Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

The Man - Επεισόδιο 6 - Το τέλος

Όπως μπορείτε να φανταστείτε τα πράγματα δεν ήταν πλέον τα ίδια. Για την ακρίβεια, πλέον η ιστορία ξετυλίχτηκε πολύ γρήγορα. Αλλά πριν προχωρήσω σε λεπτομέρειες της οικτρής μου ιστορίας, αφήστε με να σας διηγηθώ την τελευταία πώληση ηρωίνης που έκανα.

Κατευθύνθηκα στο Brooklyn για να συναντήσω τον Alex, ο οποίος μου τηλεφωνούσε συνεχώς και απλά ήθελα να το βουλώσει. Σταμάτησα να χρησιμοποιώ βαποράκια, έχοντας παρανοήσει και πιστεύοντας πως θα οδηγούσαν την αστυνομία πίσω σε εμένα. Έτσι πήγα στο Brooklyn μόνος μου, κοιτάζωντας συνεχώς δεξιά αριστερά σαν τύπος σε ταινία με κατασκόπους.

Ο Alex είχε μπει για αποτοξίνωση για λίγο καιρό, αλλά μιας και χτυπούσε το τηλέφωνο κατάλαβα ότι είχε ξανακυλήσει. Έφτασα αργά, πιθανώς δείχνοντας ατημέλητος και αποπροσανατολισμένος. Εάν δεις νεκρούς ανθρώπου γύρω σου, το "παιχνίδι" αρχίζει και χάνει την αίγλη του. Το σπίτι του Alex ήταν μία βρωμερή σκατότρυπα, χωρίς έπιπλα, μόνο με τα αναγκαία ώστε να είναι βιώσιμο. Μου άνοιξε την πόρτα και με έβαλε να κάτσω σε μερικά καφάσια που ήταν σκεπασμένα με κουβέρτες.

Ήταν εκεί με μία κοπέλα. Ο Alex έδειχνε χάλια. Ήταν 1,90, 70 κιλα και πλέον είχε το θολό βλέμμα και τα νευρικά τικ ενός εθισμένου. Ίδρωνε συνεχώς παρόλο που δεν είχε ζέστη. Σκέφτηκα ότι απλά τον είχαν σε πρόγραμμα μεθαδόνης, έτσι τα συμπτώματα του ήταν πολύ ήρεμα. Τίποτα δεν συγκρίνεται με τον εθισμό στην ηρωίνη και ο Alex το ήξερε αυτό. Το κορίτσι που ήταν μαζί του ήταν πολύ όμορφο. Μακριά μαύρα μαλλιά, χαριτωμένο πρόσωπο που έμοιαζε για ιταλικό και σκούρα καστανά μάτια. Αποκλείεται να ήταν μεγαλύτερη από 18 χρονών. Της έριξα μια βιαστική ματιά και κατάλαβα πως δεν έκανε χρήση. Ήταν πολύ ζωντανή. Ένα μέρος του εαυτού μου ανακατεύτηκε από τον οίκτο όπως όταν πούλησα στην Amanda. Δεν ήθελα να ξεκινήσει να παίρνει πρέζες.

“Πως σε λένε;” ρώτησα την κοπέλα

“Isabelle,” μου είπε, δίνωντας μου το χέρι της. Θυμάμαι η φωνή της ήταν μπάσα και πολύ αισθησιακή. Αναρωτιόμουν την δουλειά είχε με τον Alex.

“Είσαι νέα,” της είπα

“Γνωριστήκαμε στην αποτοξίνωση,” μου εξήγησε ο Alex, ξύνοντας τον λαιμό του. “Οι γονείς της την έβαλαν εκεί για χόρτο φίλε. Μπορείς να το πιστέψεις;” Η Isabelle δεν είπε τίποτα.

“Δεν καθάρισες μόλις;” τον ρώτησα. “Γιατί το ξανακάνεις αυτό;”

“Τι σε νοιάζει;” είπε η Isabelle. “Εσύ βγάζεις λεφτά.”

Ο Alex απλά γέλασε, αργά και λυπημένα. Ξέρω γιατί το κάνει. Γιατί όλο του το σώμα ποθεί τα οπιούχα, γιατί ο Alex είναι αδύναμος και αυροκαταστροφικός. Δε με νοιάζει. Αλλά η Isabelle δεν είναι χρήστης και για κάποιο λόγο είμαι χαρούμενος για αυτό.

“Πόσο θες;” ρώτησα. “Μπορώ να σου δώσω 20 σακουλάκια για 200 δολάρια.”
Πήρε τα σακουλάκια και ο Alex μου έδωσε τα λεφτά.

“Πως είσαι;” Με ρώτησε ο Alex καθώς σηκωνόμουν να φύγω. “Δεν είσαι μπλεγμένος σε μπελάδες;”

“Ναι,” είπα. Ήμουν έτοιμος να βγω από την πόρτα όταν πρόσεξα ότι ο Alex είχε δέσει το χέρι της Isabelle με μία ζώνη και ήταν έτοιμος να της βαρέσει μια ένεση. Σταμάτησα με το χέρι μου τη πόρτα και γύρισα πίσω.

“Τι σκατά κάνεις;” ρώτησα. Ο Alex με κοίταξε με ένα βλακώδες βλέμμα.

“Τι εννοείς;”

“Νόμιζα ότι δεν ήταν πρεζάκι εκείνη.”

Ο Alex με απάθεια. “Είναι περίεργη.” Άρχισε να γεμίζει τη σύριγγα καθώς η Isabelle κοιτούσε με βλέμμα που έδειχνε ότι βαριόταν

“Με κοροϊδεύεις;” είπα. “Μόλις βγήκες από την αποτοξίνωση και θες να βάλεις και αυτή τη κοπέλα σε αυτά τα σκατά; Έχει τελειώσει το σχολείο;”

Δεν ξέρω από που προέκυψε αυτή μου η αντίδραση. Αυτό που ξέρω είναι ότι είμαι πολύ τσαντισμένος αυτή τη στιγμή και ο Alex με νευριάζει ακόμη περισσότερο.

Ο Alex απλά γέλασε. “Ηρέμησε φίλε, όλα είναι χαλαρά.”

“Ναι,” είπε η Isabelle. “Δεν είναι δική σου δουλειά.”

“Δεν είναι δική μου δουλειά; Δεν είναι δική μου γαμημένη δουλειά;”

Κατευθύνθηκα κατά πάνω τους και ο Alex σηκώθηκε όρθιος, ξαφνικά ήταν φοβισμένος. Αλλά ήταν ψηλόλιγνος και αδύναμος και τον έσπρωξα στο πλάι. Πέταξε την βελόνα και εκείνη έπεσε ήσυχα στο ξύλινο πάτωμα.

Ξαφνικά σταμάτησα, νιώθοντας ανώδελος και άδειος.

“Κάνε ό,τι σκατά θέλεις. Μην μου τηλεφωνήσεις ξανά ποτέ.” Κλώτσησα την σύριγγα προς τον τοίχο και έφυγα από το σπίτι.


Μετά τις δολοφονίες στο Queens, ήξερα ότι έπρεπε να φύγω εκτός πόλης. Το να πουλάω ναρκωτικά και να βγάζω λεφτά ήταν μια χαρά, μπορούσα να ζήσω με αυτό. Αλλά στα όνειρά μου ξαναζούσα την σκηνή, τα μυαλά του Scrazzle Dazzle να πετάγονται στον τοίχο δίπλα μου, τα ουρλιαχτά της κοπέλας που ήταν εκεί. Όλα τα λεφτά του κόσμου δεν άξιζαν αυτούς τους εφιάλτες. Ακόμη είχα τα ναρκωτικά του Ferdinand και λεφτά στο διαμμέρισμα και ήξερα πως έπρεπε να βρω έναν τρόπο να φύγω, να τα παρατήσω, να αφήσω την Νέα Υόρκη και να βγάλω τον εαυτό μου από αυτή τη σκατοκατάσταση. Έπρεπε να ξεχάσω την εκπαίδευσή μου. Εάν δεν έκανα κάτι σύντομα μάλλον δε θα έφτανα ποτέ τα 20α μου γενέθλια.

ΔΙάβαζα τις εφημερίδες κάθε μέρα και έβλεπα τα πρωτοσέλιδα: Βία συμμοριών στον τριπλό φόνο στο Queens. Οι μπάτσοι συνέλαβαν τον μαλάκα που ο Paul άφησε το όπλο, αλλά ήξερα ότι οι κατηγορίες δεν θα ευσταθούσαν. Οι μπάτσοι ήταν ηλίθιοι αλλά όχι τόσο. Ήταν θέμα χρόνου να συνδέσουν το όπλο με τον Paul, και τελικά να συλλάβουν και εμένα. Άρχισα να σκέφτομαι τι θα λέγαν οι γονείς μου εάν έμπαινα στην φυλακή ισόβια για φόνο. Άρχισα να καταρρέω.

Δεν έτρωγα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Δεν εμπιστευόμουν κανέναν. Η Elise ήρθε σπίτι μου για να μαγειρέψει και με ρώτησε τι έχω. Της είπα ότι ίσως ήμουν κρυωμένοςI. Συνειδητοποίησα ότι κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα μου ήταν ένα ψέμα. Δεν είχα κανέναν να στραφώ.

Είχα μαζέψει περίπου 60 χιλιάδες δολάρια. Δεν μπορούσα να τα καταθέσω πουθενά. Σκέφτηκα να αγοράσω ένα αεροπορικό εισιτήριο και να πάω σε μία ξένη χώρα, αλλα το να τριγυρνάω στο αεροδρόμιο αγοράζοντας υπερατλαντικά εισιτήρια με ένα μάτσο λεφτά σίγουρα θα κινούσε υποψίες. Όταν η Elise δεν ήταν στο σπίτι πήρα το όπλα και το κοιτούσα λίγη ώρα πριν αποφασίσω να πάω μια βόλτα και να το πετάξω στο ποτάμι. Ποιον κορόιδευα; Δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω.

Ο Paul μου τηλεφώνησε, μου έλεγε ότι κρατούσε χαμηλό προφίλ και ότι πιθανώς να μην επικοινωνούσαμε για λίγο καιρό. Συμφώνησα χωρίς δισταγμό. Εάν δεν τον ξαναάκουγα ποτέ θα ήμουν χαρούμενος. Ήμουν κλεισμένος στο διαμμέρισμά μου για λίγες μέρες ώσπου επικοινώνησε μαζί μου ο Ferdinand. HΉθελε να βρεθούμε στο Washington Square Park για να συζητήσουμε. Με διαβεβαίωσε ότι θα τα κανόνιζε όλα. Δεν ήμουν τόσο σίγουρος. Τον ρώτησα εάν θα ήταν εκεί και ο Paul και μου είπε όχι. Διαστακτικά συμφώνησα να βρεθούμε.

Ήταν ένα γκρίζο μίζερο απόγευμα, υγρό και βροχερό, ήταν από εκείνες τις ημέρες που η φύση ήξερε ακριβώς πως νιώθεις. Ο Ferdinand καθόταν σε ένα παγκάκι, έτρωγε ένα φαλάφελ και πετούσε κομματάκια στα περιστέρια. Κάθισα δίπλα του.

“Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω,” είπε ο Ferdinand. “Συγνώμη που τα πράγματα εξελίχθηκαν τόσο χάλια τις προάλλες. Αλλά οι μπάτσοι συνέλαβαν αυτόν τον τύπο που παγίδεψε ο Paul. Δεν έχουν τίποτα εναντίον μας.”

“Θα καταλάβουν ότι κάτι τρέχει,” είπα. “Ο τύπος δεν πυρονόλησε με το όπλο. Και ένας από τους φίλους σου πυροβόλησε με διαφορετικό όπλο. Δεν θα τους κοροιδέψουμε.”

Ο Ferdinand κοίταξε ευθία για αρκετή ώρα. “Οι μπάτσοι απλά θέλουν να συλλάβουν κάποιον για τα μάτια του κόσμου”. “Δεν τους νοιάζει εάν έχουν τον σωστό τύπο αρκεί να μην έχουν τα ΜΜΕ στην πλάτη τους.”

“Στα αλήθεια πιστεύεις ότι δεν θα ασχοληθούνε με ένα τριπλό φονικό;” ρώτησα, η φωνή μου υψώθηκε λιγάκι. “Γιατί δεν νομίζω ότι θα το ξεπεράσουν έτσι απλά!”

“Θα ανησυχήσω αν και όταν έρθει η ώρα,” είπε ο Ferdinand. “Αλλά δε χρειάζεται να ανησυχείς. Έχω καλυμμένα τα νώτα σου. Έχω ένα καινούριο μεγάλο ντηλ και θέλω να το αναλάβεις προσωπικά. Κάποιοι τύποι στο Brooklyn θέλουν να κάνουν μια μεταφορά. Πέντα κιλά. 500 χιλιάδες δολάρια. Τα 50 είναι δικά σου.”

Κοίταξα τον ψυχρό συννεφιασμένο ουρανό. 50 χιλιάδες ήταν πολλά λεφτά. Δεν ήθελα να βοηθήσω τον Ferdinand άλλο πια, αλλά δεν ήξερα τι θα έκανε εάν του έλεγα όχι.

“Έχεις έτοιμοι την συναλλαγή;” ρώτησα. “Γιατί με χρειάζεσαι εμένα;”

“Δέξου το σαν συγνώμη για τις αποτρόπαιες σκηνές που εξελίχτηκαν στο Queens. Θέλω αυτή η συναλλαγή να γίνει μόνο μεταξύ εμένα και εσένα. Κανείς άλλος δε ξέρει. Ένα ωραίο μπόνους για τους εαυτούς μας.”

“Ο Paul δεν ξέρει;” ρώτησα.

“Κανένας δεν ξέρει,” είπε ο Ferdinand. “Ήταν λάθος μου να ανακατέψω τον Paul στις δουλειές μας. Δε θέλω να μας βάλει ξανά σε μπελάδες.”

ΤΟ σκέφτηκα λίγο. Είπα ναι. Ο Ferdinand μου είπε να τον συναντήσω σε μια διεύθυνση στο Delancey Street το επόμενο βράδυ.

Αργότερα την ίδια μέρα με πήρε τηλέφωνο ο Van the Man. Δεν είε νέα μου και είχε αρχίσει να ανησυχεί. Αιστθάνομαι ένα περίεργο συναίσθημα συμπόνιας και του είπα να έρθει εάν θέλει από το σπίτι μου να τα πούμε από κοντά. Καταλαβαίνω πως έχει μείνει στο περιθώριο από τον Paul και τον Ferdinand και ασιθάνομαι λίγο άσχημα για εκείνον. Όλον αυτό τον καιρό έβγαζα χρήματα, όσο εκείνος φτιαχνόταν και έσκαβε όλο και πιο βαθιά τον λάκκο του.

Ο Van the Man ήρθε από το σπίτι μου και για πρώτη φορά ήμουν χαρούμενος που έβλεπα τις μακριές τζίβες του και το βλακώδες βλέμμα του. Συνηδειτοποιώ ότι είναι ο μόνος που τον θεωρώ φιλό μου. Τον ρώτησα εάν ήθελε καθόλου ηρωίνη και σοκαρίστηκα όταν μου είπε πως δε θέλει. Μπήκε ε πρόγραμμα μεθαδόνης και προσπαθεί να απεξαρτιτοποιηθεί. Καθήσαμε και μιλήσαμε για λίγη ώρα. Αναρωτιέμαι για πόσο καιρό θα καταφέρει να μείνει μακριά από την πρέζα. Είναι προφανές ότι δε ξέρει σχετικά με τα γεγονότα στο Queens. Μιλάει γρήγορα και είναι πολύ χαρούμενος και αναρωτιέμαι μήπως είναι λίγο μεθυσμένος. Ανοιγοκλείνει το στόμα του τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνω να επεξεργαστώ τι λέει.

“Πως πάνε οι δουλειές;” με ρώτησε.

“Καλά όπως πάντα φαντάζομαι,” είπα.

“Άκουσα ότι έχει ένα μεγάλο ντηλ αύριο;”

“Που το άκουσες αυτό;” είπα χωρίς να δώσω πολύ σημασία.

“Άκουσα τον Paul που μιλούσε στο τηλέφωνο. Ακούστηκε σαν πολύ καλή συναλλαγή.”

“Ε, ξέρεις είναι πιθανώς...”

Σταμάτησα στη μέση της πρότασής μου.

“Τι τρέχει;” ρώτησε ο Van the Man.

Θυμήθηκα την κουβέντα μας νωρίτερα την ίδια μέρα με τον Ferdinand. Είδα τις λέξεις να σχηματίζονται με το στόμα του. Μου είπε ότι δεν θέλει τον Paul στις δουλειές μας πια. Είπε ότι μόνο εγώ και εκείνος ξέραμε για το ντηλ.

Αλλά ο Paul ξέρει για το ντηλ. Πράγμα που σημαίνει ότι ο Ferdinand μου έλεγε ψέμματα. Πράγμα που σημαίνει ότι κάτι πάει λάθος. Βασικά, κάτι πάει πολύ λάθος σε αυτή την ιστορία.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν η Elise. Θέλει να μάθει εάν μπορεί να περάσει από το σπίτι μου. Της είπα όχι. Θα βρω κάποια δικαιολογία. Γύρισα προς τον Van the Man και εκείνος κατάλαβε από το βλέμμα μου ότι κάτι πάει στραβά.

“Πρέπει να κρυφτείς,” του είπα. “Μη μιλήσεις στον Ferdinand. Ειδικά μη μιλήσεις στον Paul. Φύγε από την πόλη εάν μπορείς και ξεφορτώσου τυχόν ναρκωτικά που ακόμη έχεις.”

