτανε για σένα
σκύλος να'σαι σ'αυτούς
δεν κάνει σε κανένα
Γι'αυτό και συ διέφυγες
για να'σαι ό,τι θέλεις
και πλέον αποφάσισες
πως θα γενείς τρεμπέλης
μυριάδες οι χλεχλέδες
χιλιάδες κουτοπόνηροι
χαζοί και κουραμπιέδες
Κανέναν δεν επείραζες
μονάχα τη δουλειά σου
όλα σου τα πρόσφερες
και είχες την υγειά σου
Ζηλέψανε οι επιτήδιοι
της πρώτης παραγράφου
αρχίσαν να σε βρίζουνε
σου λέγαν σκάσε κι άκου
Σιγά σιγά τους μίσησες
δεν ήτανε για σένα
σκύλος να'σαι σ'αυτούς
δεν κάνει σε κανένα
Γι'αυτό και συ διέφυγες
για να'σαι ό,τι θέλεις
και πλέον αποφάσισες
πως θα γενείς τρεμπέλης
Το αηδόνι
Δυο δράμια κότες
και ενα υπέρογκο μπαλόνι
αρκούν για να σε κάνουν
μονάχο σαν αμόνι
μια κούπα με κρασί
και κούραση περίσια
αρκουν για να σε κάνουν
να κοιμάσαι μες τα τσίσα
τρεις πρέζες από αλάτι
και ενα κοντοκουρεμένο άτι
αρκούν για να σε κάνουν
ευτυχή κι όλο ραχάτι
τρεις οι συμβουλές
τρεις και οι ώρες οι καλές
αρκούν για να σε κάνουν
τρεις και ο κούκος...
και ενα υπέρογκο μπαλόνι
αρκούν για να σε κάνουν
μονάχο σαν αμόνι
μια κούπα με κρασί
και κούραση περίσια
αρκουν για να σε κάνουν
να κοιμάσαι μες τα τσίσα
τρεις πρέζες από αλάτι
και ενα κοντοκουρεμένο άτι
αρκούν για να σε κάνουν
ευτυχή κι όλο ραχάτι
τρεις οι συμβουλές
τρεις και οι ώρες οι καλές
αρκούν για να σε κάνουν
τρεις και ο κούκος...
Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010
..Βραδύ το βράδυ για τους βάρδους..
Γυαλίσαμε τις γυάλες μας με το γυαλιστερό γυαλί,
ενώ εσύ πετούσες γι'άλλους γιαλούς γι'αλήτες..
Κι αν δεν εφάνει η Φανή,
που στα φανάρια φανερώνουν οι φανοί,
τραπέζι που στην πέτρα παίζει,
και τράπουλα που ότι μετρά πουλα..
Βαλτοί ξεροί βάλτοι..
Ξέρει ξερή και αγωνία,
μα αγωνιά σε μια άγονη γωνία..
..για τις γοργές γοργόνες..
ενώ εσύ πετούσες γι'άλλους γιαλούς γι'αλήτες..
Κι αν δεν εφάνει η Φανή,
που στα φανάρια φανερώνουν οι φανοί,
τραπέζι που στην πέτρα παίζει,
και τράπουλα που ότι μετρά πουλα..
Βαλτοί ξεροί βάλτοι..
Ξέρει ξερή και αγωνία,
μα αγωνιά σε μια άγονη γωνία..
..για τις γοργές γοργόνες..
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)