Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011
έφυγες - γεια
δίπλα σε ένα ηλιόλουστο απόγευμα
να μου πεις ολόκληρη τη φύση σου
μέσα σε δύο στιγμές.
ύστερα
να περπατήσω μαζί σου
πέρα από το ποτάμι της ματαιοδοξίας.
να καταπιώ τις σκέψεις σου.
η ζωή μέσα από τους άλλους είναι κουραστική.
γιατί είσαι βιαστική;
έφυγες.
γεια.
όχι άλλο
Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011
μονογονικός τρόπος αναπαραγωγής προκαρυωτικών ή διχοτόμηση
και η Αριάδνη σε παράτησε
έμεινες μόνος σου στο λαβύρινθο
και σε κάθε γωνία ακούς την ανάσα του Μινώταυρου
μάτωσε ο μίτος και σε άφησε
μόνο, η Αριάδνη, σε παράτησε
σε ένα λαβύρινθο, δίχως την κάσα
και του Μινώταυρου ακούς ανάσα
ο φόβος είναι αισθητός
λεπτή στιγμή...
δίχως φωνή με φώναξες
και ο καπνός του άδειου τσιγάρου σε πλημμύρισε
άδειος καπνός ενός σβηστού τσιγάρου
δίχως μια λάμπα η κορυφή του φάρου
αναίσθητος ο φόβος σε πλημμύρισε
λεπτή στιγμή... ψιθύρισε
σκότος πυχτό και εσύ ανήμπορος
τούτη η ζωή είναι ανήφορος
μες στο σκοτάδι τριγυρνάω
που είναι το φως; και πες μου που πάω;
Γιώργος Τσίγκος - Τετραγωνισμένα φύλλα
Τετραγωνισμένα φύλλα
Φύλλα πουλημένης έκφρασης
Φιγουράρουν αποβλακωτικά
Πίσω από πάγκους
με χυμένα σκουπίδια
Έγινε το ροκ στοίβες αποτσίγαρων
από πελάτες παμπ
που τραβολόγιουνται
από τα ίδια και τα ίδια
από χιλιοτυπωμενες φάτσες
λογία και παραγγελίες
για κανάλια φυγής
ταβέρνα καφετέρια παμπ
στρατόπεδο σπίτι
κόλλησαν όλα στο μυαλό μου
σαν χυμένοι καφέδες
ξεραμένοι στα ίδια και τα ίδια
λουστραρισμένα τραπεζάκια
Έμποροι μεταπουλούν την ευχαρίστηση
με δόσεις άφιλτρων χείμαρρων κοροϊδίας
σ' αντάλλαγμα χρυσάφι και πιοτό
για παραλλαγή
Ο χόντρος με τη κοιλία με λιγουρεύεται
ασθμαίνοντας μια ανάγκη μου
κολλημένο κατοστάρικο στη γυαλιστερή καράφλα του
Ένα τσιγαράκι ρε φίλε
Ένα τσιγαράκι ακόμα
να το κόψω
να κόψω το πονοκέφαλο
που τσεκουρώνει ύπουλα
το κανάλι το σπερμάτων
φανταρία με μπλουζάκια
παρελθοντολογικών νοήσεων
μηρυκάζουν χαμένες ανάσες
μέσα σε στενά μπλουτζίν
που ξεβάφουν αίμα και θειάφι
Ξεράσματα ποτάσας
ζητούν κατοικία
ζάχαρες λύτρωσης
μιλώντας για κόσμους
γαλήνιους μπατσοφορεμένους
με περιπολικά
σε περιπολίες στα στέκια
στα στέκια που αλήτες
αλήτες αλλάζουν την πορεία στο αίμα τους
Να θυμηθείς ρε να παραβγούμε
στο τρέξιμο
σε μια έρημη αμμουδιά
να μην μας βλέπει κανένας
με πεθαμένα κοχύλια
να ξεφυσήσουμε
νικοτίνη και σιχαμάρα
στα σπλάχνα τους
να ουρλιάξουμε
ματώνοντας το λαιμό μας για όλα τα χαμένα βράδια μας
να ουρλιάξουμε…
Νεκροκεφαλές σε μηχανάκια
ψάχνουν σάρκα από τη σάρκα μας
ξεράθηκαν τα χείλη μας
μιλώντας για τα ίδια και τα ίδια
και συ κοριτσάκι
να μην έχεις καταλάβει τίποτα
τίποτα να μην έχεις καταλάβει
παρά να φεύγεις μακριά
ξεπουλώντας, αυνανίζοντας
όλα τα βράδια που σου χάρισα
με το κορμί μου
με τα χείλη μου
σ' όλες τις κοινωνικές
τις μασημένες σεμνότητες
των ιριδικων καταπιέσεων
Να σε σεργιανίσω σε όλους τους τάφους
που λυτρώθηκαν
φτωχοί αυτόχειρες
στρατιώτες εικοσάχρονοι
με μελανιασμένες κατανοήσεις
φτωχοί αυτόχειρες
Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011
μένουλα
στο λέω επήλθε κορεσμός, ήδη άρχισε η σήψη
λύσεις υπάρχουνε πολλες στο είπα και στο λέω
δίχως να είμαι ένοχος, κατέληξα να φταίω
ως εδώ λοιπόν
δεν θέλω άλλο
αν με θες, κάνε σινιάλο
και τώρα φεύγω
δεν θέλω πια
να μου τρώει ο χρόνος τα μυαλά
μία είναι η λύσις
μία και η ζωή μας
δε θέλω να με πείσεις
σύντομα θα έρθουν και άλλα λάθη ωραία και μοιραία
νόμιζες ήσουν κανονικός μα κάνεις σαν ΑμεΑ