“Τι τρέχει;” ρώτησε ο Van the Man, δίχως να έχει καταλάβει.

“Πρέπει να φύγεις,” του είπα. “Πρέπει να με εμπιστευτείς φίλε. Δεν θέλω να πάθεις εσύ τίποτα.”

Να'τη πάλι αυτή η αστεία λέξη, εμπιστοσύνη. Όλα πάντα καταλήγουν πίσω σε αυτήν.

Ο Van the Man είναι ακόμη προβληματισμένος, αλλά βλέπει τον φόβο στα μάτια μου και αυτό είναι ισχυρό κίνητρο. Έφυγε και συνειδητοποιώ πως εάν θέλω να βγω έξω από αυτή την ιστορία, δεν πορώ να εμπιστευτώ κανέναν εκτός από τον εαυτό μου.

Μάζεψα από το διαμμέρισμα όλη την ηρωίνη που είχε απομείνει, σχεδόν μισό κιλό και την έβαλα στη τσάντα μου. Δεν ξέρω ακριβώς τι μου ετοιμάζουν ο Paul και ο Ferdinand, αλλά είτε προσπαθούν να με σκοτώσουν είτε να με πουλήσουν στους μπάτσους. Πρέπει να κάνω μερικά τηλεφωνήματα.

Πήγα σε ένα καρτοτηλέφωνο και κάλεσα το αστυνομικό τμήμα του Queens. Του είπα ότι έχω πληροφορίες για το τριπλό φονικό. Μετέφεραν τη γραμμή σε έναν βαριεστημένο ντετέκτιβ που τον έλεγαν Peters.

Του είπα κάποιες πληροφορίες για τη σκηνή του εγκλήματος και ξαφνικά έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

“Πως σε λένε;” με ρώτησε. Δεν απάντησα.

“Βρήκατε δακτυλικά αποτυπώματα στο όπλο που μπορείτε να ταυτοποιήσετε;” ρώτησα. Ο ντετέκτιβ Peters σταμάτησε για μια στιγμή.

“Υπάρχει μισό αποτύπωμα σε ένα περιοδικό που δε μπορούμε να ταυτοποιήσουμε. Γνωρίζεις τίποτα για αυτό;”

Του δίνω το όνομα του Paul και του λέω να κάνει μία έρευνα. Φαντάστηκα ότι ο Paul πιθανώς να έχει μπλέξει μερικές φορές στο παρελθόν και είναι πολύ πιθανό τα αποτυπώματά του να βρίσκονται στο αρχείο. Έκλεισα το τηλέφωνο.

Πήγα σε ένα δεύτερο καρτοτηλέφωνο μερικά τετράγωνα πιο κάτω και πήρα τον Paul. Σήκωσε το τηλέφωνο και ακούστηκε φοβισμένος.

“Paul,” είπα. “Ξέρω για το σχέδιο του Ferdinand. Ο Ferdinand σου είπε ότι θα φέρει μερικά τσιράκια του αύριο στο ντηλ και θα προσπαθήσουν να με σκοτώσουν, σωστά; Ξέρω ότι νομίζεις ότι εγώ είμαι το θύμα, αλλά στην αλήθεια το παιχνίδι είναι εναντίον σου. Θα σκοτώσει εσένα, όχι εμένα.”

Σκέφτομαι ότι ο Ferdinand μάλλον θέλει να μας σκοτώσει και τους δύο, αλλά δεν το είπα στον Paul αυτό.

“Τι σκατά” είπε ο Paul και κατάλαβα από τη φωνή του ότι ήταν πολύ σοκαρισμένος. Και τότε, νευρικός και αγχωμένος σα μικρό παιδάκι μου είπε, “Γιατί να το κάνει αυτό;”

“Δεν έχει σημασία. ΑΥτό που έχει σημασία είναι ότι θέλω να μας ξεμπλέξω και τους δύο από αυτή την ιστορία. Έρχομαι από το σπίτι σου σε λίγη ώρα για να συζητήσουμε πως θα ξεμπλέξουμε.”

Ο Paul συμφώνησε και κατάλαβα από τον τόνο της φωνής του ότι δε με κορόιδευε αλλά ότι ήταν φοβισμένος και με εμπιστευόταν. Είμαι και ο ίδιος πολύ φοβισμένος αλλά αυτή είναι η μόνη μου ευκαιρία να καταφέρω να βγω έξω από αυτή την ιστορία. Πήρα τη τσάντα μου και πήγα στου Paul.

Χτύπησα την πόρτα του Paul και φώναξα το όνομά μου. Έβγαλε τον σύρτη και μπήκα μέσα στο σπίτι. Κρατάει ένα όπλο στο χέρι του και δείχνει σαν να έχει καταναλώσει τόνους από την κόκα του Ferdinand. Δεν με σημαδεύει με το όπλο, το χαμήλωσε και με κοίταξε έτοιμος να κλάψει.

“Συγνώμη φίλε, συγνώμη που πήγα να σε προδώσω, είμαι απλά φοβισμένος φίλε και αυτοί οι τύποι που σκότωσα, δεν θέλω να πάω στη φυλακή.”

“Ηρέμησε,” του είπα. “Άκουσε με, όλα θα πάνα καλά. Πρέπει να κατουρήσω, έρχομαι σε ένα λεπτό.”

Ο Paul συμφώνησε αλλά το βλέμμα του ήταν κενό, σαν να ήταν στον κόσμο του. Μπήκα στη τουαλέτα του Paul και έβγαλα την ηρωίνη. Την έβαλα μέσα στο καζανάκι και το τράβηξα για να μη καταλάβει ο Paul τίποτα. Ύστερα βγήκα έξω.

“Εσύ και ο Ferdinand δουλεύετε μαζί για αρκετό καιρό, σωστά;” ρώτησα. Ο Paul μου έγνεψε καταφατικά.

“Φαντάζομαι πως ναι. Είμαι το δεξί του χέρι. Ήμουν." είπε με ένα τόνο περηφάνειας. “Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θέλει να με γαμήσει έτσι. Έχεις καθόλου ηρωίνη φίλε; Θα ήθελα πολύ να βαρέσω μια ένεση.”

“Μια ένεση είναι το τελευταίο πράγμα που θέλεις,” είπε. “Άκου τι θα κάνουμε. Έχω μπράβους που ο Ferdinand δεν γνωρίζει. Μπορούμε να του τη φέρουμε εκεί που δεν το περιμένει. Νομίζεις ότι μπορείς να φέρεις τον Ferdinand εδω πέρα;”

“Τι να του πω;”

“Δεν ξέρω. Πες του μια δικαιολογία. Πες του ότι θέλετε να μιλήσετε για δουλειές.”

“Θα φέρει και τα τσιράκια του μαζί του.”

“Δε πειράζει. Έχω πολλούς μπράβους. Όταν τελειώσετε τη κουβέντα σας, θα τους παγιδεύσουμε καθώς βγαίνουν. Κανένας δε θα επιζήσει. Μετά θα φύγει από τη Νέα Υόρκη. Δε θα υπάρχει κανένα στοιχείο που να σε συνδέει με τους φόνους.”

“Τι θα γίνει με εσένα;”

“Με εμένα;” ρώτησα. “Είτε θα νοηθήσουμε ο ένας τον άλλον είτε θα πεθάνουμε και οι δύο. Δε θα σε πουλήσω. Κάνε το τηλεφώνημα.”

Ο Paul σήκωσε το ακουστικό και τηλεφώνησε στον Ferdinand. Του είπε ότι θέλουν να μιλήσουν για αύριο. Μιλήσαν λίγο ακόμη και ο Paul έκλεισε το τηλέφωνο.

“Είναι στη Chinatown,” είπε ο Paul. “Θα είναι εδώ σύντομα.”

“Οκ,” είπα. “Πάω να φέρω τους μπράβους μου. Θα σου τηλεφωνήσω όταν όλα είναι κανονισμένα, οκ;”

“Εντάξει,” είπε ο Paul. “Ευχαριστώ.”

“Απλά κράτα τον Ferdinand και τα τσιράκια του για αρκετή ώρα εδώ,” είπα. “Όλα θα πάνε ρολόι.”

Έφυγα από το διαμμέρισμα του Paul και έτρεξα να βρω ένα καρτοτηλέφωνο. Όταν βρήκε ένα, κάλεσα το αστυνομικό τμήμα του Queens και ζήτησα για τον ντετέκτιβ Peters. Σήκωσε το τηλέφωνο με πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη πρώτη φόρα που μιλήσαμε.

“Έψαξες τα στοιχεία που σου είπα;” ρώτησα.

“Ο τύπος που μας είπες ταιριάζει,” είπε ο ντετέκτιβ Peters και ακούστηκε πολύ ενθουσιασμένος. “Ο Paul Hawthorne, πρώην στρατιωτικός, τον έδιωξαν λόγο ψυχολογικών προβλημάτων. Αυτό εξηγεί πολλά, σκέφτηκα. “… και έχει συλληφθεί για κατοχή ηρωίνης,” συνέχισε. Μόλις τελειώσαμε με το ένταλμα.”

“Υπέροχα,” είπα

“Τι άλλο μπορείς να μου πείς;” ρώτησε ο Peters.

Του έδωσα τη διεύθυνση του Paul.

“Μία δοσοληψία ναρκωτικών θα γίνει σε περίπου 10 λεπτά, θα πρέπει να βιαστείτε. Εϊναι όλοι οπλισμένοι, έτσι ίσως χρειαστεί να φέρεις ειδικευμένους αστυνομικούς.”

Έκλεισα το τηλέφωνο και κατευθύνθηκα προς κάτι στενά κοντά στο σπίτι του Paul ώστε να έχω οπτική επαφή. Μερικά λεπτά αργότερα είδα ένα αμάξι να πλησιάζει και είδα έναν οργισμένο Ferdinand και δύο τσιράκια του να κατευθύνονται προς το σπίτι του Paul. Μετά από 10 λεπτά το κτίριο ήταν περικυκλωμένο από αστυνομικούς και εγώ έφυγα από το μέρος. Δίχως να κοιτάξω πίσω.



Μία εβδομάδα αργότερα άρχισα να πακετάρω τα πράγματά μου ώστε να φύγω από την πόλη, όταν άκουσα έναν χτύπο στην πόρτα μου. Κοίταξα από το ματάκι και ήταν δυο ντετέκτιβ που βρίσκονταν έξω από την πόρτα μου. Τους άφησα να μπουν μέσα και έδειχναν αρκετά συνεσταλμένοι. Μου συστήθηκαν. Με ρώτησαν το όνομά μου και του είπα το αληθινό μου όνομα.

“Μετακομίζετε;” ρώτησε ο ένας από αυτούς.

“Η ζωή στην πόλη δεν είναι για εμένα,” είπα. “Πολύ άγχος.”

“Πηγαίνεις στο πανεπιστήμιο;” ρώτησε ένας από τους δύο.

“Ναι, στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης,” είπα, “αλλά πιθανώς να μετακινήσω την υποτροφία μου σε κάποιο άλλο πανεπιστήμιο.”

“Ο ανηψιός μου πηγαίνε στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης,” είπε ο ένας ντετέκτιβ. “Πολύ καλό πανεπιστήμιο.”

Έγνεψα θετικά. “Οπότε, υπάρχει κάποιο πρόβλημα;”

“Ακολουθήσαμε κάποιες πληροφορίες μας. Ένας τύπος που συλλάβαμε την προηγούμενη εβδομάδα μας είπε ότι διακινούνται ναρκωτικά σε αυτή τη διεύθυνση. Πιθανώς είναι ψέμματα όπως όλες οι πληροφορίες που παίρνουμε από άτομα που έχουν συλληφθεί, αλλά είπαμε να ρίξουμε μια ματιά. Αλλά φαίνεσαι πολύ καλό παιδί σε εμένα.”

Χαμογέλασα. “Μπορείτε να ψάξετε το διαμμέρισμά μου εάν θέλετε.”

Αυτό έκαναν, αλλά έριξαν φευγαλέες ματιές σε κάθε δωμάτιο. Προφανώς αισθάνονταν ότι έχαν τον χρόνο τους. Είχα πετάξει το παλιό κινητό μου. Δεν είχα πλέον άλλα ναρκωτικά. Το μόνο πράγμα που είχα ήταν 60 χιλιάδες δολάρια κάτω από το ξύλινο πάτωμά μου, αλλά οι ντετέκτιβ δεν κοίταξαν εκεί. Φαντάστηκα πως κάποιος από τα τσιράκια του Ferdinand με κάρφωσε..

Ο Paul και ο Ferdinand σκοτώθηκαν όταν οι αστυνομικοί μπήκαν στο σπίτι. Ο Paul τράβηξε το όπλο του και οι αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν. Δεν ξέρω σε ποια στιγμή ο Ferdinand σκοτώθηκε αλλά ήξερα πως ήταν νεκρός. Τα δύο τσιράκια του Ferdinand παραδώθηκαν, αλλά οι αστυνομικοί σύνδεσαν το όπλο με τις δολοφονίες και πιθανώς θα μπουνε στη φυλακή ισόβια. Φαντάζομαι έδωσαν τη διεύθυνσή μου στην προσπάθειά τους να τους δωθούν ελαφρυντικά.

Οι μπάτσοι βρήκαν την ηρωίνη στη τουαλέτα του Paul και μια μεγάλη λίστα επαφών στο κινητό του και πίστεψαν πως αυτό ήταν ο έμπορος. Φαντάζομαι οι μπάτσοι σκέφτηκαν πως τα γεγονότα στο Queens έγιναν για ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Μια εφημερίδα έδωσε έυσημα σε έναν “μυστηριώδη πληροφοριοδότη,” και γέλασα λιγάκι όταν το διάβασα. Αλλά ακόμη ήθελα να βγω εκτός της πόλης. Δεν ήξερα εάν τίποτα τσιράκια του Ferdinand με έψαχναν, αλλά αρκετός κόσμος ήξερε τη φάτσα μου. Ποτέ δεν έμαθα τι απέγινε ο Van the Man. Είμαι σίγουρος ότι θα πέθανε από υπερβολική δόση ή θα κατέληξε στη φυλακή, αλλά ένα μικρό κομμάτι του εαυτού μου πιστεύει πως "καθάρισε" και παίζει μουσική σε μπαρ ή διάφορα άλλα μέρη, εξαπλώνοντας την ρέγκε μουσική με την μικρή κιθάρα του.

Οι γονείς μου ήταν απογοητευμένοι. Τους είπα πως δεν ήμουν ευχαριστημένος από την Οικονομική σχολή του πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Τους είπα πως ήθελα να πάω σε κάποια άλλη σχολή και ίσως να γίνω καθηγητής Αγγλικών. Τα 60 χιλιάρικα θα με βοηθούσαν να ορθοποδήσω και να πληρώνω το νοίκι μου για λίγο καιρό, αλλά πλέον θα ζούσα κανονικά. Είχα τα τυχερά μου, μια ζωή βγαλμένη από όνειρα και εφιάλτες. Ήταν πολύ ωραία για λίγο αλλά θθα με σκότωνε αργά η γρήγορα. Η Elise ήταν λυπημένη που έφευγα.

Οι μπάτσοι ρώτησαν που ήμουν τη νύχτα των φόνων στο Queens και η Elise μου έδωσε άλλοθι. Θυμήθηκε την ημέρα γιατί ήταν τα γενέθλια του πατέρα της. Δεν είχε ιδέα ότι είχα φύγει από το κρεβάτι εκείνη την νύχτα.

“Συγνώμη που ξοδέψαμε τον χρόνο σου,” είπε ο ένας από τους αστυνομικούς. “Φαίνεσαι καλό παιδί. Καλή τύχη σε όποιο πανεπιστήμιο κι αν αποφασίσεις να πας.”

Έφυγαν, και αυτό ήταν. Σύντομα μετά από αυτό το γεγονός, εγκατέλειψα τη Νέα Υόρκη. μουν λίγο μικρότερος από 20 χρονών.

Κάθε πόλη έχει τον άνθρωπό της. Δεν τον αναγνωρίζεις πάντα όποτε τον βλέπεις στον δρόμο ή σε ένα καφέ. Εάν έχεις 26 δολάρια στο χέρι σου, μπορεί να γίνει φίλος σου. Ο τύπος αυτός αργεί συχνά, αλλά πάντα φτάνει. Εγώ ήμουν αυτός ο τύπος για λίγο καιρό και είναι αρκετά δύσκολο. Ο τύπος αυτός δεν θα υπάρχει για πολύ σε αυτόν τον κόσμο. Θα άφηνα κάποιον άλλο να είναι αυτός ο τυπός από εδώ και πέρα. Ήμουν εντάξει με αυτό. Υπήρχαν αρκετοί τύποι να πάρουν τη θέση μου. Γιατί στο τέλος, όσο μακριά και να πας, πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα περιμένει τον άνθρωπό του.

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

~

Σώθηκαν τα τσιγάρα μας μια μέρα μερεμέτι
έτσι δεν μερακλώσαμε και ας είχαμε σεκλέτι.
Συναγερμοί και ασπόνδυλα τρυπάνε τα αυτιά μας
πιπίνια καταπίνουνε την βροχερή ματιά μας.

Σχεδόν μια παραλία παρακάτω στην γωνία
πάρκο δίχως δέντρα, καθαρή ανωμαλία
και ο συναγερμός ξαναχτυπά με απέραντη μανία.

Κουκουβάγιες δεν υπάρχουν, μολυβένια στρατιωτάκια
πάντα άσβηστα τα πάθη, πάντα δροσερά φαρμάκια.

