Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Εξαίρεση καμμία

Καταναλώνω ασύστολα, τα κάνω όλα δικά μου
θέλω ακόμη πιο πολλά, τα θέλω συντροφιά μου.
Μιλώ στην τηλεόραση, είναι ο καλύτερός μου φίλος
γαρύφαλα θελω να πετώ και να τραγουδώ σαν σκύλος.

Μου αρέσουν οι αγορές, γεμίζουν την ζωή μου
όταν πεθάνω θάψτε με μαζί με το πι σι μου.
αγόρασα τον τάφο μου, ήταν ευκαιρία,
έχει οθόνη τι-εφ-τι που παίζει και εμ-πι-τρία

Είμαι πολύ χαρούμενος που έχω και αμάξι
όλα είναι υπέροχα, όλα είναι εντάξει.
Η ευτυχία αγαπητοί δεν είναι ουτοπία
είναι μια προσφορά, πλήρωσε 2 πάρε 3.

Παίρνω και ναρκωτικά, σιγά την αμαρτία
πληρώνω κάτι παραπάνω και μου φέρνουν ευτυχία.
Είμαι πολύ περήφανος, είναι πολύ ωραία
σαν βγαίνω και τα πίνουμε, με όλη την παρέα.

Πληρώνω και τις μπύρες μου πληρώνω το ταξί μου
μα αν δεν πληρώσω τη δόση μου, αλί και τρισαλί μου
μα αρέσει να έχω χρήματα μακάρι να είχα και άλλα
ίσως και να αγόραζα μια χρήσιμη χρυσή μπάλλα

Αιώνια η άμπωτη, αιώνια η βλακεία
Όλοι μας είμαστε αμαρτωλοί
Εξαίρεση καμμία...

Τρεμπελειότητα

Ένα δέντρο καμμια φορά αρκεί!
Ωραία η θέα, μ'αρέσει.

Με ελαφριά πηδήματα η τελειότητα εχάθει
και η τσουκνίδα δάκρυσε, δάκρυσε και το αγκάθι
που κρύβουμε περιποιητικά, όλοι μες στις καρδιές μας.

Νομίζουμε είμαστε άπειροι (και δεν εννοώ δίχως εμπειρία)
νομίζουμε είμαστε τα πάντα
νομίζουμε ο κόσμος γύρω μας
γυρνά, γυρνά, γύρω απο εμένα.

Πάκακλαρ αγαπητέ ατύχησες δεν είσαι εσύ το κέντρο
είσαι μια κλανιά στον άνεμο, μια πέτρα μπρος στο τείχος
που υψώνουμε περιφρωνητικά, όλοι μες στις καρδιές μας.

νομίζουμε είμαστε τέλειοι
της γης το κεχριμπάρι
μα μόλις θα αποσβήσουμε
θα'μαστε μανιτάρι

Για αυτό σου λέω ηρέμησε, πάρε βαθιά ανάσα.
Μάθε, είσαι ένα τίποτα!
Κι ύστερα πλέον ήρεμος επιτέλους ζήσε.

Σου λέω ένα δέντρο αρκεί...

Ξερεις...

αν σ'είχα αποκτήσει
ακόμη και η στύση μου θα'χε στύση...
συνεχώς...

( . ) ( . )

Αχ! του τίτλου μου τα στήθη...
ψεύτικα μπορεί, μα πλήθη
κάποτε θα επαινέσουν
να τ'αγγίξουν αν μπορέσουν.

Αχ! του τίτλου μου τα στήθη
είναι σαν καρικατούρα
σαν τρεμπέλα σημαδούρα
δίχως νότες παρτιτούρα...

Αχ! του τίτλου μου τα στήθη
παρενθέσεις και τελείες
κάνουν όμορφες ταινίες
ένα αστείο παραμύθι

Αχ! του τίτλου μου τα στήθη
με έκαναν και υποφέρω
είμαι επιρρεπής, το ξέρω.
του ελέφαντα η λήθη.

Αχ! του τίτλου μου τα στήθη
είναι ένας ατέρμων βρόγχος,
όλης της ζωή ο μόχθος,
του θανάτου μου ο ρόγχος.