ζήσε όπως θες εσύ, κανέναν μη λογαριάζεις
καλύτερα να γέμιζες, παρά όλο να αδειάζεις
στη ζωή σου κάθε μέρα κανεις σαν ρομποτάκι
τρεμπέλικα έπρεπε ζείς, δίχως το φαρμάκι
Γυναίκα Μερακλού
Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011
Τρεμπέλτικο
Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011
σαν χαρά
θα πιείς και θα'σαι "σαν χαρά" στης πόλης τα χανία
θα βάψεις το κεφάλι σου με τη γλυκιά τη μέθη
μία κλωστή είναι η ζωή και η μοίρα σου τη γνέθει
την απελπισία που σε τύλιξε, δεν θέλεις να λατρέψεις
μα είσαι τόσο αδύναμος, δε θέλεις να παλέψεις
και έτσι πια την αγάπησες, σ'αγάπησε και εκείνη
δείγμα ελπίδος και χαράς, μέσα σου δε θα μείνει
το τίποτα είναι βαρετό, τα πάντα σε κουράζουν
και οι νυχτερίδες της ζωής στον κόρφο σου κουρνιάζουν
έφυγαν οι πριγκίπισσες και πέθαναν οι δράκοι
και την ελιά που φύτεψες, πλημμύρισαν οι δάκοι
και αν του πνιγμένου, τα μαλλιά, είναι η μόνη ελπίδα
εσένα σου έπεσαν νωρίς, δεν έχεις πια ασπίδα
κοιτούσες κάποτε τον ουρανό και ήτανε γαλάζιος
μα τώρα πια που τον κοιτάς, είναι άχρωμος και άδειος
Η τεχνική της κόμπρας
Εσύ - Εγώ - Εγώ - Εσύ
Εγώ...........................Εσύ
Εσύ...........................Εγώ
σ' έδινα.........και σ έφτυνα
μάτια μου......και σ έριχνα
παπαρούνες..........λύματα,
μαραμένες,..........κρίματα
άγνοια μου,..........δήλωσα,
τα φιλιά μου.........ξήλωσα
απ τα χέρια.......τα κλειδιά
πήρε πια.........και έχε γεια
Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011
προκάτ
βίαια συναισθήματα και αντίστροφα κεφάλια
στις πλατείες μόνο ματ
σκουπίδια, ατέλειωτα ρεμάλια
τέλος Σεπτέμβρη, ανησυχία
κρύος βοριάς και δυο σανδάλια
ξεχάστηκε, έσβησε η ηρεμία
δίχως νερό τα ακρογιάλια
περάσματα σκοτεινά τιτιβίζουν και όλο βρίζουν
στη μπετονένια ζούγκλα δεν θα βρεις αυτό που ψάχνεις
πρέπει να φύγεις να καλπάσεις μακριά
και να πανε να γαμηθούνε όλοι
Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011
πρωινή μιζέρια με ψήχγματα χαράς
εσπαντρίγιες και ποντίκια
βροχή και καλοκαίρι τέλος
μέσα στη καρδιά το βέλος
πετρωμένα πρόσωπα και άκαρπες ημέρες
καράβια αδειανά στης θάλασσας τις ξέρες
αναίτιο μιρολόι και παράθυρα κλειστά
σπιτάκια που'ταν ξύλινα και έγιναν κτιστά
περπάτημα αδιάφορο και γέλιο μαραμένο
πάντα σε κάθε γειτονιά θα με φωνάζουν ξένο
κανένας δεν με γνώρισε, κανείς δε θα με μάθει
και ό,τι εγώ το έπαθα κανείς να μη το πάθει
Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011
παρδαλό διάλλειμα μακρινού βεληνεκούς
αποτέλεσμα διαφήμισης
βρώμα και δυσωδία
ένα άθροισμα από λάθη στης ζωής τη τραγωδία
μια συνωμοσία αναδύθηκε μέσα από τη σύναξη
αν φτάσω ογδόντα, δε θα πάρω ποτέ σύνταξη
αδικία,
ένας στρατός παρακαλά έναν ανίδεο γιωτά
είμαι ανίδεος;
φούξια πάθη τρύπησαν την λαβωμένη από χάραμα ιδέα
μια αδέσποτη σφαίρα τρύπησε το ήδη ματωμένο στήθος
αν όλα δεν ήταν άσχημα τότε όλα θα ήταν ωραία
ένα λεπτό που πέρασε για πάντα, μα έμεινε μύθος.
μόνο ερωτήσεις έμειναν στο άδειο μου κεφάλι
και ούτε μια απάντηση δεν καταδέχτηκε παρέα
μια άτονη στιγμή, μία μορφή και μια ζάλη
ψιθύρισε το αύριο σα μυστικό, λαθραία
φόβος ατέρμων, πίκρα μεγάλη και ένα περίστροφο
δίχως σφαίρες, μα ούτε και μεταλικό
είναι φτιαγμένο από χαρτί
και έβρεξε, διαλύθηκε στου κόσμου τη βοή
Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011
προαύλιο
η ελευθερία είναι πια κοντά
ο κρατούμενος θα είναι πάλι ελεύθερος
θα σπάσει τα δεσμά
για λίγες ώρες μοναχά
μετά τον ύπνο θα ξημερώσει μια ακόμη μέρα φυλακής
κατάρα!