Σαν παγάκι λιώνω απ'την κάψα, του μυαλού τη καρακάξα

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

The Man - Επεισόδιο 5 - Εκδίκηση

Θα επιστρέψω πίσω στην ιστορία με τον Scrazzle Dazzle και τα τσιράκια του σε ένα λεπτό, αλλά ήθελα πρώτα να σας μιλήσω για την κοπέλα μου, την Elise. Ήταν μεγαλύτερη από εμένα, όχι ιδαίτερα εύστροφη, και ποτέ δεν με ρώτησε που έβρισκα όλα αυτά τα λεφτά με τα οποία της αγόραζα όμορφα πράγματα. Ήμουν προσεκτικός ώστε να μην το παρακάνω και αρχίσει να με υποψιάζεται τίποτα, και δεν μπορούσα να σκορπάω τα λεφτά μου δεξιά και αριστερά χωρίς να συγκεντρώνονται όλα τα μάτια του κόσμου πάνω μου. Την είχα δίπλα μου ώστε να με κρατάει στα λογικά μου μέσα στην παράλογη ζωή μο, αλλά φαντάζομαι όπως όλες τις γυναίκες είχε τους τρόπους τηε να με τρελαίνει.

Την επόμενη μέρα μετά την ληστεία του Scraz, έδωσα 500 δολάρια σε ένα τσιράκι μου και αργότερα βρεθήκαμε και μου έδωσε ένα μαύρο όπλο και ένα κουτί από σφαίρες. Είχα ήδη πει στον Ferdinand σχετικά με το σκηνικό, τον είχα ενημερώσει πως αν άρχιζε να πουλάει κάποιος καλή πρέζα στο Queens θα ήταν προφανώς οι τύποι που με λήστεψαν. Του είπα σχετικά με την διορία που μου έδωσε ο Scrazzle, αλλά δεν νομίζω ότι οποιοσδήποτε (ακόμη και ο Scrazzle) πίστευε πως θα γυρνούσα ποτέ τα υπόλοιπα χρήματα. Ο Ferdinand με διαβεβαίωσε πως θα τακτοποιούσαμε το ζήτημα και ότι θα παίρναμε πίσω τα κλοπιμαία, αλλά όπως και να έχει ήμουν απίστευτα θυμωμένος και ήθελα να είμαι έτοιμος στην περίπτωση που θα συναντούσα ξανά τους κλέφτες. Το γεγονός ότι ποτέ δεν είχα πυροβολήσει με όπλο δεν με αποθάρυνε καθόλου.

Γυρνώντας σπίτι σταμάτησα σε ένα κοσμηματοπωλείο και αγόρασα ένα κολιέ για την Elise. Το διαμάντι ήταν στην πραγματικότητα ζιρκόνιο - Μπορεί να είχα μετρητά να ξοδεύω αλλά δεν είχα φτάσει ακόμη στο σημείο να αγοράζω καινούριο αμάξι όποτε γέμιζε το τασάκι. Εκτός αυτού δεν ήξερε τη διαφορά. Θα μπορούσα να της αγόραζα ένα χαρτί που να έχει ζωγραφισμένο ένα κολιέ και πάλι δεν θα καταλάβαινε τη διαφορά.

Η Elise ήρθε γύρω στις 8 και της μαγείρεψα βραδυνό, μοσχαρίσιο κρέας με άσπρο κρασί, συνταγή που είχα βρει στο ίντερνετ. Ακόμη βρίσκομαι σε κατάσταση σοκ μετά τη ληστεία και ίσως αυτό φαινόταν στο προσωπό μου. Καθίσαμε ήσυχα για λίγο μέχρι που ξεκίνησε να μιλάει για την καινούρια της δουλειά. Άκουγα για ένα λεπτό μέχρι που το έχασα και επικεντρώθηκα στο γεύμα το οποίο ήταν πολύ πιο νόστιμο από όσο περίμενα. Η Elise δεν ήταν πρεζάκι αλλά θα μπορούσε να είναι μιας και ήταν αδύνατη, μικρή με αδύναμα χέρια και στενό πρόσωπο. Δεν είχα πραγματικό συναίσθημα σε αυτή τη σχέση αλλά κατάφερα να την υπομένω καθώς της άρεσε να κάνει σεξ και μου έδειξε δείγματα μεγάλης εμπειρίας σε αυτόν τον τομέα.

Της έδειξα το κολιέ και εκείνη μου έδειξε την αποδοχή και τη χαρά της. Με φίλησε. Η ανάσα της μύριζε σκόρδο από το γεύμα και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν ο Scrazzle Dazzle να πιέζει το όπλο στο κεφάλι μου και να φτύνει ηλιόσπορους στο πάτωμα. Έπρεπε να αντισταθώ και να μην την σπρώξω μακριά μου. Αποσυρθήκαμε στο δωμάτιο για λίγες ώρες μέχρι που μας πήρε ο ύπνος.

Ξύπνησα τις μικρές ώρες μέσα στη νύχτα ιδρωμένος. Το μυαλό μου ήταν ζαλισμένο και άργησα να καταλάβω πως κάποιος χτυπούσε την πόρτα.

“Ποιός είναι;” ρώτησε η Elise, μισοκοιμισμένη.

Που στο διάολο να ξέρω; Ήθελα να πω, όμως είπα “Δεν είμαι σίγουρος” και άρπαξα την ρόμπα μου και το όπλο από το κομοδίνο. Η Elise γύρισε πλευρό και ξανακοιμήθηκε. Κατάλαβα απευθείας ότι δεν ήταν ο Scrazzle και τα τσιράκια του, ακόμη και αυτοί δεν ήταν αρκετά ηλίθιοι να δοκιμάσουν το ίδιο κόλπο δύο βράδια στη σειρά. Δεν ήμουν ασυνήθιστος σε μεταμεσονύχτιες επισκέψεις αλλά δεν μπορούσα ποτέ να ξεχάσω το αίσθημα ανησυχίας που μου έλεγε ότι στις 4 το πρωί το μόνο που μπορείς να συναντήσεις είναι μπελάδες, μπελάδες και μπελάδες. Κοίταξα από το μάτι της πόρτας για να δω τι είδους μπελάδες θα είχα σήμερα.

Ήταν ο Paul. Φορούσε ένα μαύρο μακρύ παλτό και είχε ένα χαμόγελο στο προσωπό του. Τον άφησα να μπει μέσα, χαμηλώνοντας το όπλο μου.

“Είσαι έτοιμος;” Ρώτησε με φωνή δυνατή από συγκίνηση.

“Έτοιμος για τι πράγμα;” Είπα ψιθυριστά. “Χαμήλωσε τη φωνή σου, η κοπέλα μου κοιμάται.”

“Σόρυ,” είπε. “Ο Ferdinand δεν σου είπε; Θα πάμε μια βόλτα στην Rockaway Boulevard. Να δείξουμε στα μουνόπανα που σε έκλεψαν ότι πήγαν να τα βάλουν με τους λάθος ανθρώπους.”

Ξεφύσηξα με υπερένταση. “Η κοπέλα μου κοιμάται, Paul. Τι σκατά θα της πώ;”

“Δεν χρειάζεται να της πεις τίποτα. Θα είμαστε πίσω πριν ξυπνήσει. Έλα. Πάμε.”

Άλλαξα γρήγορα και έριξα μια τελευταία ματιά στο υπνοδωμάτιο μου. Ύστερα βγήκαμε ήσυχα και κλείδωσα την πόρτα. Είμαι κουρασμένος αλλά επίσης αφάνταστα τσαντισμένος και ζητούσα εκδίκηση.

Στον δρόμο υπήρχαν δύο σκουρόχρωμα αμάξια με αναμένη τη μηχανή. Ο Ferdinand ήταν στη θέση του οδηγού στο ένα αμάξι και δύο Loisaidas με πάμπολα σημάδια και τατουάζ βρίσκονταν στο άλλο. Μπήκα συνοδηγός στο αμάξι που βρισκόταν ο Ferdinand. Ο Paul πήγε να μπει στο πίσω κάθισμα, αλλά κατέβασα το παράθυρο.

“Όχι,” είπα. “Πήγαινε μαζί τους. Έχουμε να συζητήσουμε διάφορα πράγματα.”

“Έλα ρε φίλα,” άρχισε να λέει ο Paul. “Είμαι απλά…”

“Άκουσες τι είπα;” Φώναξα αγριεμμένα. “Πήγαινε με το άλλο αμάξι και δεν θέλω να ακούσω ούτε μια γαμημένη λέξη από εσένα, κατάλαβες?”

Ο Paul με κοίταξε με ένα απαθές βλέμμα και έκανε όπως του είπα. Ο Ferdinand με κοίταξε αλλά δεν είπε τίποτα, κατευθυνθήκαμε προς το Queens.


“Γιατί βρίσκεται εδώ;” ρώτησα καθώς κινούμασταν στους ήρεμους σκοτεινούς δρόμους της πόλης που δεν κοιμάται ποτέ.

“Ο Paul;” ρώτησε ο Ferdinand. “Αυτός είναι που βρήκε τα παιδιά τόσο γρήγορα. Οι φίλοι του στο Queens είδαν αυτούς τους τύπους να προσπαθούν να πουλήσουν πρέζα αλλά δεν ήταν και πολύ καλοί σε αυτό. Σκέφτηκα ότι του άξιζε να έρθει μαζί μας.”

“Δεν θέλω να ανακατεύεται στις δουλειές μας άλλο πια,” είπα. “Είναι πρεζάκι, αυτό δεν μου είχες πει; Κάποια στιγμή θα τα γαμήσει όλα τελείως.”

Ο Ferdinand αναστέναξε. “Εσύ ήσουν αυτός που μου είπε ότι είναι άξιζε να τον έχουμε γύρω μας. Και το να έχουμε ένα ακόμη άτομο μαζί μας σήμερα δεν θα μας κάνει κακό.”

Κούνησα το κεφάλι μου.

“Έχεις καθόλου κόκα;” ρώτησα. Ο Ferdinand μου έδωσε ένα μικρό σακουλάκι και εγώ ξεκίνησα να φτιάχνω μερικές γραμμές στο ταμπλό. Ξαφνικά άρχισα να αισθάνομαι πολύ καλύτερα. Ξαφνικά είμαι κάτι περισσότερο από έτοιμος να συναντήσω τον Scrazzle Dazzle και τα τσιράκια του. Είμαι έτοιμος να κονιορτοποιήσω έναν ολόκληρο στρατό. Το πράγμα του Ferdinand ήταν πολύ καλό.

“Γιατί ήρθες και εσύ όμως;” ρώτησα, ξαφνικά πολύ ομιλητικός εξαιτίας της κοκαΐνης. “Δεν έχεις τύπους να κάνουν αυτές τις σκατοδουλειές για εσένα;”

“Είναι τα γαμημένα ναρκωτικά μου αυτά που έκλεψαν,” είπε, λες και αυτό τα εξηγούσε όλα. Ο Ferdinand είχε τρελαθεί, άρχισα να καταλαβαίνω σε μια στιγμή διαύγειας, είχε τρελαθεί περισσότερο από τα γαμημένα πρεζάκια και τον Scrazzle Dazzle και όλα τα τσιράκια του.

Λίγο αργότερα φτάσαμα στο Queens. Το προπορευόμενο αμάξι μας οδήγησε σε μία γειτονιά γεμάτη χαμόσπιτα και σάπιες πολυκατοικίες. Η κόκα είχε ακόμη επίδραση και αισθανόμουν σαν να ήμουν παντοδύναμος. Έσκυψα και πήρα το όπλο μου, απλά για να σιγουρευτώ ότι είναι ακόμη εκεί. Παρκάραμε το αμάξι και σβήσαμε τη μηχανή. Οι δύο Loisaidas και ο Paul βγήκαν από το αμάξι. Ο Paul με κοιτούσε ακόμη με ένα τσαντισμένο βλέμμα.

“Κοιτάξτε,” είπα. “Εάν όλα πάνε σκατά, θα πάνε σκατά. Αλλά αυτός ο τύπος μπορούσε να με σκοτώσει και δεν το έκανε. Θα πάρουμε πίσω το πράμα μας, αλλά δεν θέλω πυροβολισμούς εκτός και αν χρειαστεί.”

“Εντάξει από εμένα,” είπε ο Ferdinand. Οι δύο Loisaidas τράβηξκαν τα πιστόλια τους. Ο Paul τράβηξε το πιστόλι του. Μετά τράβηξα και εγώ το δικό μου.

“Θα κάτσω στο αμάξι,” είπε ο Ferdinand. “Έχετε 10 λεπτά να κάνετε τη φάση σας και να βγείτε έξω, αλλιώς θα φύγω από εδώ. Εγώ θα φυλάω τα νώτα σας.” Είπε κάτι στους Loisaidas στα Ισπανικά.

“Είστε έτοιμοι;” ρώτησε ο Paul. Έγνεψα καταφατικά. Το σπίτι που είμαστε έτοιμοι να μπούμε είναι τελείως χάλια, σάπια ξύλα και σπασμένα γυαλιά παντού. Μουσική Ραπ ακούγεται σιγανά από κάπου μέσα. Αρχίζω και θυμάμαι πολύ έντονα το Camden. Είμαι όσο πιο έτοιμος γίνεται σκέφτομαι. Οι δύο τύποι μπήκαν μπροστά και ο Paul και εγώ ακολουθήσαμε.

Το μέρος μέσα ήταν άθλιο. Το μόνο φως που έμπαινε ήταν από τα σπασμένα παράθυρα. Σκουπίδια και καλώδια ήταν πεταμένα παντού. Παραλίγο να πατήσω μια βελόνα και την έσπρωξα δίπλα με αηδία. Υπάρχει περισσότερο AIDS εδώ από ότι στην Αφρική. Οι Loisaidas εισέβαλλαν σε μερικά δωμάτια, όσο ο Paul και εγώ τσεκάραμε τα υπόλοιπα. Βλέπαμε μόνο συντρίμια από τους καταληψίες και περισσότερες βελόνες και σκουπίδια. Δεν υπήρχε κανείς στον πρώτο όροφο. Κατευθυνθήκαμε στις σκάλες.

Ο ένας από τους Loisaidas σκόνταψε σε κάτι κοντά στη σκάλα και παραλίγο να χάσει την ισορροπία του. Κοιτάξαμε κάτω και είδαμε το αχνό περίγραμμα του ενός από τους κλέφτες που με έκλεψαν. Είδα ένα άδειο μπουκάλι τζιν που βρισκόταν δίπλα του. Άρχισε να ξυπνάει.

Ο πρώτος Loisaida, αυτός με τα περισσότερα τατουάζ, τον χτύπησε με το όπλο στο κεφάλι και έπεσε ξανά πίσω σαν σακί από πατάτες.

“Ηλίθιο γαμημένο μουνί,” μουρμούρισε ο Paul. Του ψυθίρισα να σκάσει. Πατήσαμε προσεκτικά δίπλα στο αναίσθητο σώμα του και ανεβήκαμε στον πάνω όροφο.

Υπήρχε ένα αχνό φως που τρεμόπαιζε στο δεύτερο πάτωμα. Οι περισσότερες ακαθαρσίες είχαν μαζευτεί στη γωνία. Η Ραπ μουσική που ακούγαμε από έξω άρχισε να δυναμώνει, το μπάσο ακουγόταν μέσα από τους λεπτούς ξύλινους τοίχους. Υπάρχει φως σε ένα από τα δωμάτια. Μυρίζει χόρτο.

Ξαφνικά, ο δεύτερος κλέφτης βγήκε μέσα από ένα δωμάτιο με γυρισμένη την πλάτη. Δεν μας είδε αλλά εμείς τον βλέπαμε που περπατούσε προς το δωμάτιο που είχε φως, το πίσω μέρος του όπλου του φαινόταν στη ζώνη του. Ο άλλος Loisaida σήκωσε το όπλο του και τον πυροβόλησε 2 φορές από πίσω. Δύο φωτεινές κόκκινες τρύπες εμφανίστηκαν στο πουκάμισο του κλέφτη και έπεσε μπροστά. Μετά επικράτησε χάος.

“Γάμησέ τα!” φώναξε ο Paul. Μπήκαμε στο δωμάτιο που έπαιζε η ραπ μουσική. Τρέμω και ιδρώνω και η αδρεναλίνη μου είναι στα ύψη, κρατάω το όπλο μου μπροστά σαν καλάμι ψαρέματος.

Ο Scrazzle Dazzle βρισκόταν σε ένα άθλιο άπρο στρώμα με μία γκόμενα και έψαχνε κάτω από το μαξιλάρι για το όπλο του. Η γκόμενα άρχισε να ουρλιάζει σε συχνότητα που συνήθως απευθύνεται σε σκύλους. Ο ένας από τους Loisaidas φωνάζει κάτι στα Ισπανικά.

“Μη κουνηθείς γαμιόλη!” φώναξα, και ο Scrazzle σταμάτησε να κινείται όταν είδε 4 όπλα να τον σημαδεύουν. Σήκωσε τα χέρια του και παραδόθηκε.

“Σκατά,” είναι το μόνο που είπε.

Έμαθα εκείνη τη στιγμή ότι το να σε σημαδεύουν με ένα όπλο είναι από τα χειρότερα συναισθήματα στον κόσμο, αλλά το να σημαδεύεις με το πιστόλι σου κάποιον, δεν είναι και το καλύτερο συναίσθημα αλλά είναι αρκετά καλό.

“Που είναι τα λεφτά Scraz?” ρώτησα.