Αχ! του τίτλου μου τα στήθη
δε μ'αφήνουν σε ησυχία.
είναι τάχα αμαρτία
μες στην κόλαση η μοιχεία;

Αχ! του τίτλου μου τα στήθη
καμαρώνουν με μανία
που τους γράφω ιστορία...
δίχως όσιο, δίχως ήθη.

Αχ! του τίτλου μου τα στήθη
είναι τρέλα και το ξέρεις.
δεν αρκούν αυτοί οι στίχοι
να τους κάνουν εποποιία!

Πάνε

τη ζωή σου θα σου φάνε,
ότι θες να κάνεις κάνε,
αντί να κερδίζεις χάνε
κι αν δε θες στο διάολο πάνε!

Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

μόνον

Χαιρομαι μόνος
και μονάχος με χαιρομαι.
Κι ενω μοναδικα χαρίζω
χαρουμενη μόναξια.
Παρόλαυτα μόνο χαιρομαι.
Έτσι απλά μονάχα..
Και ίσως μόνο επειδή
η μόνη χαρά μου
μόνον εσένα να χαιρομαι.

Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

Πάντα 2

Είπαν στο πάντα να παίξει σε μπάντα
θα κάνουν τουρ με ένα λάντα
θα πάνε μακρία, μακριά στην Ουγκάντα


Εκτός από μέταλ, παίζουν τα πάντα
σαν τους ακούσεις θα κάνεις στην μπάντα
θεε μου είμαι γέρος, κοντεύω τριάντα
σε λίγο θα βάλω και μαύρη τιράντα
χέσε ψηλά κι ύστερα αγνάντα...

Παράνοια

γουρούνια και βατραχοπέδιλα
οι φτέρες και ένα διαβατήριο
μα η έξοδος κινδύνου δεν δουλεύει.

ψαλίδια ατημέλητα χτενίζουν μια στιγμή
η ένταση στο πουθενά αρπάζει και μαρσάρω
νόημα μηδέν και χτες μαύρο.

ο κόμης έμεινε νηστικός και οι αυλικοί γελάνε
μια άποψη που τρίκλισε
μια γνώμη που πετάμε

λαμπάκια, μαραθωνοδρόμοι και παγωτό καϊμάκι
ξυπνούν κοιμώμενοι βαθία και σκάβουν το χαντάκι
που βύθισε η Ατλαντίδα.

συγνώμη αν δεν ξέχασα το μέλλον να θυμίσω
μα πάλι παρανόησα, θα πάω να με κοιμίσω

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Για εκείνη που δεν γνώρισα (ακόμη;)

Αν η ζωή ήταν τράπουλα θα ήσουνα η ντάμα
όχι η κούπα... το σπαθί.. και θα ήμουνα αντάμα
να σε κοιτώ, να σ'αγαπώ, να μου'κανες παρέα
και εγώ δεν θα βαριόμουνα, γιατι είσαι τόσο ωραία

εσύ είσαι όλη η αλφάβητος, είσαι το καλημέρα
είσαι ολόκληρο το πι, είμαι μια μαύρη λέρα
είμαι ανεκδιήγητος, ο κόσμος με έχει φτύσει
εσύ είσαι ο ποταμός, που θα με καθαρίσει

ακόμη δεν σε γνώρισα, ακόμη δεν σε ξέρω
μα ήδη τα κατάφερες, με κάνεις και υποφέρω...
συ θα με κάνεις πρόσφυγα, θα πάω στην Αντίς Αμπέμπα
καλύτερα αιθίοπας, παρά της ζωής η πλέμπα