δεν βλέπεις ότι όλη η γη είναι μια φυλακή;
πάντα θα είσαι στο προαύλιο
Νυχτοπαράπονο
Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011
χρονικό μιας Κυριακής
ατελείωτη πλημμύρα
αλλοπρόσαλη μανία
ανεκδιήγητη η φύρα
τραγική είναι η φύση μας
και οι άνθρωποι σαν είδος
τέλος πλησιάζει δίπλα μας
κάθε ζωής και ελπίδος
τέρατα που μπεκρόπιναν
ανείπωτες δυο σκέψεις
τρελοί που δε τρελάθηκαν
νεκροί που θα φιλέψεις
γράφω για να γράφω
τι να πω δε ξέρω
τη σκέψη όλο βάφω
διότι υποφέρω
τεράστια βλακεία
μια ηλιαχτίδα
στον ύπνο σε συνάντησα
μα πάλι δε σε είδα
θάλασσα ήρεμη
νηνεμία σκέψης
μια προδοσία που
προσπαθείς να βολέψεις
άτυπη σύγχυση
πράσινη μελαγχολία
δεν πουλάν τις σκέψεις μου
στα βιβλιοπωλεία
χωρίς κανένα γύρω σου
τι είν'τα μεγαλεία
από τους άλλους μέσα ζεις
τεράστια βλακεία
Τριβή
Τριβή
Κρίσιμο καλοκαίρι, πρόσκαιρες χαρές
ανυπάκοες επιθυμίες, νωθρές στιγμές
συμπληγάδες κύματα, άπνοες βουτιές
πέτρες,
παιχνίδια των δυνάμεων,
άμμος
Τριβή
Θερμό φθινόπωρο, αστικές κατασκηνώσεις
λουκέτα και βίζιτες, κοινωνικές ραβδώσεις
αγάπες που χαθήκανε, θέρμανση σε δόσεις
πέτρες,
παιχνίδια των εντάσεων,
δρόμος
Τριβή
Ναρκωμένος χειμώνας, έννομες ντόπες
κλειστές διαδηλώσεις, ελεύθερες πρόβες
παλτό δε στέριωσε κι έμειναν οι πόρπες
πέτρες,
παιχνίδια για τον παγετό,
φωτιά
Τριβή
Καρτερούν την άνοιξη, σκαρφίζονται ρίμες
ανείπωτοι πόνοι, οι γλώσσες τους λίμες
σε σάπια λευκά κελιά, μασέλες λειχήνες
δόντια,
παιχνίδια του άγχους,
βρουξισμός
Σάπια Καθημερινή Κατάντια
Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011
τρεμπελίζω και μ'αρέσει
με τίποτας δεν παύει
νομίζω σβήνει μονομιάς
μα αντίθετα, ανάβει
μου κατακλύζει το μυαλό
στην κόλαση με φτάνει
μου έπλεξε στη κεφαλή
πικρόχολο στεφάνι
γόρδιος είναι ο δεσμός
γοργή είναι η καρδιά μας
φτωχή είναι η σκέψη μας
φτωχή και η χαρά μας
ο Μάρκος
και άδειος ο ντουνιάς μας
μια ιστορία απρόσκοπτη
στην έρμη την καρδιά μας
ο Μάρκος χρόνια εμίλαγε
αυτία να αισθανθούνε
δεν βρέθηκαν τόσα πολλά
να πούνε, τι να πούνε;
σε μιά σου πρόταση, καλή
χωράει η φύσις όλη
λιποθυμάνε τα χωριά
λιποθυμάει και η πόλη
στιχάκια ευφυέστατα
απλή, γλώσσα του δρόμου
στα πάλκα κυριάρχησε
μια μοναξιά λοστρόμου
παρέα μες στη μοναξιά
μονάχος μες στο βράδυ
μονάχα έχω παρηγοριά
του Μάρκου το σκοτάδι
το κατακάθι ΙΙ
μια ζωή το κατακάθι
μ'έχει φτύσει ο θεός
μ'έχει κάψει ο μουρλός
αν και θα και όταν και άμα
σου'κανα μικρή μου τάμα
που κανένας δε το ξέρει
ρίο-αντίριο με φέρυ
τρέλα απότρελη μανία
ανυπόφορη ανία
χάιδεψέ μου το μυαλό
και άντε φεύγα στο καλό
ουφ τετράγωνο εις το δέκα
από το παρίσι, μέκκα
ασυνενόητη όλο είσαι
το μυαλό σου αν θέλεις πείσε...
το κατακάθι
και την έννοια σου να πάψω
δε με ξέρω, δε με ξέρεις
πες μου γιατί υποφέρεις;
η ζωή είναι αηδία
κόκκορας δίχως λοφία
ο αιώνιος τρεμπέλης
που ποτέ δεν θα τον θέλεις.