Ο Scrazzle δεν έκανε τίποτα για αρκετή ώρα, έπειτα έδειξε με το χέρι του την ντουλάπα. Ακούστηκε ένα θόρυβος δυνατότερος από κεραυνό και το κεφάλι του Scrazzle Dazzle ανατινάχτηκε, μετατρέποντας το στρώμα σε πίνακα αφηρημένης ζωγραφικής.

Πετάχτηκα στον αέρα και γυρίζοντας είδα ότι ο Paul ήταν αυτός που πυροβόλησε, κοίταζε με τρόμο ζωγραφισμένο στα μάτια του.

“Σκατά,” είπε, σχεδόν ψιθυριστά. Πυροβόλησε ξανά και πέτυχε την κοπέλα στο κεφάλι.

“Τι σκατά!” φώναξα, έτοιμος να στραγγαλίσω τον Paul. Ένας από τους Loisaidas με κράτησε πίσω.

“Σόρυ φίλε,” είπε ο Paul, κρατώντας ακόμη το όπλο μπροστά του. “Νόμιζα…Νόμιζα ότι πήγαινε να πιάσει το όπλο.”

Είμαι ακόμη σοκαρισμένος καθώς οι Loisaidas ανοίξαν την ντουλάπα και άρπαξαν την ηρωίνη και τα λεφτά.

“Κοιτάξτε τι θα κάνουμε,” είπε ο Paul, με ήρεμη φωνή. “Θα αφήσω το όπλο μου στον τύπο στις σκάλες. Θα καλέσουμε τους μπάτσους και θα τον συλλάβουν. Τέτοιοι τύποι πυροβολούνται συχνά μεταξύ τους, έτσι δεν είναι;”

Ήμουν ανύμπορος να αντιδράσω εκείνη τη στιγμή. Δεν είπα τίποτα άλλο. Ο Paul σκούπισε τα αποτυπώματα από το όπλο με την μπλούζα του και το έβαλε στα χέρια του λιπόθυμου κλέφτη στις σκάλες. Βγήκαμε όλοι βιαστικά έξω και μπήκαμε στα αμάξια. Ο Ferdinand είδε την τσάντα με τα ναρκωτικά και τα λεφτά και μου έγνεψε.

Όταν ήμασταν 15 λεπτά μακριά σταματήσαμε σε ένα καρτοτηλέφωνο και κάναμε μία ανώνυμη κλήση στην αστυνομία.

Άφησα τον Paul να μπει στο αμάξι του Ferdinand ώστε ο Ferdinand να μην καταλάβει πως έτρεμα.

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

The Man - Επεισόδιο 4 - Το παρελθόν με κυνηγάει

Είχα πουλήσει όλη την ηρωίνη του Big L και είχα μαζέψει 180 χιλιάδες δολάρια, αλλά πλέον δεν περίμενα τον Big L να κουβαλήσει τον κώλο του και να τα εισπράξει. Άρχισα να αγοράζω πράγματα, τίποτα ιδιαίτερο, λίγα γκατζετάκια και έπιπλα ώστε να κάνω το σπίτι μου βιώσιμο. Αγόρασα μια τηλεόραση πλάσματος, ένα υπέρδιπλο κρεβάτι, ένα υπολογιστή τελευταίας τεχνολογίας και διάφορες άλλες μαλακίτσες. Όλα με μετρητά.

Το εξάμηνο στο πανεπιστήμιο τελείωνε και οι βαθμοί μου ήταν σκατά. Κινδύνευα να χάσω την υποτροφία μου, αλλά εκείνη την περίδο με απασχολούσαν μόνο οι "δουλειές" μου. Βρήκα και μία κοπέλα, την έλεγαν Elise, για την οποία θα μιλήσω αργότερα. Κοιμήθηκα με μπόλικες γυναίκες όσο ήμουν φτιαγμένος από κόκα σε διάφορα πάρτυ η κλάμπ ή οπουδήποτε αλλού. Άρχισα να πιστεύω ότι είχα αρχίσει να εθίζομαι στην κοκαίνη. Δεν ήταν μεγάλος εθισμός, αλλά διάολε, όποτε βρισκόμουν με τον Ferdinand νόμιζα ότι παίζαμε στην ταινία Scarface (Σημαδεμένος). Ήταν υποχρεωτικό να κάνουμε μερικές γραμμές πριν αρχίσουμε να μιλάμε για μπίζνες.

Ήταν πανεύκολο να πουλάω το πράμα του Ferdinand. Ο Paul και ο Van the Man δεν με απογοήτευσαν με το πελατολόγιο τους, και τα τσιράκια του Ferdinand, μερικά Ισπανόφωνα λυκειόπαιδα, κατάφεραν να σταματήσουν να με βγάζουν για ντήλια έξω από το σπίτι μου, πράγμα που μείωσε δραστικά την παράνοιά μου. Το πράμα του Ferdinand δεν ήταν όσο καλό ήταν αυτό του Big L, ωστόσο πουλιόταν σαν καραμέλες, και αισθανόμουν ότι ήμουν άφθαρτος πλεον. Πούλησα ηρωίνη σε πολλούς μουσικούς, καλλιτέχνες, γιάπιδες και φυσικά φοιτητές.

Ξέρω ότι όλα ακούγονται πολύ όμορφα και ωραία, αλλά υπήρχαν και άσχημες στιγμές. Έπρεπε να κάνω τα μεγάλα ντηλ μόνος μου και συνήθως μετέφερα το προϊόν στους καλύτερους πελάτες μου αυτοπροσώπως. Ο πρώτος θάνατος από υπερβολική δόση που είδα ήταν μια καμπή στην αψεγάδιστη μέχρι στιγμής καριέρα μου. Ήταν ένας κακός οιωνός για το μέλλον.

Έκανα μια παράδοση σε έναν τύπο που λεγόταν Mike και ο οποίος ζούσε στο κέντρο, ήταν πολύ φιλικός τύπος και είχε γίνει πλούσιος ανοίγωντας μια διαδικτυακή επιχείρηση. Ο Mike ήταν ένας κοινωνικός και πρόσχαρος τύποςμε τεράστια μπράτσα και μερικούς προσωπικούς δαίμονες που τον βασάνιζαν. Ήταν ο πιό γυμνασμένος πρεζάκιας που είχα γνωρίσει, για αυτό είχα μείνει έκπληκτος όταν πήγα στην τουαλέτα του να κατουρήσω και βγαίνοντας τον βρήκα νεκρό στο πάτωμα με την βελόνα στο χέρι του. Τα μάτια του ήταν ακόμη μισάνοιχτα και είχε μια απαίσια έκφραση έκστασης στο προσωπό του που πιθανώς θα θυμάμαι μέχρι τη μέρα που θα πεθάνω. Σκούπισα τον αφρό από το στόμα του και δοκίμασα να του παρέχω τις πρώτες βοήθειες αλλά δεν κατάφερα τίποτα. Ακόμη και σήμερα δεν ξέρω γιατί πέθανε από υπερβολική δόση. Ήταν πιθανό να τα γάμησα δίνοντάς του το τελευταίο σακουλάκι του Big L μετά που βαρούσε ενέσεις από την λιγότερο δυνατή πρέζα του Ferdinand. Αλλά δεν νομίζω να το έκανα αυτό το λάθος. Μερικές φορέ πιέζεις την ένεση και είναι σαν ρώσικη ρουλέτα φαντάζομαι. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το εξηγήσω.

Άρχισα να φρικάρω λιγάκι, προσπαθώντας να σκεφτώ τι έπρεπε να κάνω. Τελικά άρπαξα τα υπόλοιπα ναρκωτικά μου, κάλεσα το 166 και άφησα το τηλέφωνο ανοιχτό. Μερικές φορές σκέφτομαι το τι έγινε και πείθω τον εαυτό μου ότι οι γιατροί κατάφεραν να τον επαναφέρουν, αλλά αμφιβάλλω. Όταν είσαι νεκρός, είσαι νεκρός, και δεν είχε απομείνει ίχνος ζωής στα μάτια του Mike.

Μερικές μέρες αργότερα χτύπησε η πόρτα μου. Άνοιξα τις 5 ή παραπάνω κλειδαριές μου και είδα τον αδερφό του Big L να βρίσκεται στην εξώπορτα, ο οποίος λεγόταν Scrazzle Dazzle. Έτρωγε μια σακούλα ηλιόσπορους και έφτυνε τα τσόφλια στο χαλί μου.

"Μη φτύνεις αυτή τη μαλακία στο πάτωμά μου!" είπα, χαρούμενος που το είδα. Αγκαλιαστήκαμε. "Που σκατά ήσουν; Είχα αρχίσει να ανησυχώ.”

Ο Scrazzle Dazzle κάθησε στο τραπέζι της κουζίνας. Ήταν άπλυτος και ταλαιπωρημένος, φαινόταν σαν να μην είχε κοιμηθεί αρκετά τον τελευταίο καιρό. Συνέχισε να μασάει τους ηλιόσπορους και τακτικά τους έφτυνε. Του έφερα ένα πιάτο.

“Προβλήματα στο σπίτι μου,” είπε. “Κάποιος κάρφωσε τον Big L. Θα κάνει τριάντα χρόνια στο Trenton.”

“Κάποιος τον κάρφωσε;” είπα. “Ποιός;”

“Δεν ξέρω, αλλά ολόκληρη η δίωξη ήρθε στο σπίτι μας. Όλα πήγαν σκατά.”

“Τι σκατά συνέβη;”

“Γιατί νομίζεις ο Big L σου έδωσε αυτά τα κιλά; Δεν ήταν μια γαμημένη επένδυση. Ο Big L ήξερε ότι οι μπάτσοι θα τον έπιαναν. Έπρεπε να ξεφορτωθεί όσο περισσότερο πράμα μπορούσε το συντομότερο.”

Έτσι εξηγείται γιατί ο Big L μου έδωσε αυτά τα κιλά. Όχι επειδή ήμουν έμπιστος και ικανός έμπορος. Αλλά γιατί ήδη θεωρούσε αυτά τα χρήματα χασούρα, και ήταν η τελευταία προσπάθειά του να μπερδέψει την δίωξη που θα τον παρακολουθούσε εδώ και καιρό.

“Δεν με έδωσε, έτσι δεν είναι;” είπα, αρχίζοντας να τρομάζω. “Η δίωξη δεν ξέρει για εμένα;”

“Μπα,” είπε ο Scrazzle Dazzle, φτύνωντας ακόμη έναν ηλιόσπορο στο πιάτο.

Τότε χτύπησε το τηλέφωνο του Scrazzle Dazzle. Απάντησε και μίλησε με μερικά μουγκρητά και στο τέλος είπε "εντάξει, καλά είναι έτσι" και έκλεισε το τηλέφωνο.

“Ποιός ήταν;”

“Η γαμημένη η μάνα μου. Είναι έτοιμη να πάθει έμφραγμα. Όλα διαλύονται πίσω στο σπίτι.”

“Σκατά,” είπα. Δεν ήξερα εάν η σύλληψη του Big L ήταν κάτι καλό ή κάτι κακό. Αλλά είχα αρχίσει να καταλαβαίνω τι γύρευε ο Scrazzle Dazzle σπίτι μου, και σίγουρα δεν ήταν για να θυμηθούμε τα παλιά. “Φαντάζομαι είσαι εδώ για το μερίδιο από τα λεφτά.”

Τότε μόλις, δύο πελώριοι τύποι μπήκαν αφού έσπασαν την πόρτα και κρατούσαν όπλα. Ο ένας κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Άρχισα να συνειδητοποιώ πως αυτοί ήταν οι μπράβοι που μου πρότεινε ο Big L να βρω.

Ο Scrazzle Dazzle σηκώθηκε σε δευτερόλεπτα από την καρέκλα και τράβηξε ένα πιστόλι από τη μέση του και με σημάδεψε με αυτό.

“Μπα, όχι το μερίδιό μου, όλα τα γαμημένα λεφτά μου!” Θυμάμαι με περίεργη ακριβεια την έμφαση που έδωσε στις τρεις τελευταίες λέξεις, γαμημένα λεφτά μου. Κόλλησε στο μυαλό μου για πάντα.

Εάν δεν σας έχουν σημαδέψει ποτέ με όπλο, δεν μπορείτε να καταλάβετε τον γαμημένο τρόμο που νιώθει κανείς, τον ευνουχισμό, το τρομαχτικό αίσθημα ότι είσαι αβοήθητος. Κάθε ένστικτο στο σώμα σου, σου λέει να τρέξεις και να κρυφτείς πίσω από κάτι. Άρχισα να τρέμω από το φόβο. Δεν μπορούσα να σχηματίσω λέξεις. Θυμάμαι έναν από τους μπράβους να φωνάζει “Που είναι τα ναρκωτικά! Που είναι τα ναρκωτικά! Φέρε τα γαμημένα λεφτά και τα ναρκωτικά!”

Ο Scrazzle Dazzle με το όπλο στο κεφάλι μου με οδήγησε στο υπνοδωμάτιο. Άνοιξα το χρηματοκιβώτιο, καταφέρνωντας να το κάνω αυτό με την πρώτη προσπάθεια. Μέσα υπήρχαν περίπου 90 χιλιάδες δολάρια και μισό κιλό ηρωίνης. Παρακαλάω τον Scrazzle Dazzle να μην πυροβολήσει, πέφτω στα γόνατα, σχεδόν κλαίω.

“Που είναι τα υπόλοιπα λεφτά;” φώναξε.

“Τα ξόδεψα!” φώναξα, λέγωντας την πιο ηλήθιο πράγμα που θα μπορούσα να πω. Δεν ήμουν χαζός. Ήξερα ότι υπήρχε πιθανότητα να με κλέψουν και είχα φτιάξει μια "καβάντζα" κάτω από το ξύλινο πάτωμα και είχα κρύψει τα υπόλοιπα χρήματα και ναρκωτικά κάτω από εκεί. Αλλά ήμουν και πολύ τσαντισμένος και δεν υπήρχε καμμία περίπτωση να δώσω όλα τα ναρκωτικά και χρήματά μου στον γαμημένο πισώπλατο Scrazzle Dazzle. Το γεγονός ότι αυτή μου η ατάκα μπορούσε να με σκοτώσει, δεν το σκέφτηκα παρά μόνο πολύ αργότερα. “Σόρυ φίλε!”

“Θα έπρεπε να σε σκοτώσω!” είπε ο Scrazzle Dazzle, πιέζοντας το όπλο στο κεφάλι μου. Ο ένας από τους μπράβους άρπαξε το χέρι του.

“Ηρέμησε, Scraz, υπάρχει κόσμος σε αυτό τον όροφο.” Ο Scrazzle Dazzle ταρακούνησε το κεφάλι του. Με κοίταξε με οίκτο.

“Έχουμε προϊστορία και έτσι δεν θα σε σκοτώσω. Έχεις μία εβδομάδα να μου φέρεις άλλα 100 χιλιάρικα, αλλιώς θα γυρίσω και τότε θα σε σκοτώσω στα αλήθεια, το έπιασες?”

Δεν είπαν τίποτα άλλο. Έβαλαν τα πράγματα σε μια σακούλα και έφυγαν βιαστικά από την πόρτα.

Μπουσούλησα μέχρι το μπάνιο και ξέρασα.

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

The Man - Επεισόδιο 3 - O Ferdinand

Θυμάμαι τη στιγμή που γνώρισα τον Ferdinand σε ένα καφέ κοντά στην Δυτική Fourth Street. Έφτασα νωρίς και κάθισα έξω, τρίβωντας μερικά μπισκότα με το χέρι μου ώστε να ταΐσω τα περιστέρια. Ήταν ένα καυτό καλοκαίρι, δίχως ίχνος αέρα και ήλιο που δεν σε άφηνε να ανασάνεις. Ο Ferdinand έφτασε και τα μαύρα μακριά μαλλιά του ανέμιζαν. Ήταν ψηλός και άχαρος, σαν ένα ρομπότ που είχε συναρμολογηθεί σε ακριβείς κάθετες γωνίες. Κάθησε δίπλα μου χαμογελώντας.

“Είναι πολύ ωραίο αυτό το ζεστό καλοκαίρι,” είπε με μία υποψία περίεργης προφοράς. “Σε 15 χρόνια η Νέα Υόρκη θα είναι όπως την Costa del Sol.”

Βέβαια κάνω πλάκα. Στην πραγματικότητα ο Ferdinand δεν είπε τίποτα έυγλωττο. Ήταν ένας επιχειρηματίας και οι επιχειρηματίες έχουν ένα πράγμα στο μυαλό τους.

Τον Ferdinand τον γνώρισα μέσω του Paul, ο οποίος μας σύστησε σε ένα νυχτερινό μπαρ του οποίου το όνομα δεν θυμάμαι. Ο Paul υποστήριξε ότι ο Ferdinand με είχε ακόυσει στην πιάτσα και ενδιαφερόταν να μου κάνει κάποια "πρόταση συνεργασίας". Στο μέλλον θα ανακάλυπτα ότι πιθανότατα ο Paul ήξερε τον Ferdinand πολύ καιρό πριν γνωρίσει εμένα.

Σαν "νεογνό" είμαι ακόμη αρκετά ψαρωμένος. Το γεγονός ότι άλλοι άνθρωποι είχαν ακούσει για εμένα με φόβιζε λιγο, πίστευα ότι ήμουν προστατευμένος κάτω από μια μαγική ασπίδα η οποία με έκανε αόρατο σε όλους τους ανταγωνιστές εμπόρους ναρκωτικών. Ο Ferdinand μου είπε κάτι όταν πρωτογνωριστήκαμε που πάγωσε το αίμα μου. Μου είπε ότι "κάποιος" με είχε βάλει στόχο και ότι είχα περίπου 2 λεπτά ζωής γιατί κάποιος θα με πυροβολούσε πίσω από το κεφάλι. Το είπε αυτό με ένα απλό χαμόγελο, λες και μιλούσαμε για τον καιρό. Μετά από λίγο είπε ότι ήταν χαρούμενος που δεν ήμουν νεκρός γιατί είχα μια ιδέα που θα βοηθούσε και τους δύο μας.