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

Εκείνη

Το πρώτο πράγμα που κάνω κάθε μέρα που ξυπνάω είναι να ανοίξω τα μάτια μου. Τότε κάθομαι ακίνητος και κοιτάω το ταβάνι. Όπως καταλαβαίνετε σχεδόν πάντα κοιμάμαι ανάσκελα. Η ηρεμία και η ησυχία του πρωϊνού με γεμίζει θλίψη. Όταν το μόνο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να κοιτάς το ταβάνι τότε πιστεύω είναι πολύ εύκολο η μελαγχολία να γεμίσει το άδειο σου κορμί. Όχι, δεν είμαι παραλυτος, είμαι απλά απαισιόδοξος, γι'αυτό τα πρωινά κάθομαι ανάσκελα στο κρεβάτι μου και κοιτάω το ταβάνι. Συνήθως περνάει μισή ώρα μέχρι να καταφέρω να σηκωθώ αλλά μερικά πρωινά που βρέχει μπορεί να χρειαστώ και μία ώρα, ίσως και παραπάνω. Όταν βρίσκομαι ακίνητος με τα μάτια μου να είναι η μόνο μου αίσθηση αισθάνομαι σαν ένας ξένος, σαν κάποιος που δεν έπρεπε να ήταν εκεί.

Είναι φορές που δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου. Είναι φορές που δεν μπορώ να κουνηθώ. Φοβάμαι να ανοίξω τα μάτια μου, μη τυχόν και δω κάτι που δεν πρέπει. Το ξέρω πρέπει να με θεωρείτε τρελό αλλά... αλήθεια, δεν είμαι! Έχω να δω τον εαυτό μου πολύ καιρό στον καθρέφτη και αναρωτιέμαι πως μπορεί να δείχνω. Φοβάμαι να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, μάλλον θα δω έναν ξένο εκεί, κάποιον που δεν είμαι εγώ. Γύρω μου οι τοίχοι είναι άσπροι, καμμιά φορά που δεν βλέπω τίποτε άλλο παρά τον άδειο άσπρο τοίχο φαντάζομαι πως είμαι μέσα σε ένα σύννεφο και πως θα βγω σε λίγο από μέσα του και θα δω τον ουρανό. Μου λείπει πολύ ο ουρανός, έχω να τον δω χρόνια. Μπορεί να μην μπορώ να δω τον ουρανό αλλά τον αισθάνομαι. Όποτε βρέχει στάζει το ταβάνι και όποτε πέφτει μια σταγόνα πάνω μου αισθάνομαι ολόκληρο το ταξίδι της, από το σύννεφο στη γη και ξαφνικά γεμίζει ολόκληρη η πλάση μου με ευτυχία, τότε αισθάνομαι πως γεννιέμαι πάλι. Τότε βλέπω τον ουρανό, μυρίζω την γή και νιώθω το άγγιγμά της.

Πόσο μου λείπει εκείνη... Ήταν για εμένα τα πάντα, ο ανθρωπός μου, το άλλο μου μισό που λένε. Θυμάμαι τότε ξυπνούσα και άνοιγα τα μάτια μου και την κοίταζα να κοιμάται. Αυτό που αισθανόμουν όταν την έβλεπα να κοιμάται δεν περιγράφεται με λέξεις. Ίσως μπορώ να το ζωγραφίσω, αλλά νομίζω ποτέ δεν θα καταφέρω να το περιγράψω. Η ζωγραφιά εκείνη θα είχε πολλά χρώματα, ίσως όλα τα χρώματα της ίριδας. Έτσι ήταν εκείνη. Θυμάμαι με αγκάλιαζε και μου ψυθίριζε στο αυτί λόγια αγάπης και ευτυχίας. Μύριζε υπέροχα... δεν ήθελα ποτέ να βγω από την αγκαλιά της. Όποτε έρχεται η άνοιξη προτιμώ να έχω κλειστά τα μάτια μου. Τότε παίρνω βαθιές ανάσες και μυρίζω τον αέρα. Μου θυμίζει λίγο το άρωμά της. Αλλά εκείνη μύριζε πιο όμορφα. Θυμάμαι που πηγαίναμε στο ποτάμι και καθόμασταν στην όχθη του, ξυπόλητοι, και αφήναμε το νερό να πιτσιλάει τα πόδια μας... και το γέλιο της... πιο όμορφο από κάθε ήχο. Τα πουλιά σταμάταγαν να τιτιβίζουν μόλις άκουγαν το γέλιο της, όχι από φόβο αλλά από θαυμασμό. Πόσο μου λείπει εκείνη....