αχ και ουφ και αμάν και τι
τι να κάνεις στη ζωή;
σε κερνά πικρά φαρμάκια
και σου δίνει και δωράκια
έτσι, μόνο για να ελπίζεις
πως δεν είσαι κατακάθι
μα στο τέλος θα το μάθεις
η ζωή είναι μόνο λάθη
αυτογνωσία και μερσεντές
έτσι απαλά
όπως μόνο εσύ ξέρεις
ανυπόφορη μελαγχολία
πάλι καλά που είμαι φλώρος
μελαγχολία
λέξη γλυκιά
μελαγχολείς το είναι μου
την μπαίνεις στο εγώ μου
με έκανες και ξέχασα
μια μπύρα και τσιγάρα
σπιτάκια, μερσεντές
κλουβάκια, φυλακές
μια ανηδονία ατελείωτη
μα έμαθα και κάτι
(θα σε αφήσω να το μάθεις μόνος/η σου)
διάολε ποιος είμαι λέω και το εννοώ
με τη θύμιση σου τη γλυκιά παρανοώ
θυμός και μένος φοβερό
χάθηκε να πιω λίγο νερό;
πηγή δίχως νερό
παστίτσιο χωρίς κυμά
δίχως τ'αγέρι σου γλυκιά
δίχως εσέ σιμά
σαν ποιητής επόνεσα
μάρτυρας που υποφέρω
μακάρι να'ξερα γιατί
μα μήπως ήδη ξέρω;
απολέπισις μανία
που δεν ανέτειλε ποτέ
ξέφτισε κάθε μικρή χαρά μου
θυμήθηκα εσέ μικρέ λωτέ
προδωμένος ακούω τα τζιτζίκια
και μετρώ μακριά σου τα ηλιοβασιλέματα
άτιμη, ψεύτικη, μικρή
προσπαθώ να βρω την αλήθεια μες στα ψέματα
μα η αλήθεια κρύφτηκε ξανά
μόνο μια σέλα και πετάλι
δε θέλω να γινώ ποτέ ξανά
μες στη ζωή εγώ το χάλι
δύει ο ήλιος, δύω και εγώ
δύο και οι ώρες που μαρτυρώ
ζωγράφισα το τίποτα σε ένα καμβά μεγάλο
και τις χορδές μες στη καρδιά δε ξέρω πια να πάλλω
τραγούδησα τη σκέψη σου
τάισα τη μιλιά σου
έρμος, μικρός, αδύναμος, ξεχάστηκα
μες στα γλυκόπιοτα φιλιά σου
μα είναι λάθος η στιγμή
λάθος και εγώ μεγάλο
λάθος και εσύ καρδούλα μου
και ούτε ένα σινιάλο
ανέμελη η νιότη μας
βαριά η ηλικία
καλύτερα να έμπαινα
μικρός στην ανομία
γιατί με πίκρανες πολύ
όσο άνθρωπος κανένας
ξεβάφτηκες έτσι απλά
σαν τατουάζ εκ χένας
θα έρθουν αύριο περήφανα
θα έρθει μέλλον τολμηρό
μα σαν εσένα μάτια μου
καμμία δε θα βρω
Ααααχ...Συκλέτια
Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011
καθαρό μάτι και αστραφτερή ματιά
είσαι ήρεμος;
και η βροχή σταμάτησε μιαν ώρα και πίστευες, ο αδαής,
ότι σταμάτησε για πάντα...
πόσο γελιέσαι μικρέ ανθρωπάκο νομίζοντας πως εσύ έχεις βρει το μυστικό
πόσο γελιέσαι...
σαν έλληνας, γελιέσαι, δεν γίνεσαι...
υπόχαζη γαλανόλευκη ανοησία...
μία βουβή νιότη, σαν ένα προδότη, σε πέταξε μακριά
και τώρα περιμένεις κάτι που δε γνωρίζεις αν θα έρθει ποτέ...
αναμονή και ηρεμία
θανατηφόρος συνδυασμός
έμπνευση μηδέν
και ένα σκεπάρνι να καρφώνει τη σκέψη σου
τα βουνά τριγύρω σου πλησιάζουν
σε φυλακίσανε για τα καλά.