Δεν είχα ίδεα αν έλεγε την αλήθεια, αλλά τα λόγια του με πέταξαν κάτω από το ψηλό άλογό μου και με οδήγησε στην πραγματικότητα μέσα σε λιγα γαμημένα δευτερόλεπτα. Ο Ferdinand ποτέ δεν μου αποκάλυψε ποιοί ήταν οι συνεργες του, με ποια συμμορία δούλευε, αλλά από την εμφανισή του θα έλεγα ότι είναι μέλος μίας Πορτορικανής συμμορίας, τους Loisaidas. Μου είπε ότι εμπορευόταν κυρίως κόκα. Ήταν υπεύθυνος για την μεταφορά ναρκωτικών, έβρισκε κορόιδα στα λιμάνια και εξασφάλιζε ότι θα περνούσαν από τα τελωνεία απρόσκοπτα και τα ναρκωτικά θα κατέληγαν στα χέρια των εμπόρων. Ικανών εμπόρων, όπως εγώ. Πρόσφατα έκανε ντήλια με κάποια νέα άτομα και άρχισε να εμπορεύεται Ηρωίνη αλλά όχι τόσο καλή όσο το πράμα που πουλούσα εγώ. Μιλήσαμε λίγο παραπάνω και κανονίσαμε την συνάντηση στο MacDougal Street, μία όμορφη, ουδέτερη τοποθεσία.

Τα λόγια του με φόβισαν, αλλά ανακάλυψα ότι όλα αυτά ήταν δείγματα Πορτορικανής ανδρείας. Εάν με ήθελαν στα αλήθεια νεκρό, θα ήμουν ήδη νεκρός, αλλά εγώ ακόμη περπατούσα. Ο Ferdinand δεν ήξερα με ποιους συνεργαζόμουν και μπορούσα να του πουλήσω μούρη, ότι δήθεν μπορούσα να κάνω ζημιά σε αυτόν και στη δουλειά του. Η Fourth Street ήταν αρκετά ασφαλής, εκείνη την περίοδο. Θα άκουγα τι είχε να μου προτείνει.

Σε αυτό το σημείο είχα αρχίσει να έχω σοβαρές απορίες σχετικά με τον Big L. Είχα μαζέψει κοντά στα 80 χιλιάρικα στο διαμερισμά μου και κανείς δεν είχε ελέγξει τι κάνω και αν έχω ακόμη τα λεφτά. Ο Big L μου είχε πει να επικοινωνώ μαζί του από καρτοτηλέφωνο, για προφανείς λόγους, αλλά δεν είχα καταφέρει να του μιλήσω για 2 εβδομάδες. Κάθε φορά που δοκίμαζα να τηλεφωνήσω με χαιρετούσε ο τηλεφωνητής ο οποίος μου εκμυστηρευόταν πως ο Big L δεν ήταν εκεί γύρω και πως ήταν καλύτερο να τηλεφωνήσω ξανά αργότερα. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Ο Big L μου είχε φορτώσει μία μικρή περιουσία, ικανή για να μπορέσω να φύγω ακόμη και από τη χώρα και να ξεκινήσω άνετα να ζω σε ένα τροπικό μέρος αν ήθελα. Αλλά εγώ δεν το έκανα αυτό. Εμπιστευόμουν τον Big L και εκείνος εμπιστευόταν εμένα και η έλλειψη επικοινωνίας ήταν ένα τουλάχιστον συνταρακτικό γεγονός.

Πίσω στον Ferdinand. Καθίσαμε έξω από το καφέ και ήπιαμε καφέ. Ήταν μια ευχάριστη μέρα, γεμάτη κόσμο, έτσι η κουβέντα μας άρχισε να πηγαίνei προς την επαγγελματική πρόταση του Ferdinand.

“Οκ, ποιό είναι το ντηλ;” ρώτησα. “Τι ψάχνεις;”

“Έναν συνεργάτη,” είπε ο Ferdinand. "Είσαι απλά ένα παιδί, αλλά είσαι έξυπνο παιδί. Πόσα έχεις βγάλει όσο είσαι μέσα στο παιχνίδι; 100 χιλιάδες; 200 χιλιάδες;”

Ήταν εύστροφος, εγώ προσπαθούσα να μην χαμογελάσω, αλλά ακόμη και έτσι έλαμπα σαν ένα γυαλιστερό μιράζ. Προσπαθούσε να με κολακεύσει, ίσως. Αλλά εγώ δεν είπα τίποτα.

“Πόσο έμπιστος είναι ο προμηθευτής σου;” ρώτησε ο Ferdinand, σαν να διάβαζε το μυαλό μου σχετικά με τον Big L και την πρόσφατη εξαφάνιση του. “Έχεις ποιοτικό προϊόν. Καλύτερο από οτιδήποτε έχω δει εδώ γύρω. Προφανώς είσαι η βιτρίνα κάποιου, πιθανώς από το Jersey ή το Delaware; Σου δίνουν το μερίδιο που σου αξίζει;”

Η ικανότητα του να καταλαβαίνει τους άλλους με ηρέμησε λίγο. Αναρωτιόμουν εάν είχα βρει έναν συμπαίκτη στο παιχνίδι το ίδιο έξυπνο όπως εγώ. Ξέρω ότι δεν ήξερε τίποτα από αυτά από τον Paul ή τον Van, διότι δεν τους είχα πει τίποτα.

“Δεν θα εμπιστευόμουν πολύ τον Paul,” συνέχισε ο Ferdinand. “Είναι πρεζάκι και θα σε γαμήσει όταν βρει κάποια καλύτερη ευκαιρία στην αγορά.”

Ήθελα να του πω ακριβώς το ίδιο και για αυτόν αλλά προτίμησα να πω “Δεν στηρίζομαι σε τίποτα παραπάνω στον Paul πέρα από το να μου βρει περισσότερα πρεζάκια. Και ξέρει αρκετά πρεζάκια.”

“Άκουσέ με,” είπε ο Ferdinand, καθώς έσκυψε στο τραπέζι και σχεδόν έριξε τον εσπρέσσο του. Μύριζε σαν έναν ακριβό συνδυασμό ακριβής κολώνιας και τσιγάρων. “Έχω τα λιμάνια δικά μου. Ένα πλοίο που κουβαλάει πρέζα θα έρθει πολύ σύντομα, αλλά εγώ δεν ξέρω από πρέζες, εγώ ξέρω από κόκες. Χρειάζομαι κάποιον που να ξέρει πως να την διανέμει στην αγορά. Μπορώ να σου βρω βαποράκια που θα ασχολούνται με τις μικροαγορές. Μπορώ να σιγουρέψω ότι κανένας δεν θα σε γαμήσει, ότι κανένας δεν θα μάθει ποτέ που μένεις. Έχω μπόλικους ανθρώπους που με βοηθάνε. Έχω φίλους στην Αστυνομία της Νέας Υόρκης, απλά για να σιγουρέψω ότι δεν θα σε ακολουθεί κανείς. Και μπορώ να σου δώσω καλό μερίδιο, δεν είμαι σίγουρος ότι θα είναι μεγαλύτερο από αυτό που παίρνεις τώρα αλλά στοιχηματίζω ότι θα είναι. Ίσως 30%; Μπορώ να το κάνω αυτό γιατί είμαι πλούσιος και εσύ θα με κάνεις ακόμη πιο πλούσιο.”

Δεν είπα τίποτα και κοίταξα καλά τον Ferdinand, προσπαθώντας να κρατηθώ όσο πιο σοβαρός μπορούσα. Με κοιτούσε με ένα περίεργο βλέμα, με ένα βλέμα ανθρώπου που ήταν ικανός να ελέγχει. Δεν τον εμπιστευόμουν πολύ, αλλά η απληστία μου ήταν το κίνητρό μου εκείνες τις εποχές, και η απληστία έχει έναν τρόπο να σταματάει την λογική σκέψη και να τυφλώσερ ακόμη και τους πιο λογικούς ανθρώπους.

“Τι θα γίνει με τον προμηθευτή μου;” ρώτησα. “Τι θα κάνω με αυτόν;”

Ο Ferdinand κοίταξε απαξιωτικά. “Τι θέλεις σχετικά με αυτόν; Μπορείς να παίζει και μαζί του αν θες, αρκεί να βγάζεις λεφτά και για εμένα. Το τι κάνεις στον ελεύθερό σου χρόνο δεν με απασχολεί καθόλου.”

Τραβήχτηκε πίσω στη θέση του και γέλασε.

“Έχω πουλήσει ναρκωτικά σε ηθοποιούς του Χόλυγουντ, σε γνωστούς ροκ σταρ, σε πολιτικούς,” είπε. “Οδηγάω μια Porsche. Η μαύρη αγορά βρίσκεται εκεί έξω με δέντρα που βγάζουν χρήματα, περιμένωντας κάποιον να πάρει τους καρπούς τους. Είναι εκεί έξω αν θες.”

“Εντάξει,” είπα. “Πότε θα παραλάβω το πρώτο φορτίο;”


Οι άνθρωποι με ρωτούσαν πως αισθανόμουν ηθικά για τις συναλλαγές μου, εάν ένιωθα τύψεις ή ενοχές για τους ανθρώπους που σίγουρα σκότωσα η γάμησα τη ζωή τους με το προϊόν μου. Τώρα μπορώ να σας πω ότι η απάντηση δεν είναι τόσο απλή, όπως ότι ήμουν χαρούμενος ή δυστυχισμένος όταν πουλούσα πρέζες. Όπως κάθε δουλειά, μερικές μέρες ήταν καλύτερες από τις άλλες, μερικές φορές ένιωθα πως ήμουν στην κορυφή του κόσμου, κάποιες άλλες φορές έβλεπα κάποιο πρεζάκι με βυθισμένα μάτια, αδύνατο, που ικέτευε για τη δόση του και ένα μικρό μέρος μου αισθανόταν οίκτο. Μερικές φορές δεν χρειαζόταν να το βλέπω τελειώς ορθολογικά. Δεν έβαζα το πιστόλι στον κρόταφο σε κάθε πρεζάκι λέγοντας να βάλει την βελόνα στο χέρι του αλλιώς θα του τίναζα τα μυαλά στον αέρα. Δεν δούλευε έτσι.

Ποτέ δεν ακούμπησα την ηρωίνη, και ποτέ δε θα το κάνω. Αυτό που έκανα ήταν να προσφέρω μια υπηρεσία ώστε να καλύψω μία ζήτηση που υπήρχε ανεξάρτητα από εμένα. Εάν σταματούσα να πουλάω, ένας νέος ντήλερ θα ερχόταν στη γειτονιά που πουλούσα, μέσα σε μια βραδιά. Η ηρωίνη ήταν απλή. Έπαιρνα την μαλακία μου από ανθρώπους, το πιθανότερο Ρώσσους ή Κινέζους, ο οποίοι πιθανώς να το πήραν από τον Osama που πότιζε τις παπαρούνες του στο Αφγανιστάν. Δε με ένοιαζε. Ποτέ δεν ήξερα την διαδικασία μεταφοράς των ναρκωτικών. Όταν ο Ferdinand μου παρέδωσε το πρώτο μισό κιλό από το πράμα του, τα πράγματα ξεκίνησαν να απογειώνονται.

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

The Man - Επεισόδιο 2 - Οι πρώτες γνωριμίες

Ο East Third Street βρίσκεται ανάμεσα στις λεωφόρους A και B στο ανατολικό Μανχάταν. Ως 18χρονος, το να μετακομίζω σε ένα διαμμέρισμα στη Νέα Υόρκη με δύο κιλά ηρωίνης, ήταν τρομαχτικό αλλά ταυτόχρονα τόσο γοητευτικό. Σίγουρα αυτοί οι δρόμοι δεν ήταν άγνωστοι σε ναρκωτικά, αλλά υπήρχε κάποιου είδους καθαρότητα σε αυτούς λες και είχαν αποδεχτεί τις βρωμιές τους και συνθηκολόγησαν μαζί τους. Ήμουν τυχερός που έφτασα εκεί εκείνη την περίοδο. Λίγα χρόνια πιο πριν η Νέα Υόρκη ήταν μία τρώγλη των Πορτορικανών "Loisaidas", απατεώνων και άλλων αδίστακτων τύπων. Σήμερα, με τον περίεργο τρόπο που η Νέα Υόρκη αγκαλιάζει τις απομονωμένες και αφιλόξενες γειτονιές της, ήταν ένα τρέντυ σημείο για τους φοιτητές και τους γιάπηδες. Πλέον ήταν πιο έυκολο να ανοίξω ένα "μαγαζί" δίχως να γίνω "αλοιφή" από κάποιον ντήλερ.

Θυμάμαι που ξετύλιξα την ηρωίνη μόλις έφυγαν οι γονείς μου, σαν παιδάκι που ανοίγει το χριστουγεννιάτικο δώρο του. Έβαλα την ηρωίνη πάνω στο κρεβάτι μου, για εμένα ήταν δύο μεγάλα καφετί τούβλα, αλλά μάλλον στην πραγματικότητα ήταν μια βαλίτσα γεμάτη λεφτά. Ο Big L ήταν ενθουσιασμένος. Μου έλεγε πως θα κατάφερνα να πουλήσω το κάθε κιλό για 100 χιλιάδες. Ωστόσο εγώ ήμουν λιγότερο οπτιμιστής, ήξερα ότι οι τιμές στο Μανχάταν ήταν πολύ χαμηλότερες από ότι στο Camden, αλλά έπρεπε να βγω έξω να "δοκιμάσω τα νερά". Εάν όλα πήγαιναν όπως τα υπολόγιζα, έπρεπε να περιμένω γύρω στις 150 χιλιάδες από τα δύο μου κιλά. Ο Big L μου έδινε το 15%, άρα θα κέρδιζα περίπου 20 χιλιάδες για εμένα, λιγότερα από τα μελλοντικά μου έξοδα. Ο Big L μου είπε να βρω προστασία στο Queens, μου είπε θα τη χρειαζόμουνα, αλλά ήμουν σίγουρος ότι θα έβρισκα καλύτερη προστασία μόνος μου, τύπους που θα εμπιστευόμουν και όχι κλέφτες που θα τραβούσαν την προσοχή του κόσμου.

Υπάρχει ένα σημείο στη βιογραφία του Malcolm X που μου αρέσει πολύ, μιλάει για την εποχή που έμενε στην Βοστώνη και περιγράφει την ζωή των απατεώνων όπως εμένα. Λέει πως δεν μπορείς να είσαι απατεώνας μερικές φορές, και εξηγεί πως πρέπει να ζεις σαν απατεώνας, να μυρίζεις σαν απατεώνας. Πρέπει να είναι στο μυαλό σου σε κάθε σου βήμα. Από τη στιγμή που ξετύλιξα τις δύο σακούλες, άρχισα να ζω σαν απατεώνας, στο περιθώριο.

Κάθισα στο στρώμα δίπλα στην ηρωίνη, σκεπτόμενος το μέλλον. Ό,τι ήξερα για το "παιχνίδι" το έμαθα από την παρατήρηση, παρατηρώντας τα κόλπα στις πωλήσεις και τα λάθη από τα αρχάρια βαποράκια στο Camden. Πήγα αγόρασα μία ψηφιακή ζυγαριά, μικρά σακουλάκια και ένα χρηματοκιβώτιο. Όταν γύρισα σπίτι ζύγισα 20 γραμμάρια και το χώρισα στα σακουλάκια και έβαλα όλη την ηρωίνη στο χρηματοκιβώτιο. Ο Big L μου είχε μιλήσει για την ποιότητα της ηρωίνης, την περιέγραψε ώς "αρκετά ισχυρή". Δεν είχα ιδέα από ποιότητα και ισχύ τότε, αλλά ήξερα ότι αυτά τα ναρκωτικά θα πουλούσαν τον εαυτό τους πολύ εύκολα, αρκεί να μπορούσα να βρω πελάτες με διακριτικό τρόπο. Συνήθως χώριζα την ηρωίνη ανά 1 γραμμάριο και πρόσθετα λίγο παραπάνω μέσα γιατί σκέφτηκα πως αυτό θα με γλύτωνε από μερικές υπερβολικές δόσεις. Εάν οι πελάτες σου είναι ικανοποιημένοι με τη δόση τους, δεν υπάρχει λόγως να πάρουν παραπάνω και έπειτα να πεθάνουν από υπερβολική δόση. Ένας θάνατος από υπερβολική δόση σήμαινε ένας πελάτης λιγότερος και το κέρδος μου ήταν ο σκοπός μου.

Τα δίχτυα μου ήταν απλωμένα και ήμουν έτοιμος για το ψάρεμα. Πήγα στις εστίες της σχολής μου για να βρω κάποιες επαφές και κάποιους αγοραστές. Ήμουν συνεχώς σε κάθε πάρτυ, δωμάτιο εστίας και γενικά σε κάθε μέρος όπου νέοι μαζεύονταν όλοι μαζί και έπαιρναν πολλά ναρκωτικά.