Αλλά πλέον είναι πολύ αργά για εμένα. Μάλλον δεν θα την ξαναδώ. Τη μέρα μου γεμίζει ένας άσπρος τοίχος και ξεθωριασμένες αναμνήσεις. Άδειος όπως και η τσέπη μου, προσπάθησα πολλές φορές να την ξεχάσω. Αλλά πιο εύκολο ήταν να ξεχάσω να αναπνέω παρά να ξεχάσω εκείνη. Λένε το άσπρο πως δεν είναι χρώμα, λένε το άσπρο αντανακλά όλα τα χρώματα και αυτό που απομένει είναι ένας άδειος άσπρος τοίχος. Άδειος σαν την καρδιά μου. Πλέον δεν μπορώ να κλάψω, κι όποτε πέφτει η βροχή από το ταβάνι μου θυμίζει αυτή την ανικανότητά μου. Θα ήθελα να κλάψω σαν μικρό παιδί που πέφτει και χτυπάει. Νιώθω σαν να πέφτω από πολύ ψηλά, νιώθω ότι χτυπάω δυνατά αλλά τα δάκρυά μου στέγνωσαν. Ο γιατρός μου είπε πως πρέπει απλά να ηρεμήσω. Μου έδωσε και φάρμακα και περιμένω να γιατρευτώ αλλά η γιατρειά δεν έρχεται, όποτε με βλέπει γυρίζει το κεφάλι της και φεύγει. Έτσι θα φύγω και εγώ μια μέρα αλλά ελπίζω να δω ξανά τον ουρανό πριν γίνει αυτό.

Δίχως εκείνη, το φαγητό δεν έχει γεύση, τα λουλούδια δεν μυρίζουν πια και οι ήχοι περνούν από μέσα μου, κούφιοι και άδειοι, οι λέξεις δεν έχουν νοήμα. Το μόνο που μου απέμεινε να κάνω είναι να κοιτάζω και να βλέπω τον άσπρο τοίχο. Είναι φορές που θέλω να πεθάνω, αλλά δεν έχω βρει τον τρόπο ακόμη. Προσπάθησα να κρατήσω την ανάσα μου αλλά δεν τα κατάφερα. Προσπάθησα να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο για να τον χρωματίσω με το μυαλό μου, αλλά δεν μπόρεσα. Ο πόνος είναι άγνωστος για το σώμα μου. Μόνο η καρδιά μου πονάει πλέον. Είναι φορές που νομίζω πως την βλέπω. Βλέπω εκείνη με τα ξανθά μαλλιά της. Αλλά δεν με κοιτάει με ευτυχία πλέον, με βλέπει με παράπονο, τα μάτια της είναι πάντα υγρά. Και ύστερα φεύγει ξαφνικά, απλά και γρήγορα όπως ήρθε.

Η μοναξιά είναι ύπουλο πράγμα. Η μοναξιά είναι όπως ένα πάρτυ, που όλοι είναι χαρούμενοι και γελάνε, μιλάνε, διασκεδάζουν, απλά εγώ δεν είμαι εκεί. Εγώ είμαι πάντα εδώ, να κοιτώ τον άδειο τοίχο. Δεν έχω πλέον ενέργεια, δεν έχω πια ζωή. Σήμερα όταν ξύπνησα, είδα στο παράθυρό μου μια πεταλούδα. Την σκότωσα γιατί δεν ήθελα να την βλέπω. Μάλλον δεν ήθελα εκείνη να με βλέπει και να γελάει. Θέε μου, πως θα'θελα να τρέξω! Θέλω να τρέξω άλλα δεν μπορώ. Και η ζωή έφυγε από κοντά μου. Αν η ζωή είναι ένα ποτάμι τότε εγώ είμαι στην έρημο και το παγούρι μου είναι τρύπιο.

Στον ύπνο μου το βράδυ είδα πάλι πως ήρθε εκείνη δίπλα μου. Ήρθε και μύριζε τόσο ωραία. Τα ξανθά της μαλλιά άστραφταν και τα μάτια της έκρυβαν μια θλίψη. - Γιατί είσαι θλιμμένη της είπα; Εκείνη δεν μου απάντησε. Μα ύστερα από λίγο μου μίλησε, με ρώτησε αν είμαι καλά, μου είπε ότι της λείπω. Έβαλε τα κλάμματα. Ήθελα και εγώ να κλάψω αλλά δεν μπόρεσα. ήΘελα να της φωνάξω, της φώναξα... Είμαι εδώ, με ακούς; Μα εκείνη δεν με άκουσε. Μου χάιδεψε τα μαλλιά και με φίλησε στο μέτωπο. Ήθελα να την αγκαλιάσω και να την φιλήσω. Δεν τα κατάφερα. Ύστερα έφυγε και η πόρτα πίσω της έκλεισε.