έφτασες να παρακαλάς για λίγη ζωή
σαν επαίτης σύρθηκες και της ζήτησες λίγη μαγεία
αλλά εκείνη, μετά πτύσματος και αηδίας σου γύρισε τη πλάτη
και εσύ περιμένεις
μα δεν ξέρει τι περιμένεις
μήπως υπομένεις;
η υπομονή φέρνει και άλλη υπομονή
και ας περιμέναν οι γυναίκες, να θυμάσαι οι άνθρωποι ποτέ δε συγχώρησαν αυτούς που από έρωτα εκπέσαν *
* Ας περιμένουν οι γυναίκες - Μια καλοκαιρινή μακεδονίτικη κωμωδία (1998)
κυλάω
έφυγε και από το μυαλό μου η σκέψη
ποταμοί που καθαρίσαν
μια ζεστή μοιραία έλξη
και οι δρόμοι αδειάσαν
δίχως μία ανάσα
καθαρή σαν το βράδυ
σαν νερό μες στο λάδι
να σ'αρπάξει μια μέρα
από τούτη τη ξέρα
και να νιώσεις και πάλι
της ζωής την αγκάλη
αλλά οι ώρες κυλάνε,
κυλάνε και οι μέρες
κυλάνε οι μήνες
κυλάνε τα χρόνια
μα όλα κυλάνε
κυλάω και εγώ
Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011
απόδρασις
μόνο που είμαι ακόμη κλεισμένος στο μπετονένιο κελί μου
αλλά κατάφερα να κάνω μια τεράστια τρύπα στον τοίχο
τώρα πια το μόνο που έμεινε
είναι να βρω το κουράγιο να αποδράσω
θα πάρει λίγες μέρες
αλλά μη ξεχνάς
δεν πρέπει να πάρει περισσότερες
Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011
Κατάντια ΙΙ
εμπαιγμός και απάτη
ένα δέντρο, ένα φύλλο και καρδιά
σαν σεντόνι μιαρών μπουρδέλων
που ονειρεύεται σ'αυτά μια παπαδιά
ένα ερωτηματικό που λυώνει
σαν τα μούτρα μου για εσένα
μία φλόγα που φουντώνει
τα εσώψυχα καμμένα
ποίημα αποίησις παρέα
γράφω ό,τι δε θα πω
ζούλα, στα κρυφά, λαθραία
δίχως νόημα και σκοπό
τι να πω;
μα έχει τόσα άνθη να μυρίσω
τόσες σκέψεις να σιγυρίσω
μα τι να κάνω;
κάνω υπομονή
μέχρι το φυτίλι της καρδιάς μου να τελειώσει
και σαν βόμβα ωρολογιακή να σκάσει
θάνατος στον θάνατο
μοιραία η ζωή μας
ένα πουλί, ένα φιλί
όμως σωστός κανείς μας
μακάρι να νυχτώσει
η σκέψη να ισιώσει
και να μη ξαναξημερώσει
Για σένα
Η καταθλιπτική ατμόσφαιρα της απουσίας σου
Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011
σκηνοθέτες μιας ζωής
να πεις πως μέσα της θέλεις να ζήσεις
σου πιπιλίζουν το μυαλό οι κόκα κόλες
και σου χαϊδεύουν τη ζωή οι διαφημίσεις
καθένας μόνος του στον εσωτερικό Καιάδα
καίει τις ώρες και τις μέρες και προσμένει
μια διονυσιακή και εκστατική Μαινάδα
που τη χαρά και την ελπίδα του θα υφαίνει
λίγη η ζωή και η μανία μας μεγάλη
βαρύ ποτό να μας ζεστάνει το κεφάλι
μία ανάμνηση νεκρή είναι η ζωή
μια απροσδιόριστη και ξαφνική μανία
ένα καβούκι που το λεν' κορμί
εσύ είσαι ο σκηνοθέτης και η ταινία
στα όρια της τρέλας ΙΙ
τίναξα τα όνειρά μου
και είδα τη μαγεμένη σου μορφή
μου μίλησες και μου'πες
πόσο μ'αγαπάς
ήξερα πως ήμουν μόνος
πως ήσουν
της τρέλας μου η συντροφιά
σου είπα φύγε μη σε βλέπω
η τρέλα δε πάει μόνο στα βουνά
πανικοβλήθηκα δεν ήξερα τι να κάνω
τηλέφωνα προσπάθησα να πάρω
μα γλίστραγαν τα χέρια μου
από τον πανικό
φοβήθηκα στ'αλήθεια πως φλιπάρω
το άγχος μου ήταν φοβερό
ανύμπορος μπορώ το τίποτα να κάνω
μα ξάφνου ξύπνησα αληθινά
έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά
μήπως τύχαινε στ'αλήθεια να σε δω
πάλι καλά δεν ακούστηκε ούτε θόρυβος
ούτε κακό
Παρένθεση
Σεπτέμβρη Πανσέληνος
κοιμήσου
ξυπνάω απότομα τα βράδυα
παλεύω μες στη μοναξιά
παλεύω στα σκοτάδια
ο εαυτός μου πάλι λέει
"ω θέε μου είσαι βλάκας"
κορόϊδάκι της στιγμής
και άνθρωπος της πλάκας
πέσε και κοιμήσου
Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011
Χρῆστος Δημάκης - Τὰ bit εἶναι σιωπηλά
στὶς ὑπερλεωφόρους τῆς πληροφορίας.
Θεωρία πεδίου ἠλεκτρομαγνητικοῦ
ἔχω διδαχθεῖ ἐπαρκῶς,
κυκλώματα ξέρω ἀρκετὰ
καθὼς καὶ ἰκανὰ στοιχεῖα ἠλεκτρονικῆς
ἔτσι ὥστε νὰ μὴ μὲ τρομάζει
τῆς ἐπιστήμης τῶν Τηλεπικοινωνιῶν
ὁ ὑπέρλαμπρος ἀστερόης οὐρανός.
Γνωρίζω λοιπὸν ὅτι τὰ bit ἄηχα εἶναι.
Οἱ ἤχοι εἶναι ἀπὸ πράγματα πολὺ πεζότερα,
κινητηράκια δηλαδὴ κι ἀνεμιστῆρες
ἴσως κι ἐλαττωματικὰ τροφοδοτικά,
πράγματα ζωτικὰ μὲν γιὰ τὴν ἀπαγωγὴ
τῆς ἀνεπιθύμητης θερμότητας
καὶ τὴν κυκλοφορία τῶν ἠλεκτρονίων,
ὄχι ὅμως καθ᾿ ἑαυτὰ οὐσίες ζῶσες
καὶ προορισμένες γιὰ ὀργάνωση ἀνώτερη,
ὅπως οἱ μνῆμες, οἱ ἐπεξεργαστές,
οἱ διαμορφωτές, οἱ ἀποδιαμορφωτές,
οἱ κωδικοποιητές κι οἱ ἀποκωδικοποιητές.