Εάν δεν έχετε επισκεφτεί ποτέ δωμάτια εστίας, είναι δύσκολο να καταλάβετε πόσο διεφθαρμένα είναι τα πράγματα εκεί μέσα. Ήξερα ότι το πανεπιστήμιο είχε φήμη για τον ηδονιστικό τρόπο ζωής του, αλλά είχα σοκαριστεί και ο ίδιος όταν το είδα μπροστά μου. Πολλοί φοιτητές συσωρεύονταν στις τουαλέτες ρουφώντας κράκ, άλλοι καπνίζαν συνεχώς χόρτο και παίρναν περισσότερα χάπια και από τη γιαγιά μου. Η πρώτη εβδομάδα πριν αρχίσουν τα μαθήματα ήταν ένα είδος Διονυσιακού οργίου, λόγω αυτής της αφθονίας ναρκωτικών και ποτού. Ήμουν περικυκλωμένος από πέντε κορίτσια στη κουζίνα, καμμία δεν ήταν αρκετά μεγάλη για να αγοράσει αλκοόλ, όμως ρουφούσαν γραμμές στο τραπέζι με μεγάλη χάρη. Το ίδιο το πανεπιστήμιο φοβόταν να επέμβει εξαιτίας των μηνύσεων που θα ακολουθούσαν αναπόφευκτα έπειτα από τις κατηγορίες για χρήση και πώληση ναρκωτικών από πλούσια λευκά παιδιά. Σκέφτηκα ότι δεν θα ήταν τόσο δύσκολο να δημιουργήσω την "αγορά" μου.

Όταν ρωτούσα για ηρωίνη, προσπαθούσα να είμαι διακριτικός:

“Ε παιδιά εσείς ξέρετε τίποτα για πρέζες;”

“Ξέρω έναν τύπο που μπορεί να σου βρει καλό πράμα.”

“Δοκίμασες ποτέ τίποτε δυνατότερο από αυτό το πράμα;”

Αλλά φαινόταν πως η ηρωίνη ακόμη ήταν στιγματισμένη ενώ όλα τα άλλα ναρκωτικά όχι. Ήταν κάτι για το οποίο κανείς δεν μιλούσε, αλλά εμένα με τσάντιζε μιας και όποια πόρτα άνοιγες έβλεπες μέσα 10 παιδιά να ρουφάνε γραμμές. Την πρώτη εβδομάδα δεν κατάφερα να πουλήσω τίποτα. Τότε γνώρισα τον Paul.

Είχα γνωρίσει ένα κορίτσι, μια φοιτήτρια, και με είχε καλέσει σε ένα πάρτυ. Ο Paul στεκόταν σε έναν τοίχο φορώντας μία φτηνή μπλούζα και μιλούσε σε μία κοπέλα. Δεν υπήρχαν εξωτερικά σημάδια που έδειχναν πως είναι χρήστης, αλλά η διαίσθησή μου, μου έλεγε να τον έχω στα υπόψιν. Πρόσεξα τα μικρά μαύρα δαχτυλίδια γύρω από τα μάτια του, το βάρος του φαινόταν λίγο μικρότερο για το σουλούπι του. Όταν έφυγε και πήγε στη τουαλέτα, τον ακολούθησα. Μπήκε μέσα και εγώ περίμενα απο έξω παριστάνωντας πως πλένω τα χέρια μου. Τελικά βγήκε έξω με μία μαστουρωμένη λάμψη στα μάτια του και πλέον ήμουν σίγουρος. Τον σταμάτησα.

“Έι φίλε,” Είπα με ένα μεγάλο χαμόγελο. “Έχω ένα πράμα που δε θα σε στέλνει τρέχωντας στη τουαλέτα κάθε δύο ώρες. Είναι φοβερό πράμα που θα σε κρατάει όλη τη μέρα.”

Κοντοστάθηκε. Ήμουν πολύ νέος και αδύνατος για να είμαι αστυνομικός, και το χαμόγελό μου του έλεγε "Ξέρω τι έκανες εκεί μέσα φίλε, αλλά δε με πειράζει. Το έχω ξαναδεί.”

“Ξέρεις πολύ κόσμο σε αυτή τη πόλη;” ρώτησα, εννοώντας “ξέρεις πολύ κόσμο που παίρνει πρέζες;”

Ο Paul συνήλθε λίγο από τη ζαλάδα του και μου χαμογέλασε. “Πως δεν ξέρω,” είπε. “Ψάχνεις για ανθρώπους;”

“Ίσως. Ξέρεις, εάν με φέρεις σε επαφή με μερικά άτομα, ίσως μπορέσω να σε φέρω επαφή με ένα πολύ καλό πράμα.”

“Ναι, έχεις καθόλου πάνω σου;”

“Όχι, έχω στο σπίτι μου όμως.”

“Θέλεις να πάμε να μου το δείξεις;”

“Μπα,” είπα. “Θα σου φέρω λίγο στο σπίτι σου. Δεν χρεώνω τη μεταφορά.”

Υπήρχε ένα περίεργο φαινόμενο σε όλα τα πρεζάκια. Για κάποιο λόγο, η ανοχή τους ανέβαινε όποτε παίρναν πρέζες σε καινούρια μέρη. Μια ιδιαιτερότητα του εγκεφάλου μάλλον. Υπέθεσα πως αυτός ο τύπος δε θα είχε τέτοιο πρόβλημα για να βαράει σε τουαλέτες, αλλά δεν ήξερα πόσο καθαρό ήταν αυτό που έπαιρνε, και είχα σκοπό να τον γνωρίσω σε μια πολύ δυνατή ηρωίνη. Μου είπε ότι τον λένε Paul, και μου έδωσε τη διεύθυνσή του. Μένει σε ένα διαμέρισμα στο Brooklyn και τον συνάντησα εκεί μια ώρα αργότερα με μερικά σακουλάκια.

Είμαι πεπεισμένος πλέον ότι ο Paul δεν ήταν πάρα πολύ εθισμένος στην ηρωίνη αλλά στη διακύμανση. Μετρούσε τα πάντα στη ζωή του με όρους ανόδου και πτώσης, κέρδους και ζημιάς. Για αυτό παράτησε τη σχολή του για να γίνει βαποράκι. Κάθε τι στη ζωή του ήταν ένα κυνήγι της "ευτυχίας", είτε ήταν μια δόση πρέζας, είτε βγάζωντας 1 χιλιάρικο σε ένα βράδυ. Του έδειξα τα σακουλάκια και αρχίσαμε να μιλάμε.

“Πόσο κάνουν?” ρώτησε ο Paul, κοιτώντας απεγνωσμένα την πρέζα, μια συνήθεια που είχε κάθε πρεζάκι και θα μάθαινα πολύ καλά.

“Τίποτα,” είπα και ο Paul κοίταξε με απορία. “Απλά δοκίμασέ τη και πες μου πως σου φαίνεται.”

Ο Paul έβγαλε τις βελόνες του, το λάστιχό του και γενικά όλα τα συμπραγκαλά του. Βάρεσε την πρέζα και ξάπλωσε στον καναπέ του, τα μάτια του έλαμπαν.

“Αυτό το πράγμα είναι πραγματικά καλό,” ξεστόμισε με κόπο. “Γαμώ! μου φαίνεται είσαι ο άνθρωπός μου.”

“Μπορείς να βρεις περισσότερους πελάτες για εμένα;” ρώτησα. “Βρες μου πολλούς ανθρώπους και θα σου δίνω μερίδιο. Και περισότερο από αυτό το πράμα.”

“Βέβαια φίλε ξέρω πολλούς φοιτητές εδώ που παίρνουν. Και μερικούς μουσικούς επίσης. Μπορώ να σε γνωρίσω σε πάρα πολύ κόσμο.”

Άφησα τον Paul να αράξει στον καναπέ για λίγο, όταν ξαφνικά κάποιος χτύπησε δυνατά τη πόρτα και άρχισε να ουρλιάζει. Παραλίγο να χεστώ πάνω μου. Ο Paul γέλασε.

“Αυτός είναι ο Van the Man, ένας φίλος μου. Πήγαινε άνοιξέ του.”

Άνοιξα την πόρτα για να δω έναν κοντό λιγδιάρη τύπο με ράστα και το ένα μάτι μεγαλύτερο από το άλλο.

“Γιοοοοοοοο,” φώναξε μακρόσυρτα. “Μαστουρώνετε εδώ παιδιά;”

Του έδωσα μερικά σακουλάκια και του ίδιου, και ο Van the Man βάρεσε και αυτός. Γέλασε σαν κοριτσούδι και μαζεύτηκε σαν μπάλα στο πάτωμα. Σκέφτηκα πως ο Paul είχε κάτι λειτουργικό πάνω από τους ωμους του, αλλά ο Van the Man με φρίκαρε τελειώς. Δεν ήξερα εάν ήθελα να αναμιχθεί στη δουλειά μου. Αργότερα κατάλαβα ότι ήταν λίγο χαζούλης αλλά είχε καλή καρδιά. Στο μέλλον ο Van the Man θα με βοηθούσε με το εμπόριο, ενώ ο Paul θα αποδείκνυε πως ήταν μεγαλύτερος μπελάς. Ο Paul εξήγησε την κατάσταση στο Van the Man και φάνηκε να ενθουσιάζεται. Του έδωσα το τηλέφωνό μου και του είπα να με ενημερώσει εάν είχε νέα.

Όλα δούλεψαν ρολόι και την επόμενη μέρα ο Paul μου τηλεφώνησε για να μου μιλήσει για την Amanda, και από τότε το τηλέφωνο δε σταμάτησε να χτυπάει ποτέ. Δεν ήταν λάθος να σκεφτώ πως ο Paul και ο Van ήταν χωμένοι βαθιά μέσα στα ναρκωτικά, τις πρώτες δύο εβδομάδες έστειλαν τόσο κόσμο στο διαμέρισμά μου που αναγκάστηκα να τους πω να ηρεμήσουν γιατί είχα αγχωθεί με το ρυθμό που μπαινόβγαινε κόσμος στο σπίτι μου. Μια τεράστια γραμμή νευρικών φοιτητών ήρθε στο σπίτι μου, μαζί με μερικά πιο hardcore πρεζάκια, πιθανώς άστεγοι. Πάντα άφηνα τους επισκέπτες μου να κάθονται μισή ώρα, αλλά δεν ήθελα να με καταλάβουν οι Ισπανόφωνοι και οι συμμορίες κοντά στην λεωφόρο C. Μάζεψα 5 χιλιάδες σε δύο εβδομάδες, τα οποία διπλασιάστηκαν και έπειτα τετραπλασιάστηκαν τον επόμενο μήνα, καθώς η διαφήμιση από στόμα σε στόμα δούλεψε. Υπήρχε επίσης και έλλειψη καλής ηρωίνης, έτσι οι δουλειές πήγαιναν όλο και καλύτερα.

Η δουλειά πήγαινε καλά. Ακόμη δεν έκανα μεγάλα ανοίγματα, αλλά όλα τα μικροπρεζάκια μου έδιναν αρκετά χρήματα. Οι σπουδές μου υπέφεραν. Το να πηγαίνω στο μάθημα και να κάνω τις εργασίες μου έγινε δευτερεύων στη περίπτωσή μου. Δεν είχα αρκετούς φίλους εκτός από τους ανθρώπους στους οποίους πουλούσα ναρκωτικά, αλλά για τη στιγμή, ήμουν στη κορυφή του κόσμου.

Ωστόσο έβλεπα προβλήματα στο μέλλον.

Δεν μπορούσα να κάνω όλη τη δουλειά μόνος μου, ειδικά αν δεν ήθελα να τρελλαθώ. Εμπιστεύτηκα τον Paul και τον Van, αλλά δεν ήξερα για πόσο καιρό θα μπορούσα να τους εμπιστευτώ. Τους πλήρωνα κυρίως σε ηρωίνη και τους πετούσα μερικά δολλάρια από εδώ και από εκεί. Ήταν πολύ σημαντικοί για εμένα στην αρχή, αλλά όπως λέει και ένα ρητό, μην εμπιστευτείς ποτέ ένα πρεζάκι, και πιο αληθινά λόγια δεν έχουν ειπωθεί ποτέ. Είχα να ανησυχώ και για την αστυνομία επίσης. Δεν μπορούσα να σκεφτώ για το μερίδιό μου σε αυτό το σημείο, και ο εγωισμός μου δεν είχε μεγαλώσει ακόμη ώστε να με οδηγήσει σε μπελάδες. Ακόμη είχα να ανησυχώ για την οργάνωση των χρημάτων μου και τις τιμές. Σκέφτηκα ότι ίσως χρειαζόμουν κάποιον που να ξέρει καλύτερα το πεζοδρόμιο και να βλέπει τι γίνεται γύρω και ποιος μιλάει για τι. Είχα μπλεχτεί έτσι ξαφνικά με ένα σπριντ. Τώρα ήταν καιρός να βάλω όλες μου τις δυνάμεις και να αρχίσω να τρέχω τον μαρθώνιο.

Είχα πουλήσει περίπου 80 χιλιάδες δολλάρια ηρωίνης πριν γνωρίσω τον Ferdinand.

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

The Man - Επεισόδιο 1 - Το ταξίδι αρχίζει...

Αρχίζω την μετάφραση μιας πάρα πολύ ωραίας ιστορίας που βρήκα σε ένα φόρουμ και μου άρεσε πάρα πολύ. Υποτίθεται είναι πραγματική ιστορία αλλά είτε αληθινή είτε όχι αυτό δεν έχει πολύ σημασία.

Εξελίσσεται στη Νέα Υόρκη σε άγνωστο χρόνο αλλά πιθανότατα όχι πολλά χρόνια πριν. Μιλάει για έναν τύπο-"The Man" που πουλάει ηρωίνη εκεί.

Η μετάφραση από τα αγγλικά είναι τελειώς ελεύθερη και στο κλίμα πολλές φορές του Τρεμπέλη. Ελπίζω να σας αρέσει. Θα δημοσιευτούν συνολικά 6 επεισόδια. Μην διστάσετε να με ενημερώσετε για τυχόν ορθογραφικά λάθη ή ατέλειες.

Ας αρχίσει λοιπόν το ταξίδι...


Κάθε πόλη έχει τον άνθρωπό της. Δεν τον αναγνωρίζεις πάντα όποτε τον βλέπεις στον δρόμο ή σε ένα καφέ. Υπάρχει σε πολλά σχήματα και μεγέθη. Μερικές φορές αυτός ο άνθρωπος είναι παράτολμος και επιδεικτικός και αυτοί οι άνθρωποι συνήθως καταλήγουν στην φυλακή είτε αφήνουν την πνοή τους δίπλα σε μια υδρορροή. Μερικές φορές ακούνε μια φωνή στο κεφάλι τους που λέει "Αρκετά ως εδω!", και εξαφανίζονται το ίδιο ήσυχα όπως εμφανιστήκαν.

Για λίγο καιρό, εγώ ήμουν ένας από αυτούς τους ανθρώπους στο ανατολικό Μανχάταν, και η ηρωίνη ήταν το εμπόρευμα μου. Πιστεύω ότι πλέον έχει περάσει καιρός και μπορώ να πω την ιστορία μου, όχι για να περηφανευτώ, ούτε από τύψεις, απλά λόγω της αναγνώρισης ότι ναι, αυτός ήμουν εγώ. Αυτή είναι η ιστορία που περιγράφει πως πουλούσα ναρκωτικά στη νεολαία και στην ελίτ της Νέας Υόρκης, η άνοδος και η πτώση μου.

Όλα τα ονόματα και αρκετα μέρη έχουν αλλάξει.


Το πρώτο άτομο στο οποία πούλησα ηρωίνη στην Νέα Υόρκη ήταν ένα χοντρό κορίτσι το οποίο λεγόταν Amanda. Οι δύο κολλητοί μου, ο Paul και ένας τύπος που λεγόταν "Van the Man", την καθοδήγησαν σε εμένα και σταδιακά θα με βοηθούσαν να βρω πολλούς από τους πελάτες μου. Ο Paul ήταν ο κλασσικός λευκός τύπος από πλούσια οικογένεια ο οποίος παράτησε το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης για να γίνει βαποράκι. Ο Van the Man ήταν ο κλασσικός ράστα "άστεγος" νέος με πλούσιους γονείς. Συνήθως την έπεφτε γύρω από τις εστίες του πανεπιστημίου και παρακολουθούσε τα μαθήματα πολύ σπάνια. Οι δυό τους είχαν χωθεί βαθιά στην πρέζα, αλλά ήταν ακόμη "λειτουργικοί" όταν τους γνώρισα. Και οι δύο ήταν βαθιά ριζωμένοι στην κουλτούρα τους και αργότερα τους έκανα σημαντικές εκπτώσεις στην πρέζα με αντάλαγμα νέους πελάτες, και τα γαμημένα πρεζάκια, δόξα τον θεό, δεν είχαν πρόβλημα στο να τους εντοπίσουν.

Τέλος πάντων, πίσω στην Amanda. Ήταν η πρώτη μου, θα έλεγε κανείς, και ακόμη θυμάμαι το γεγονός αρκετά καλά. Θυμάμαι που την κοιτούσα με περίσσια περιέργεια καθώς εξέταζε το χέρι της, ψαχουλεύοντας με το ντελικάτο δάχτυλό της την σάρκα της, οι φλέβες της τότε ήταν ακόμη ζωντανές. Η ζώνη τυλίχτηκε γύρω από χέρι της κάνοντας τις φλέβες να πεταχτούν, μοιάζοντας σαν έναν άναρθρο μπλε ουρανό πριν το ηλιοβασίλεμα. Ήταν πολύ νευρική. Ο φίλος της την ώθησε στην πρέζα και τώρα εκείνος βρισκόταν εκτός της πόλης για ένα μήνα και εκείνη είχε αρχίσει να αγχώνεται. Ήταν πασιφανές ότι δεν είχε βαρέσει ποτέ ένεση στο παρελθόν.