Εκείνη βγήκε από το δωμάτιο και είπε στο γιατρό

- Πιστεύετε θα γίνει καλα γιατρε;
- Δεν το νομίζω κυρία μου. Οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος σας. Αλλά δεν πρέπει να χάνετε τις ελπίδες σας.

Ένα ζεστό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της.

Και έτσι, με κουρασμένο βήμα βγήκε από την κεντρική είσοδο και απομακρύνθηκε από το τρελλοκομείο...

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Ωδή στην Μπέτυ (Μπετούλααααααααα!)

Μπέτυ Μπετούλα μου γλυκιά
ολλανδική τρελή εμορφιά
Μπέτυ Μπετούλα ζωγραφιά
εσένα θέλω συντροφιά

σε θέλω σαν ηρωινομανής
που πρέζα θε να πάρει
σε θέλω σαν πυρομανής
που είναι στο φεγγάρι

μάνα, ερωμένη και αδερφή
είσαι εσύ για εμένα
για σένα θα ταξίδευα
να πάω μακριά στα ξένα

για εσένα θα πολέμαγα
ακόμη και τον χάρο
με σε θα μοιραζόμουνα
το τελευταίο τσιγάρο

χαμόγελο μου έσκασες
περίσσια ήταν η χάρη
μα πάλι άσο έφερε
τις μοίρας μου το ζάρι

ποτέ μου πλέον δεν ξεχνώ
ας πάθω και αμνησία
εσένα που σε αγαπώ
σε θέλω σ'εκκλησία

είσαι φραντζόλα συριανή
το φως μες στο σκοτάδι
το μόνο που αποζητώ
το τρυφερό σου χάδι

για εσένανε καρδούλα μου
εγώ θα τα έδινα όλα
κι ας ήμουνα κομμουνιστής
θα έπινα κόκα κόλα

Μπέτυ γλυκιά Μπετούλα μου
μονάκριβή μου Μπέτυ
με έφαγε το παράπονο
με έφαγε το σικλέτι

Μπέτυ Μπετούλα αγέρωχη
με όλης της φύσης κάλλη
όπως το κύμα έσκασες
και ύστερα φεύγεις πάλι

ο κύριος Παυλίκος - Επεισόδιο 11 - Επίγνωση λαθών

Ο Γκρίγκολ είχε εκτελέσει την αποστολή του με μεγάλη ακρίβεια και ευχαριστημένος συνόδευε τον κύριο Παυλίκο στα ενδότερα του μουσείου ιστορίας. Σίγουρα δεν πιστέψατε πως ο Γκρίγκολ ήθελε το καλό του κύριου Παυλίκου, η αποστολή του ήταν να τον φέρει με βία ή χωρίς στον Κρόμπολ, τον ηγέτη της επαναστατικής ομάδας του πλανήτη Γκλόργκον.

Ο Κρόμπολ ήταν το μυαλό πίσω από την επίθεση στο Χρηματιστήριο και πίσω από διάφορες μικροεπιθέσεις στους πύργους - υπηρεσίες τροφής. Ο ίδιος επιζητούσε την ειρήνη και την ευμάρεια όλων των κατοίκων του Γκλόργκον αλλά από τότε που ο λόρδος Γκλοργκ ο 3ος αποφάσισε να χρησιμοποιήσει αυτό τον ξένο, τα πράγματα άλλαξαν στον πλανήτη και αυτό δεν άρεσε καθόλου στο Κρόμπολ. Τα χρήματα ήταν κατά την γνώμη του η αιτία που χιλιάδες κάτοικοι του πλανήτη υπέφεραν τους προηγούμενους μήνες. Τα λεφτά ήταν εκείνα που οδήγησαν τον γκλοργκονιανό πολιτισμό στο χάος. Αν ο λόρδος Γκλοργκ εφήυρε το μαχαίρι, τότε ο Κρόμπολ ήταν αυτός που το χρησιμοποίησε. Μέσα σε όλη την δυστυχία που έφεραν τα λεφτά, ο Κρόμπολ ήταν εκεί να προστατέψει του πολίτες σκοτώνοντας τους σε επιθέσεις που ήθελαν να πλήξουν κτίρια και όχι γκλοργκονιανούς.