Ὅμως ἐμένα μ᾿ ἀρέσει νὰ νομίζω
πὼς καὶ ἡ σκέψη θόρυβο μπορεῖ νὰ προκαλεῖ
καὶ πάταγο καμιὰ φορὰ νὰ κάνει.
Ἔτσι, ἀφήνομαι στὸν ἦχο
τοῦ ὑπολογιστῆ μου ἢ τοῦ modem,
στὸ βουητὸ τοῦ δέκτη ἢ τοῦ πομποῦ
καὶ λέω μέσα μου:
«νάτες οἱ σκέψεις ποὺ ἀναμεταξύ τους ὁμιλοῦν
τρέχοντας πέρα-δῶθε καὶ ξεσαλώνουν...»
Μὰ μὲ τρομάζει ὅταν ξαφνικὰ
μένουν ξεκρέμαστα ὅλα στὸν ἀέρα,
μετέωρα μὲ τὸ θανατηφόρο ἄνοιγμα
κάποιου βάρβαρου διακόπτη.
Καὶ μετὰ ἀπορῶ:
Τὶ γίναν ὅλα αὐτὰ τὰ bit,
ποῦ πῆγαν, ποῦ χάθηκαν
καθὼς καμαρωτὰ ὁδεύαν
ὡς παρελαύνουσες μαθήτριες
πρὸς ἕνα ἐκτυπωτή, ἕνα δίσκο, ἢ μιὰ ὀθόνη,
πρὶν καταφέρουν νὰ γίνουν γράμμα,
εἰκόνα,
ἦχος,
περιοχὴ συγκεκριμένης μαγνήτισης
ἢ φῶς;
θα'ρθω κρυφά
θα ψιθυρίσω στο αυτί σου όλα αυτά
που δεν μπορώ και ούτε θέλεις να θυμάσαι
λόγια αλλοπρόσαλα, λόγια ατιμέλητα, καυτά
δε θέλω ποτέ σου να μ'ακούσεις
θέλω μονάχα να στα πω
ο άνθρωπος, χαράς απούσης
πεθαίνει σαν τον αστακό
και έτσι απαλά, όταν θα σου ψιθυρίσω
θα βλέπεις όνειρο τρελό, μετά θα κλαις
μα το μυαλό σου θέλω να το συγυρίσω
για ό,τι πονάς πρέπει να ξέρεις, εσύ φταις
ο άνθρωπος τη μοίρα την αλλάζει
τον εαυτό του όμως δύσκολα, ποτές
ένας δικτάτορας είναι η ψυχή και μας προστάζει
σε άλογες συμπεριφορές
φυγή
μέσα στα μάτια, κοφτερά, χωρίς μιλιά
η τρέλα μέσα στον εγκέφαλο γλυστράει
η θνήση δίπλα να σου στέλνει όλο φιλιά
τάχα το νόημα της φύσης, ποιο να είναι;
μια σάπια, θύμιση σου, ολοένα με σκοτώνει
αιώνιο πρόβλημα, σου λέει όλο "Πίνε!"
και το μυαλό, σαν το γυαλί όλο θολώνει
μα πως να πάψει η ολόλευκη σου ανάμνηση
και πως να σβήσει μια εικόνα απ'τα παλιά
δίχως ερώτηση, ξεκάθαρη είναι η απάντηση
φωνάζει, "τρέχα, τρέχα φύγε... μακριά!"
σε έναν τόπο όπου η θλίψη δεν χωράει
σε ένα ακρογιάλι, με τη θάλασσα αγκαλιά
με ένα στήθος, όπου η ανάσα θα χωράει
με μια αχτένιστη και παιδική ανεμελιά
Κι αν έσβησε σαν ίσκιος...
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ' ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά·
κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιά μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί·
κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ --
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλο ουρανό,
η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή!
Κώστας Καρυωτάκης - Νηπενθή - 1921
Η λέξη νηπενθή είναι ομηρική («νηπενθές φάρμακον», Οδύσσεια, δ 221) και σημαίνει: που διώχνουν το πένθος.
τρελοδιάθεση
και το κόκκινο παρελθόν παρήλθε
ένα μέλλον αβέβαιο αλλά πράσινο
μία πρωτόγνωρη ελευθερία
και μια ανησυχία που φυσάει γλυκά
η θολή γυναίκα εξαϋλώθηκε
και ένα τζάμι έσπασε
αφήνοντας μια τρύπα τριγωνική
ο άνθρωπος που έκλαιγε στο πεζοδρόμιο
δολοφονήθηκε από τον αιχμάλωτο στρατιώτη
ένα τίποτα, ένα πουθενά
και μια ελπίδα διαμάντι
Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011
πες μου πως να κοιμηθώ
που σκέφτομαι εσένα
όλα τριγύρω ψόφησαν
όλα είναι πεθαμένα
να ξημερώσει ήθελα
μα έπεσε σκοτάδι
πες μου πως να κοιμηθώ
μακριά απ'το ζεστό σου χάδι
άσπρα ψαράκια
άκουσα σχόλια ανείπωτα
είδα κύκλωπες τυφλούς
μάζεψα κόκκινους αφρούς
περπάτησα στη μολυβένια γέφυρα
μάζεψα μήλα χρυσοπόρφυρα
και ύστερα
και ύστερα τι;
υστερία και μια αγωνία
που δεν άκουσε ποτέ κανείς
μνήμες πέτρινες
σελίδες κίτρινες
και ένα τσιγάρο που δε σβήνει ποτέ.