Μια αστεία λεπτομέρεια μου έχει κολλήσει στο μυαλό, το τραγούδι "A Whiter Shade of Pale" των Procol Harem έπαιζε απαλά στο υπόβαθρο. Θυμάμαι την προσύλωση της Amanda στην άκρη της βελόνας, στο θολό υγρό που βρισκόταν μέσα στη σύρριγα. Πίεσε την ένεση στην φλέβα της με έναν δισταγμό που σταδιακά μειωνόταν.

"Μην πιέσεις, αλλά τράβα πρώτα" την συμβούλεψα. "Κοίταξε ότι θα μπει λίγο αίμα μέσα στην ένεση πριν την βαρέσεις ώστε να ξέρεις ότι χτύπησες φλέβα"

Η Amanda δεν βιαζόταν και ακολούθησε τις οδηγίες μου και ένα μικρό κόκκινο ποτάμι βυθίστηκε μέσα στο ομιχλώδες καφέ που υπήρχε μέσα στην ένεση. Έπειτα βάρεσε την ένεση. Η βελόνα βγήκε από το χέρι της και για λίγο δεν έγινε τίποτα. Έπειτα, έκλεισε τα μάτια της και βυθίστηκε στον καναπέ μου λες και ένα υποχθόνιο κύμα την κατέκλυσε. Το στόμα της άνοιξε και το πρόσωπό της παραμορφώθηκε από την ηδονή. Μία μικρή γραμμή σάλιου έτρεξε στο σαγόνι της.

"Ω θεέ μου", είπε. "Μου αρέσει πολύ αυτό το τραγούδι."

Θυμάμαι το γεγονός τόσο ζωντανά γιατί ήταν η μοναδική φορά που επέτρεψα σε κάποιον να κάνει χρήση στο διαμέρισμά μου. Εγώ ποτέ δεν πήρα ηρωίνη, ωστόσο είδα πολλούς ανθρώπους να παίρνουν και η Amanda μου εκμυστηρεύτηκε ότι δεν είχε ιδέα πως να το κάνει χωρίς την καθοδήγηση του φίλου της. Ήταν σίγουρη ότι θα τα γαμήσει και θα πεθάνει από υπερβολική δόση εάν δοκίμαζε μόνη της. Θα μπορούσε κανείς να πει από το βάρος της ότι δεν ήταν χρήστης πολύ καιρό. Εάν πεθαινε από υπερβολική δόση, αυτό σήμαινε ένας λιγότερος πελάτης για εμένα, έτσι σκέφτηκα να της δείξω πως να το κάνει "με ασφάλεια". Τέτοιου είδους σχέσεις εμπιστοσύνης είναι πολύ σημαντικές σε μια σχέση πελάτη-αγοραστή.

Θυμάμαι που έβγαλα τη ζώνη από το χέρι της με ένα περίεργο αίσθημα τρυφερότητας και είδα τους μύες της να χαλαρώνουν.

Με ρώτησε με τι ασχολούμαι εκτός από το να πουλάω ναρκωτικά και εγώ είπα ένα ψέμα ότι είμαι σερβιτόρος. Δεν της είπα ότι ήμουν φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

Ας πίστευε ό,τι ήθελε. Ήξερα ότι με είχαν συστήσει σε εκείνη επειδή ήμουν "ασφαλής" Ήμουν ο τύπος του Μανχάταν, ο τύπος που έβρισκες όταν ήθελες να φτιαχτείς αλλά δεν ήθελες να μπλέξεις με τις συμμορίες στο Bed Stuy ή στο Staten Island. Το πράμα μου ήταν ακριβό αλλά ήταν τρομερό. Οι πελάτες μου δεν είχα ιδέα πως να αγοράσουν ναρκωτικά στις κακόφημες γειτονιές της πόλης. Αυτά ήταν τα παιδιά του κεφαλαίου, κολεγιόπαιδα και γιάπηδες που ακόμη προσπαθούσαν να τσαντίσουν τους γονείς τους. Πλήρωναν το μεγαλύτερο μέρος του ενοικίου μου, των λογαριασμών μου και μου διασφάλιζαν ένα καλό κέρδος. Μου άρεσαν τα παιδιά του κεφαλαίου.

Δεν ήμουν σίγουρος αν μου άρεσε η Amanda, εκείνη την περίοδο. Ήταν χοντρή, όπως είπα, αλλά το πρόσωπό είχε ένα φρέσκο απαλό χρώμα και είχε μάτια μπλε, όπως το σύμπλεγμα των φλεβών της που κατέληγαν στην καρδιά της. Της έλειπαν τα βυθισμένα μάτια και το απαθές βλέμμα που διέκρινε τους πελάτες μου, με τους οποίους συνεργαζόμουν με έναν επαγγελματικό τρόπο. Δεν με χρειαζόταν ακόμη. Της έδωσα τα υπόλοιπα 8 σακουλάκια και την έστειλα σπίτι της.

Τα μεταμεσονύχτια τηλεφωνήματα θα ερχόντουσαν αργότερα.

Νομίζω πρέπει να σας περιγράψω λίγο καλύτερα τον εαυτό μου. Ξόδεψα τα πρώτα 18 χρόνια της ζωής μου στο Camden, του New Jersey. Δεν είπα ποτέ σε κανέναν στη Νέα Υόρκη από που ήμουν. Όταν σκέφτεσαι το Camden, σκέφτεσαι φτώχεια και εγκληματικότητα. Η αλήθεια είναι ότι το Camden ήταν μια πόλη με δύο πρόσωπα: ναι, η ηρωίνη και το κρακ, ήταν ένα μεγάλο, τεράστιο πρόβλημα και οι συμμορίες και τα βαποράκια γάμησαν την ποιότητα ζωής σε πολλές γειτονιές. Είναι μία από τις πιό φτωχές και πιο επικίνδυνες πόλεις της χώρας. Αλλά εμείς μέναμε κοντά στην προκυμαία και θυμάμαι να παίζω μπάλα και να βγάζω βόλτα τον σκύλο μου κοντά στο ποτάμι σαν ένα φυσιολογικό παιδί.

Οι γονείς μου με έστελναν σε ένα ιδωτικό σχολείο έξω από την πόλη. Ήταν και οι δυό τους δάσκαλοι σε δημοτικό πάνω από μία δεκαετία, και σε ένα μέρος όπως το Camden χρειάζεσαι υπομονή αγίου για να αντέξεις αυτή τη δουλειά για μια εβδομάδα. Βασικά ήμουν ο μικρός τους άγγελος. Ήμουν έξυπνος, μάλλον ήμουν αρκετά έξυπνος και όταν ενηλικιώθηκα ποτέ δεν παρακολουθούσαν από κοντά τις δραστηριότητές μου. Στο σχολείο έπαιρνα πολύ καλούς βαθμός και ήμουν άσσος στα μαθηματικά. Ήταν σίγουρο ότι θα έπαιρνα υποτροφία σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο ήθελα. Δεν ήξεραν ότι είχα συναναστροφές με έναν μεγάλο αριθμό αδίστακτων ανθρώπων.

Έκανα σκατοδουλειές και δεν είχα καθόλου λεφτά στο λύκειο. Δεν πουλούσα βαριά ναρκωτικά, πιθανώς γιατί ήξερα ότι μπορούσα να βρω πιο έξυπνους τρόπους να βγάζω λεφτά, αλλά σχεδόν όποιος ήξερα πουλούσε. Έπινα πάρα πολύ, κάπνιζα τόνους από χασίσι και πουλούσα λίγο σε γνωστούς για χαρτζιλίκι. Ήμουνα πολύ φίλος με τον αδερφό ενός πραγματικά πασίγνωστου έμπορου ναρκωτικών. Αυτός ο ντήλερ, ας τον πούμε Big L, είχε ένα ψιλικατζίδικο και ειδικευόταν στο να πουλάει ηρωίνη. Κάτι που πρέπει να γνωρίζετε είναι ότι το Camden έπασχε από επιδημία ηρωίνης και η Δίωξη Ναρκωτικών είχε έναν τεράστιο γαμημένο κόκκινο κύκλο γύρω από το Camden στο μικρό μαύρο βιβλίο της αλλά αυτό δεν επηρέαζε τα βαποράκια που πουλούσαν πρέζα ανενόχλητα. Υπήρχαν τόνοι από αυτό το πράμα στην πόλη και το περισσότερο ήταν αγνό και καθαρό. Ακόμη και οι συντοπίτες από το Cherry Hill και το Colts Neck κατέβαιναν και αγόραζαν το πράμα. Έτσι αν ήσουν γνώστης, και οι περισσότεροι ντήλερ που έβλεπα ήταν ακριβώς το αντίθετο, υπήρχε μια τεράστια περιουσία που μπορούσες να αρπάξεις στο Camden.

Ο Big L ήταν πραγματικά γνώστης, γνώστης αλλά με περιορισμένες δυνατότητες. Έγιναν κάποια τρελά σκηνικά, ένας πυροβολισμός, αλλά δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, και βοήθησα τον Big L και τον αδερφό του παρέχοντας τους άλοθι. Έπειτα από λίγο καιρό βρέθηκα στο πίσω μέρος του μαγαζιού του να τον βοηθάω στο "μαγείρεμα". Οι λεπτομέρειες για το πως έγινε αυτό είναι πολλές και μάλλον είναι μια ιστορία που θα σας διηγηθώ κάποια άλλη μέρα. Το νόημα είναι ότι πλέον ο Big L με εμπιστευόταν και η εμπιστοσύνη πληρωνόταν. Είναι πολύ πιο σημαντική από όπλα, λεφτά ή ναρκωτικά. Στο τέλος όλα είναι θέμα εμπιστοσύνης.

Ο Big L με πλήρωνε πολύ καλά για τις υπηρεσίες μου και σύντομα έμαθα ότι το να έχω πολλά λεφτά ήταν κάτι που με έκανε χαρούμενο. Δεν ήταν όλα τέλεια όμως, η πόλη αυτοκαταστρεφόταν και έβλεπα πολύ συχνά τον εαυτό μου να ψάχνει έναν τρόπο να φύγει από εκεί. Γυρνούσα σπίτι από το τέλειο ιδιωτικό σχολείο μου για να δω πολλούς φίλους μου να καταλήγουν στη φυλακή.

Όταν όμως έγινα 18, όλα άλλαξαν. Ο πατέρας μου βρήκε μια δουλειά σαν καθηγητής στο Rutgers. Η πλούσια θεία της μάνας μου πέθανε και κάποια χρήματα ήρθαν στην οικογένεια, όχι πολλά, αλλά αρκετά για να κερδίσω ένα φτηνό διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη, για το οποίο δούλεψα για να πληρώσω και εγώ το μερίδιο μου. Δεν σας ανέφερα ότι κέρδισα μια υποτροφία για το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης; Οι γονείς μου μετακόμιζαν από το Camden στο Piscataway, και εγώ κατευθυνόμουν στη Νέα Υόρκη.

Ο Big L και οι φίλοι μου ήταν πολύ περήφανοι για εμένα και μερικές νύχτες πριν φύγω το γλεντήσαμε στο καινούριο διαμέρισμα του. Ο Big L εξελισσόταν και ο ίδιος και αγόρασε ένα νέο διαμέρισμα και λίγη μεγαλύτερη ασφάλεια. Σε εμένα δεν είδε μόνο υποσχέσεις αλλά και μία ευκαιρία. Ήξερε ότι ήμουν ικανός να διακινήσω την ηρωίνη του στο Μανχάταν. Σκεφτόταν να μου δώσει ένα κιλό ηρωίνη μαζί μου και να δει τι θα άξιζε στη Νέα Υόρκη. Μου έδινε ένα τεράστιο μερίδιο από τα κέρδη, αρκετά για να μην χρειαστεί καν να σκεφτώ την πρόταση του για πολύ. Δε γαμιέται; σκέφτηκα. Μπορώ να σπουδάσω και να γίνω πλούσιος την ίδια στιγμή. Εάν τα πράγματα πήγαιναν αρκετά καλά, μου είπε ο Big L, μπορεί να ξεκινούσε μια νέα αυτοκρατορία στη Νέα Υόρκη και εγώ θα ήμουν ο άνθρωπός του. Ήμουν έντρομος και λίγο κολακευμένος ταυτόχρονα. Δεν χρειάστηκε να με ρωτήσει δεύτερη φορά.

Οι γονείς μου με οδήγησαν με ασφάλεια στη Νέα Υόρκη με δύο κιλά ηρωίνης τυλιγμένα καλά μέσα στο σακίδιό μου. Ήταν η αρχή ενός μακρύ δρόμου για εμένα.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Μπανάνες

Σαν νέος πίθηκος, ιδρώνω στο κλουβί μου
και τα αφεντικά με ποτίζουν μπανάνες
τη ψυχή μου τριγυρίζουν τσουγκράνες
και κανείς δεν ακούει την φωνή μου

θέλω να τρέξω, να φύγω, να ζήσω
μα αυτό που μου λείπει είναι η λίμα
και έτσι αναλώνομαι σε ανούσια ρίμα
για μια ζωή που δεν θα αποκτήσω

πάντα το χθες ήταν πιο ωραίο
και σήμερα όλοι δεν έχουν ψυχή
κουράστηκα πλέον δεν έχω αντοχή
θελω επιτέλους να βγω από το κλουβί

μα οι μπανάνες είναι γλυκές
ποιος τις γαμάει και τις αντοχές
είναι ωραία εδώ στο κλουβί
ούτως η άλλως δεν εχω και λίμα (ούτε ρίμα)

σηψη

υψωνομαι σε μυτες οκνηριας
κι αντισταθμιζω οτι λαθος εχω χτισει
ειμαι και παλι στο βασιλειο της ανιας
εκει που σερνεται μαζι μου ολη η φυση

καπου μακρυα μια θεληση φυτευω
και αναμενω ισως καποτε να ανθισει
κατω απ'την δυση,μι' ανατολη ζηλευω
οσα χρειαζομαι μπορει να μου δανεισει

ρεει απομακρα ποταμι επιθυμιας
μα οτι εσυρε μακρυα δεν θα γυρισει
θα το ξεβρασει καποιο κυμα νοσταλγιας
κι εκει μνημειο αλλο ενα θα σου στησει

κι ετσι απομενω να προσμενω ο,τι υπομενω
μα εδω μενω,και κοιταζω τους αιθερες
δοκιμασα να περπατησω ομως χωλαινω
μα θα πεταξω μια απ'αυτες τις μερες

κραταω σφιχτα στο ενα χερι μου τον ηλιο
μα μου ξεφευγει καθως πεφτω προς την θλιψη
και την ασπρομαυρη φωτογραφια σου στο αλλο
σφιχτα προτου η προσγειωση με συνθλιψει

....γαμω την σηψη

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Μπερδεμένος στο Βουκουρέστι

Ένα βραδάκι τράβηξα
να πάω προς τη Μπέττυ
τι να κάνώ αφού στο μουνί
η σκέψη μου συνέχεια ρέπει

Ήπια μπύρα δυό κιλά
ήπια κι εφτά τσιγάρα
γνώρισα τη Μόνικα τη Τζέσυ και τη Σάρα

Μου δώσανε κλεφτές ματιές με κέρασαν φιλάκια
είχαν βυζιά καλά, 'ταν ωραία κοριτσάκια
περίμενα οληνυχτίς
κοιτώντας τη μικρούλα
και λίγο πριν χαθώ
σκάει μιά τσαχπινούλα

Μελαχροινή και έμορφη με δυο μάτια που καίνε
είναι Ρουμάνα και τρελή
Αντρέ τη λένε

μου σκάει δυο φιλιά
μου δίνει τ'άρωμά της
μάγια μου κάνει η μάγισσα
με γεύει στα υγρά της

Η Λέσβος κι' οι λεσβίες
πρόστυχες και πονηρές κυρίες,
στο κρύο
το φάρμακο είναι το τρίο...

η Μπέττυ ερεθισμένη να κοιτά
εσύ να νομίζεις πως είναι αστείο
η Άρτεμις να χύνει κλαίγοντας
να κλαίει χύνοντας
απ'τη ζήλια
και τον πόθο
εγώ σα θηρίο
την Αντρέ στα τέσσερα
εξάρες έφερα
λίγο πριν φύγω
κι'αν φύγω πριν λίγο
νοιώθω πως έχασα
μείνε λίγο
δε σε ξέχασα
αλλά χάζεψα
τη νοιώθω
Αντρέ τριγύρω
τον έρωτα σύρω
γυρεύοντας νάβρω
τη δικιά μου Πριγκηπέσσα

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

ο κύριος Παυλίκος - Επεισόδιο 13 - το τέλος

ΠΡΟΣΟΧΗ!!!

Για μεγαλύτερη απόλαυση προτείνω να βάλετε να παίζει το παρακάτω video. Μόλις ακούσετε την πρώτη νότα μετά τον άνεμο είναι καλή στιγμή να αρχίζετε να διαβάζετε.

ΑΝΟΙΞΕ ΤΟΝ ΗΧΟ



Είχαν περάσει 2 χρόνια από την επιστροφή του κύριου Παυλίκου στη γη.

Τίποτε δεν είχε αλλάξει στον πλανήτη. Τα λεφτά υπήρχαν, τα χρηματιστήρια λειτουργούσαν και η ανισότητες μεταξύ εκείνων που έχουν και εκείνων που δεν έχουν, συνεχώς μεγάλωναν.