Ο Γκρίγκολ έφτασε σε ένα δωμάτιο και αφού χτύπησε ευγενικά την πόρτα, άνοιξε και παρουσίασε τον κύριο Παυλίκο στον Κρόμπολ.

- Από εδώ ο κύριος Τζορτζ, είπε ο Γκρίγκολ.

Το δωμάτιο ήταν σκοτείνο και πίσω από ένα μεγάλο τραπέζι βρισκόταν μια καρέκλα με την πλάτη γυρισμένη προς τον Γκρίγκολ και τον κύριο Παυλίκο.

- Ώστε κατάφερες να φέρεις τόσο γρήγορα τον κύριο Τζορτζ; Δεν το περίμενα αυτό από εσένα Γκρίγκολ, πίστευα ότι θα ήσουν όσο χαζός ήταν ο συνάδελφός σου ο Μπούμπα. Κρίμα που δεν πρόλαβε να φύγει όταν έσκασε η βόμβα. Τώρα θα βρίσκεται παντού γύρω μας για να τον θυμόμαστε.

Ο Γκρίγκολ προς στιγμή δίστασε και σκέφτηκε να φύγει. Δεν είχε έρθει εδώ για τους θανάτους, είχε έρθει εδώ ώστε να μπορέσει να συντηρήσει την οικογένειά του. Όμως καταπίνοντας την θλίψη του είπε κάτι ακαταλαβίστικο που ο κύριος Πυλίκος δεν κατάλαβε και έφυγε γοργά.

Αφού έκλεισε η πόρτα και στο δωμάτιο έμεινε ο κύριος Παυλίκος και ο Κρόμπολ, επικράτησε σιωπή για λίγο αλλά ύστερα ο Κρόμπολ γύρισε την καρέκλα και άρχισε να εξετάζει εξονυχιστικά τον κύριο Παυλίκο.

- Ώστε εσείς είστε ο κύριος Τζορτζ, είπε ο Κρόμπολ.

Ο κύριος Παυλίκος σκέφτηκα αν ήταν η σωστή στιγμή να ομολογησει την ταυτότητά του αλλά προτίμησε να μην το κάνει.

- Μάλιστα κύριε, εγώ είμαι αυτός, είπε φοβισμένα.
- Ξέρεις γιατί είσαι εδώ;
- Δεν έχω ιδέα, είπε ο κύριος Παυλίκος βλέποντας τον εαυτό του ξεκοιλιασμένο από το τέρας που είχε μπροστά του.
- Α, μάλιστα! Λοιπόν είστε εδώ γιατί πρέπει να τιμωρηθείτε για το κακό που κάνατε στον πλανήτη μας. Πρέπει να υποφέρετε. Να ξέρετε ο θάνατός σας θα είναι πολύ πιο βασανιστικός από αυτόν του λόρδου Γκλόργκον!

Ο κύριος Παυλίκος άρχισε να ιδρώνει και δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα να πει.

- Πριν σας σκοτώσω όμως θα ήθελα να σας κάνω μια ξενάγηση στο μουσείο Ιστορίας. Θέλω να δείτε τι καταστρέψατε όταν ήρθατε στον πλανήτη μας.

Έτσι ο Κρόμπολ με την συνοδεία δύο φρουρών που ήρθαν αμέσως στο κάλεσμά του πήρε τον κύριο Παυλίκο και τον ξενάγησε στο μουσείο.

Ο κύριος Παυλίκος ήταν αναστατωμένος όπως μια θάλασσα κάτω από την βροχή και στην καρδία του σίγουρα φυσούσαν πολλά Μποφώρ. Έτσι στοϊκά κοιτούσε γύρω του περιμένοντας να βυθιστεί στο ίδιο του το αίμα.