οφείλω τη ζωή μου στα άσπρα ψαράκια
που δεν υπήρξαν ποτέ
μαύρο δέρας
χαιρέτησα την Ιθάκη
περιπλανήθηκα σε θάλασσες
με αθάνατο σαράκι
σαν Οδυσσέας έψαξα
τους πράσινους λωτούς
θέλω να βρω τη λήθη
μα μου κρύβεται η καριόλα
Ο Οδυσσέας είχε μια Ιθάκη τουλάχιστον
άχτι
στην έλλειψη του όταν
βαθιά πολυ, εκεί μέσα μου
μια θάλασσα κοιμόταν
φύσηξε άνεμος
τα κύματα
διαβρώνουν τη ψυχή μου
το μυαλό μου δεν αντέχει
τόση πίεση
τερμάτισε η αντοχή μου
θα αφεθώ ελεύθερος
στων ανέμων την πνοή
στα κύματα που μίσησα
στου κόσμου τη ροή
μια μοίρα ασυγχώρητη
ένα κισμέτ τσαλακωμένο
ένα πουλί που πέθανε
που ήταν καιρό κρυμμένο
ερώτηση δίχως απάντηση
φωτιά χωρίς τη στάχτη
άνευ καρδιάς ο άνθρωπος
που μου'βγαλε το άχτι
ίνγκλισ
Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011
Κίτρινο και Μοναχικό Φεγγάρι
Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011
Του Γιάννη Ρίτσου
Προίκα
Το γιασεμί το δειλινό πως θα ξαναμυρίσω
Σκυλιά πουλιά και μέλισσες αδέσποτα γυρνάνε
Τα βήματα μου στο στενό χαλίκι το σκορπάνε
Αγρύπνησα το πρωινό τον τζίτζικα ν' ακούσω
Το τσίμπημα των κουνουπιών νωχελικά να ξύσω
Το αυλικό σου γάβγισμα βαστώ να βλασφημήσω
Το τρίξιμο στην πόρτα σου με κάπνισμα να σβήσω
Ανήφορο κατέβηκα άπαξ και δε σε βρήκα
Πακέτο που λαχάνιασα, τα ξένα μου είναι προίκα
Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011
χα χα χα χα
θέλει φλόγα για να ανάψει
η ύπαρξή σου με έχει κάψει
σκέψεις μαύρες όλο βάζει
ποίημα, ποίηση καμμία
φοβερή ανησυχία
το ποτό με ησυχάζει
το εσύ σου με διχάζει
θέλω τόσο να φωνάξω
μα δεν βρίσκω τα αυτιά
θέλω τόσο να σ'αρπάξω
μα είσαι τόσο μακριά
ποιο το νόημα;
κανένα
ίσως να είμαι βασιλιάς
μα πουθενά το στέμμα
η γοητεία πέθανε
μας έμεινε η κάψα
η ψυχή μου στάζει αίμα
προίκα μας η κλάψα
Ενέργεια
κουραφέξαλα
το στόμα σου πονάει
μια βρύση που όλο στάζει
και μια καρδιά που σπάει
σκύλοι που νιαούρισαν
μια νότα όλο νόημα
αδέλφια νομπελίστες έκραξαν
και μία πόρτα που κλειδώθηκε... ανώνυμα
φοβάσαι το αύριο;
υποφέρεις πολύ;
μη σε νοιάζει...
άλλωστε μη ξεχνάς
ο θάνατος των άλλων κρατάει για πάντα
ο δικός σου μόνο μια στιγμή
στα όρια της τρέλας
που θα μου δωσουν σιγουριά
τρελά μαρσάρουν οι μηχανές
μες στον εγκέφαλο η τσεκουριά
θα έχω και δικαιολογία
να μην πάω στον στρατό
με αχτένιστη ψυχολογία
όλους τους τρομοκρατώ
η σκέψη μου μαρσάρει
με ποτό αντί βενζίνη
λίγο λίγο την λιντσάρει
και μυαλό δε θα μου μείνει
αχ πουτάνα κοινωνία
σε μισώ και σε φθονώ
πάντα η ίδια ιστορία
μόνο τρέλα εγκυμονώ
λέξεις
καρέκλα
τραπέζι
ήλιος
σκιά
και βροχή
σκέψη
τρελή
περιπαίζει
μηδέν
ανοησία
ανοχή
τίποτα
άδειο
κενό
χαρά
ευτυχία
πουθενά
κλαίω
θυμάμαι
ξεχνώ
καπνίζω
και πίνω
συχνά
Σεπτέμβρη Αντί-θεσις
Τρεμπελοξέσπασμα II
ποιόν κοροιδεύετε?