Σήμερα ήταν μια σπουδαία μέρα για τον κύριο Παυλίκο. Σήμερα θα έβγαινε από το τρελοκομείο.

Όπως καταλαβαίνετε αγαπητοί αναγνώστες ο κύριος Παυλίκος δεν κατάφερε να πείσει κανέναν για το τέλος που θα ερχόταν αναπόφευκτα στον πλανήτη. Τον μόνο που έπεισε ήταν ο γιατρός του, ο οποίος ήταν βέβαιος πως ο κύριος Παυλίκος εκτός από μεγάλη φαντασία κουβαλούσε μια μεγάλη τρέλα.

Βέβαια μετά από 2 χρόνια έκριναν πως ήταν πλέον καλά και δεν υπήρχε ανάγκη να ξοδεύει το κράτος χρήματα για εκείνον.

Οι πύλες άνοιξαν και ο κύριος Παυλίκος, με ένα ακόμη απολυτήριο στην τσέπη του, περπάτησε αργά και βγήκε από το τρελοκομείο.

Η γυναίκα του τον είχε παρατήσει. Δεν είχε σπίτι. Δεν είχε δουλειά. Δεν είχε λεφτά. Δεν είχε ψυχή.

Άγνωστος μεταξύ αγνώστων περπάτησε δίχως σκέψη, σκοπό και προορισμό.

Είναι δύσκολο πολύ να είσαι ο μόνος που ξέρει το μέλλον .

Αποφάσισε να πάει στο κέντρο. Περπάτησε τους δρόμους που πλέον ήταν άγνωστοι για εκείνον.

Έβλεπε πολλούς ανθρώπους. Αγόραζαν συνεχώς. Αγόραζαν τσιγάρα, αγόραζαν περιοδικά, αγόραζαν εμπειρίες, αγόραζαν σκέψεις, αγόραζαν αναμνήσεις, αγόραζαν το παρελθόν τους και αγόραζαν το μέλλον τους. Ολα ήταν προς πώληση και όλα ήταν προς αγορά.

Άρχισε να ζαλίζεται. Δεν αισθανόταν καλά. Κάποιος ρακένδυτος στον δρόμο του ζήτησε λεφτά. Δεν απάντησε και έφυγε γρήγορα από δίπλα του.

Ο κόσμος τον προσπερνούσε γρήγορα. Κανένας δεν τον έβλεπε, κανένας δεν του έδινε σημασία. Καμμιά φορά κάποιο μικρό παιδί τον κοιτούσε με οίκτο αλλά και αυτό απομακρυνόταν όταν η μητέρα ή ο πατέρας του το τραβούσε με βία από το χέρι.

Όλα ανούσια, όλα δίχως ουσία.

Περπάτησε πολλές ώρες. Έβλεπε γύρω του να κινούνται άνθρωποι που πλέον έγιναν υπάνθρωποι. Κυνηγούσαν το χρήμα και το χρήμα τους κυνηγούσε. Το χρήμα ήταν αυτοσκοπός.

Εκείνος ήξερε. Ηξερε πάρα πολλά. Ήξερε πως το τέλος ήταν κοντά και δεν μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό. Αισθανόταν ζωντανός μέσα σε φέρετρο που βυθιζόταν μέσα στο νερό και δεν μπορούσε να το ανοίξει και να βγει στην επιφάνεια. Η επιφάνεια ήταν μίλια μακριά. Βυθιζόταν σε ένα βούρκο που δεν είχε πάτο.

Ένα δέντρο βρισκόταν σε μια γωνία, βυθισμένο σε ένα άρρωστο χώμα. Σαν έκθεμα σε βιρτίνα το χάζευαν μερικοί περαστικοί και φεύγοντας μιλούσαν στο κινητό τους με ένα γνωστό, έναν φίλο.

Εκείνος δεν είχε φίλους, δεν είχε γνωστούς. Πιάστηκε στο ιστό της ζωής και η αράχνη τον πλησίαζε γοργά.

Ήθελε να φωνάξει αλλά η φωνή του ήταν άηχη.

Ένιωσε να πνίγεται. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Ήθελε να τρέξει.

Θυμήθηκε τον εαυτό του παιδί. Θυμόταν πως έτρεχε, πως γελούσε, πως δεν είχε ανάγκη τα λεφτά.

Θυμήθηκε τους φίλους του, θυμήθηκε τα παιχνίδια, θυμήθηκε τις χαρές και τις λύπες του.

Θυμήθηκε πως το μόνο που είχε σημασία ήταν η ζωή. Θυμήθηκε την φύση. Του άρεσε η φύση, του άρεσαν τα δέντρα, τα ποτάμια, η θάλασσα, τα βουνά, τα λουλούδια και ό,τι απλόχερα του χάριζε η φύση.

Σκέφτηκε πόσα πράγματα πέταξε και αρνήθηκε για χάρη του χρήματος.

Σκέφτηκε αυτά που έγιναν και εκείνα που θα γίνουν.

Είχαμε τη ζωή δίπλα μας, μέσα στα χέρια μας και την πετάξαμε βίαια μακριά.

Πλεον δεν τον ένοιαζαν οι γυμνόστηθες κοπέλες και οι κοιλιακοί φέτες.

Μακάρι να μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω.

Ήθελέ να ξαναγεννηθεί σε έναν άλλο κόσμο.

Άκουγε φωνές και κλάματα. Άκουγε την δυστυχία να απλώνεται σιγά σιγά γύρω του.

Δεν είχε επιλογές, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε.

Τίποτα δεν μπορούσε να αποτρέψει αυτόν τον πλανήτη από το χάος.

Έβλεπε παντού γύρω του μέλλοντες νεκρούς που κυνηγούσαν την ζωή μέσα από τα χρήματα. Έβλεπε διψασμένους ανθρώπους που μάζευαν νερό με σουρωτήρια. Έβλεπε πιστούς να προσκυνούν τα λεφτά γύρω από τον μεγάλο ναό του χρήματος.

Έβλεπε σκλάβους δίχως αλυσίδες. Έβλεπε την απομόνωση. Την προσωπική φυλακή του καθενός μας.

Έβλεπε κτίρια και σπίτια. Σπίτια κλειδωμένα και οι άνθρωποι μέσα τους ήταν φοβισμένοι.

Φοβόντουσαν να ζήσουν. Χωρίστηκαν μεταξύ τους. Ο καθένας μόνος του και όλοι για κανέναν.

Ο φόβος και ο τρόμος ήταν η καθημερινότητά τους. Πρέπει να ζήσουν και για να γίνει αυτό πρέπει να έχουν λεφτά.

Δίχως τα λεφτά δεν είσαι τίποτα.

Άρχισε να ανακατεύεται και όλα γυρνούσαν γύρω του. Κόσμος περνούσε βιαστικά γύρω του. Ήθελε να τρέξει. Να φύγει, να χαθεί.

Άκουγε φωνές, γέλια και πειράγματα. Άκουγε την φωνή του θανάτου να τον πλησιάζει τρέχοντας.

Άρχισε να τρέχει και εκείνος. Έτρεξε μέχρι που δεν μπορούσε να τρέξει άλλο.

Ζαλισμένος και εξουθενωμένος έφτασε στο χρηματιστήριο.

Κατάφερε και μπήκε μέσα.

Ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες.

Έφτασε στην κορυφή του χρηματιστηρίου.

Κοίταξε κάτω και είδε μια λίμνη από αίμα. Είδε φωτιες και ερείπια. Είδε τον θάνατο να απλώνεται και μια μαύρη σκιά να καλύπτει τα πάντα.

Είδε την κατάντια της ανθρώπινης ζωής.

Είδε ανθρώπους να σκοτώνουν ανθρώπους.

Είδε θανάτους, εκτελέσεις και αμαρτίες.

Τις αμαρτίες μας που δεν ξεπλένονται με τίποτα.

Είδε το άσκοπο της ζωής όλων μας. Μας ένιωσε όλους. Μας κατάλαβε όλους. Προσπάθησε να μας προειδοποιήσει αλλά δεν τα κατάφερε.

Είδε την λύπη κατάματα. Πλέον δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυα άλλο μέσα του. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί.

Τα μάτια του ήταν θολά. Δεν μπορούσε πλέον να δει. Ζαλιζόταν πολύ και δεν μπορούσε να αναπνεύσει.

Είναι στιγμές που τα πάντα είναι τίποτα.

Ξαφνικά παντού γύρω του απλώθηκε μια σιωπή. Μια σιωπή που τρυπούσε τα αυτιά.

Δεν ανέφεραν το όνομά του στις ειδήσεις. Δεν τον θυμόταν ούτε θα τον θυμάται κανείς.

Μόνο ένα παιδάκι φυλάει στο συρτάρι του μια ζωγραφιά από αυτό που είδε.

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Οι κόρες

Ξέχειλες όχθες, ψυχρές πηγές
Ποτάμι καυτό να ρέει αργά,
Τραχιά αξίνα σκάβει βαθιά
Μηλίγγιο πόνο χτυπά, και ξανά,
Σε βαθιές, υπόγειες κόγχες
Κόρες μόνες λούζονται μ'αλάτι
Ό,τι κι αν λεν δεν θεν να κρυφτούν
Ρωγμές άχαρες χαρακώνουν
Ψάχνοντας παρήγορη σκιά
Πυκνή ομίχλη υψώνεται πάλι
Ζεστά καμίνια ανάβουν
Σαν χίλιες ταμπακιέρες
Οσμή καπνού, σαν πρωινό ταξίδι

Οι κόρες ανταμώνουν πόθο οικείο
Σταματούν να λούζονται
Οι ρωγμές σταματούν να ρυτιδώνουν
Η αξίνα δεν ξανασηκώνεται
Ο πόνος κι οι κόγχες ηρεμούν
Ο ξεριάς άρχισε να δροσίζει
Το τσιγάρο άλλαζει γεύση

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

ο κύριος Παυλίκος - Επεισόδιο 12 - Επιστροφή στη γη

Όταν η απόγνωση βγαίνει στην επιφάνεια τότε τα πράγματα ζορίζουν. Οι κάτοικοι του πλανήτη Γκλόργκον με περίσια την απόγνωση αποφάσισαν πως ήταν ώρα να αλλάξουν τα πράγματα. Έτσι αποφάσισαν να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους. Βγήκαν όλοι στον δρόμο απαιτώντας την αλλαγή του καθεστώτος. Όλοι οι "αυλικοί" του Γκλοργκ του 3ου έτρεμαν από φόβο καθώς γνώριζαν πως το τέλος τους ήταν κοντά.

Στο μουσείο της Ιστορίας ο κύριος Παυλίκος πλεόν δεν φοβόταν για τον δικό του χαμό που επρόκειτο να έρθει πολύ σύντομα. Αυτά που διάβασε στην επιγραφή τον είχαν αναστατώσει και πλέον γνωρίζοντας πως αυτός ήταν η αιτία της καταστροφής περίμενε καρτερικά τον θάνατό του.

- Κύριε Τζορτζ, πιστευω πλέον να έχετε καταλάβει που οδηγήσατε τον πλανήτη μας. είπε ο Κρόμπολ

Ο κύριος Παυλίκος δεν είχε τίποτα να πει.

- Καλύτερα να με ακολουθήσετε, πάμε στις αποθήκες του μουσείου. Δεν θέλω να γεμίσω με αίματα τα ιστορικά μνημεία του λαού μας.

Ο πρωταγωνιστής μας, ακολούθησε τυφλά τον Κρόμπολ αγνοώντας τα λόγια του και περιμένοντας καρτερικά τον θάνατο. Πλέον ήταν ένα άβουλο ον. Η αλήθεια τον συγκλόνισε και πλέον ο θάνατος ήταν ευχή για αυτόν.

Έτσι ο Κρόμπολ και ο κύριος Παυλίκος περπάτησαν αργά προς τα υπόγεια του μουσείου.

Όμως καμμιά φορά η ελπίδα φοράει περίεργα κουστούμια και σαν από μηχανής θεός εμφανίζεται εκεί που δεν την περιμένεις. Ο Γκρίγκολ είχε καταλάβει πως ο ηγέτης που ακολούθησε δεν είχε καμμία διαφορά από τον προηγούμενο ηγέτη, τον Γκλοργκ τον 3ο. Άρχισε να πιστεύει πως δεν ευθύνονται τα άτομα που βρίσκονται σε θέση εξουσίας για όλα τα κακά που προξενούν, αλλά η ίδια η εξουσία. Άρχισε να σκέφτεται πως ο κύριος Τζορτζ ήταν ο μόνος που μπορούσε να επιστρέψει στη γη και να προειδοποιήσει τους γήινους από έναν βέβαιο χαμό.

Αποφάσισε να σώσει από τα αδίστακτα χέρια του Κρόμπολ τον κύριο Παυλίκο καθώς κατάλαβε πως ήταν απλά ένα αθώο ανθρωπάκι. Δεν ήθελε να βάψει τα χέρια του με άλλο άιμα αθώων. Ενώ περπατούσε έξω από το μουσείο αναλογίστηκε όσα είχαν γίνει και γύρισε βιαστικά προς το μουσείο με σκοπό να απελευθερώσει τον κύριο Παυλίκο.

Εντωμεταξύ ο κύριος Παυλίκος βρισκόταν στα γόνατά του και ο Κρόμπολ κρατώντας ένα εργαλείο σαν πιστόλι ήταν έτοιμος να τον εκτελέσει και να λυτρώσει τους συντρόφους του που είχαν σκοτωθεί από τον Γκλοργκ τον 3ο και την μανία του να ελέγξει όλο τον πληθυσμό του πλανήτη Γκλοργκ.

Εκείνη την στιγμή η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Γκρίγκολ στο δωμάτιο.

- Τι κάνεις εσύ εδώ; είπε με απορία ο Κρόμπολ.

Χωρίς να απαντήσει ο Γκρίγκολ πλησίασε και χτύπησε με δύναμη τον Κρόμπολ ο οποίος έπεσε στο πατωμα σαν σακί από πατάτες.

- Ηρθε η ώρα να φύγεις. είπε ο Γκρίγκολ στον κύριο Παυλίκο. Ακολούθησέ με.

Μη καταλαβαίνοντας τι γίνεται ο κύριος Παυλίκος ακολούθησε τον Γκρίγκολ. Αλλά εκείνη τη στιγμή ο Κρόμπολ είχε αρχίσει να συνέρχεται από το χτύπημα. Σήκωσε το όπλο του και πυροβόλησε προς τον κύριο Παυλίκο. ομως η σφαίρα του χτύπησε τον Γκρίγκολ ο οποίος έπεσε στο πάτωμα.

Ο κύριος Παυλίκος έσκυψε δίπλα του και προσπάθησε να τον σηκώσει.

- Αφήστε με. είπε αυστηρά ο Γκρίγκολ.
- Δεν μπορώ να σε αφήσω, φώναξε ο κύριος Παυλίκος. Δεν μπορώ να κουβαλήσω άλλα πτώματα στην συνειδησή μου.
- Έχετε μια ευκαιρία κύριε Τζορτζ, είπε ο Γκρίγκολ καθώς η φωνή του άρχισε να σβήνει. Πρέπει να επιστρέψετε στη γη και να προειδοποιήσετε τους κατοίκους της για το κακό που προξενούν τα λεφτά. Πρέπει να του αναφέρετε το παράδειγμα του πλανήτη μας.

Αυτά τα λόγια του Γκρίγκολ έδωσαν κουράγιο στον κύριο Παυλίκο. Του έδωσαν ένα λόγο να μην τα παρατήσει και να γυρίσει στη γη. Έπρεπε να προειδοποιήσει τους συνανθρώπους του.

- Μα... πως μπορώ να φύγω; είπε ο κύριος Παυλίκος.
- Πρέπει να φτάσετε στο διαστημοδρόμιο του Γκλοργκον. Εκεί βρίσκεται το σκάφος που σας έφερε στον πλανήτη μας. Οι συντεταγμένες του είναι ρυθμισμένες και ο προορισμός του είναι ο πλανήτης γη. Πρέπει να πατήσετε τον κωδικό 4242 και να ανοίξετε τις μηχανές. Έπειτα μόνο του θα σας μεταφέρει πίσω στη γη. Πηγαίνετε, πριν είναι αργά.

Δίχως δεύτερη σκέψη ο κύριος Παυλίκος, δειλός και εγωιστής ως ήταν, άρχισε να τρέχει. Βγήκε από το μουσείο και κοιτώντας πίσω του είδε ότι κανείς δεν τον ακολουθεί. Στον δρόμο έβλεπε πως ο πλανήτης κατέρεε. Όλοι οι κάτοικοι βρίσκονταν στο δρόμο. Είχαν στήσει οδοφράγματα και φωτιές έκαιγαν παντού. Ο κύριος Παυλίκος απέφυγε με δυσκολία κάθε εμπόδιο ώσπου έφτασε στο διαστημοδρόμιο. Εκεί δεν συνάντησε ούτε έναν Γκλοργκονιανό. Όλοι βρίσκονταν στους δρόμους.

Πήγε στο μοναδικό σκάφος που βρισκόταν εκεί. Όλα τα υπόλοιπα είχαν χρησιμοποιηθεί ως μέσο διαφυγής από τους πιλότους τους. Μπήκε μέσα στο σκάφος, έβαλε τον κωδικό που του είπε ο Γκρίγκολ και το σκάφος άρχισε να ανεβαίνει στον ουρανό του πλανήτη.


Ένα ποίημα δεν είναι αρκετό για να περιγράψει το τέλος του πλανήτη Γκλόργκον.
Αφήνουμε αυτή τη δουλειά στο μυαλό σας.