από- γοήτευσις
Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011
σακαράκα μεζαμπλί
σιδερώστρα και σαλόνι
ασήκωτη η κάθε λέξη μου
δίχως ήλιο μπαλόνι
θα'θελα να τρεμπελίσω
μπουγιαμπέσα εμπριμέ
θέλω και να σου μιλήσω
μίλα μου και εσύ καλέ
η ζωή μου πια δεν είναι
σαν την άνοιξη απλή
όλο πίνε πίνε πίνε
σακαράκα μεζαμπλί
θα'ρθει όμως κείνη η μέρα
που θα ξαναγεννηθώ
και της πίκρας την χολέρα
με πυγμή θα απαρνηθώ
Πεσιμιστική Προσέγγιση (εγώ και οι άλλοι)
Άσε μας πια
Ένα (ακόμη) Λάθος
Τρεμπέλικο Πρόσταγμα (σαν απάντηση)...
Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011
Η Λάκκα με τα φίδια
μίλας πολύ ρε βλάκα
να πρίζεις, δεν το σταματάς;
σπαμάρεις λεν' για πλάκα
τον φίλο μας τον έκανες
από γαμιά... μαλάκα
αφόδευση μες στο βουνό,
σταμάτησε την τράκα
ο Κίμωνας σε μάγεψε
και ας είχε λίγη μπάκα
εμεις τον κοροϊδεύαμε
που θέλησε τη Λάκκα
δεν ήξερε, ήσουνα κόκκινη
ντομάτα μες στη θράκα
αντί για στρινγκ πλέον φοράς
σαν του παππού μια βράκα
νόμιζα ήταν χωρατό
αστείο και της πλάκας
μα τελικά τυλίχτηκες
στ'αλήθεια αίμα Λάκκας
Γραικύλος
πίνω, για να κοιμηθώ
σκέφτομαι, σε θέλω τώρα
ξέχασα, πως να σε θυμηθώ
μία καρδιά που σάπισε
κάνει τον χρόνο μισητό
λάθος στιγμή που άργησε
πέρασε, δεν είναι εδώ
κόμπος είσαι που λύθηκες
μακάρι να νυχτώσει
να πάψουνε οι τζίτζικες
και κάποιος να με σώσει
η ζωή μου ένας κύκλος
στο καζάνι μου μια σούπα
είμαι ένας μικρός γραικύλος
μέσα στις ζωής τη λούπα
κάρβουνο
απόκρημνα τα βράχια
ανέβηκα το πράσσινο βουνό
μοναχικά τα βράδια.
η γυναίκα πιστόλι
εκπυρσοκρότησε
μα κανείς δεν ήταν γύρω της να την ακούσει
και ένα τζιτζίκι έπαψε
θάφτηκε στο χώμα
αφού δεν μπόρεσε να κλάψει
πέθανε
ο ήλιος έβγαινε λαμπρός
πιο φωτεινός από ποτέ
μα ξάφνου νύχτωσε απότομα
στη χαραυγή της ημέρας.
νόμιζα ήσουν κάρβουνο καυτό
μα στάχτισες, σε πήρε ο αέρας...
Υπομονή
με ένα είδωλο σαθρό και ξεφτισμένο
θέλω να τρέξω πρώτος, μα τελευταίος μένω
και στη ζωή μου απαλά το απειρο τάζω
ο γυμνοσάλιαγκας κοιμήθηκε σε ύπνο βαθύ
μια πεταλούδα που απλώνει τα φτερά της
το ξέρεις πως θα πας με τα νερά της
ή σε ένα δρόμο που γνωρίζεις μόνο εσύ
ένα όνειρο λυπητερό σου μένει
επίσκεψη αυθημερόν στον άδη
στης ερήμου το αδειανό πηγάδι
και η πράσσινη ελπίδα σε προσμένει
Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011
α-λήθ(η)-εια
απόχη
τεστάρεις για να δεις αν η καρδιά σου το'χει
γεμίζεις γυάλινα σπιτάκια με πικρούς ενοίκους
και τα πίνεις καπνίζοντας
κοιτάς τριγύρω σου
απόχη
τα ναι που δεν πλησίασαν και ζύγωσαν τα όχι
οι μέρες σου φαντάζουνε ταινίες μικρού μήκους
που τις βραδιές περνάς γυρίζοντας
κοιτάς τριγύρω σου
απόχη
σε λάξευσαν για βέλος μα δεν υπάρχουν στόχοι
μικρό ενθύμιο που χάθηκε βαθιά μέσα σε σπίτι
φτιαγμένο από σάρκα η λογική
κοίτας τριμέσα σου
και μοιάζεις με απόχη
τώρα πια έμαθες αν η καρδιά σου το'χει
πως δεν εξημερώνεται όσο χορεύουν χτύποι
και όσο το εσύ την κατοικεί
κοίτα τριέξω
όχι πια σου για δεν υπάρχει πλέον
Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011
Με κοιτάς και γελάς, τι ζητάς?
Πυρ
Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011
-
γράψε ποίημα τυχαίο
μπας και ηρεμήσεις
μία γάτα, ένας σκύλος
ένα δέντρο δίχως φύλλα
πες τα όλα μη διστάζεις
πες τα όλα, πες μου, μίλα
μια ζωή αλισβερίσι
τιποτένιο
σκοτεινό
αν πεθάνει δεν θα ζήσει
πρέπει απόψε να στο πω