Ο Κρόμπολ του εξήγησε την ιστορία του πλανήτη. Του περιέγραψε γιατί ο ίδιος και άλλοι γκλοργκονιανοί έφτιαξαν αυτή την ομάδα. Ο στόχος τους ήταν να σκοτώσουν κάθε μορφή εξουσίας από το ειρηνικό σύστημα διαχείρισης ζωής. Πίστευαν πως η ευτυχία κρύβεται σε μια κοινωνία που δεν έχει λόρδους και αφεντικά που κρύβονται πίσω από μια αόριστη θεωρία περί ισότητας των κατοίκων. Μπορεί οι κάτοικοι να ήταν ίσοι μεταξύ τους αλλά σίγουρα κανείς δεν ήταν ίσος με την αφρόκρεμα του πλανήτη που τριγυρνούσε γύρω από τον λόρδο Γκλόργκ στο μέγαρο της περιφέρειας.

Ύστερα οδήγησε τον κύριο Παυλίκο στην αίθουσα όπου υπήρχαν τα εκθέματα π.Γ (προ Γκλόργκ). Εκεί του έδειξε την ζωή των κατοίκων του πλανήτη πριν πάρει στα χέρια του την εξουσία ο λόρδος Γκλόργκ ο 1ος με τα παράλογα συστήματά του.

Παίρνοντας λίγο θάρρος ο κύριος Παυλίκος είπε:

- Μα ο λόρδος Γκλοργκ δεν δημιούργησε μια κοινωνία όπου οι κάτοικοι ήταν ελεύθεροι από οποιοδήποτε χαλινάρι; Δεν έδωσε σε όλους στέγη και τροφή;
- Αγαπητέ κύριε Τζορτζ, είστε πιο αφελής και από την αφέλεια. Ποιος πιστεύετε έχτισε του πύργους, τις υπηρεσίες τροφής όπως προτιμούσε να αποκαλεί ο Γκλοργκ; Τα έχτισε όλα αυτά πατώντας σε πτώματα κατοίκων οι οποίοι δούλευαν όλο το 48ωρο για να ικανοποιήσουν το διεστραμμένο του μυαλό. Μάλλον δεν θα σας είπε ποτέ ο εγγονός του τι παθαίνουν όσοι αντιτάσονται στο σύστημα. Σίγουρα δεν σας είπε πως έξω από τις πλούσιες πόλεις του υπάρχει κόσμος που ζει στην δυστυχία και την φτώχεια. Ούτε θα σας είπε πως οι πεδιάδες του Γκρουν έχουν βαφτεί κόκκινες από τις χιλιάδες εκτελέσεις αθώων Γκλοργκονιανών που το μόνο τους παράπτωμα ήταν να αμφισβητίσουν την "σοφία" του.

Ο κύριος Παυλίκος κόμπιασε. Δεν ήξερε τι να πει. Δεν το χωρούσε το μυαλό του όλο αυτό το παραμύθι. Μα ίσως να ήταν παραμύθι και ο Κρόμπολ να ήταν ένας φαντασιόπληκτος που θέλωντας να ικανοποιήσει τις μηδενιστικές του θεωρίες διαστρέβλωσε την ιστορία ενός ολόκληρου πλανήτη.

Μα πριν προλάβει να σκεφτεί κάτι παραπάνω, είδε κάτι που του τράβηξε την προσοχή.

- Τι είναι αυτό, είπε ταραγμένος στον Κρόμπολ;
- Είναι μια επιγραφή η οποία είχε δημιουργηθεί πριν 1000 χρόνια περίπου. Ο λαός μας τότε ζούσε ειρηνικά σε μικρές ομάδες. Έχουν βρεθεί πολλές αντίστοιχες στο παρελθόν.
- Μα η επιγραφή αυτή, είναι γραμμένη στην γλώσσα μου, είπε τρομαγμένος ο κύριος Παυλίκος
- Στην γλώσσα σας, είπε γελώντας ο Κρόμπολ. Αυτό αποκλείεται, είναι γραμμένη σε μια παλιά διάλεκτο των Γκλοργκονιανών. Ποτέ δεν καταφέραμε να μεταφράσουμε τόσο παλιές επιγραφές. Αν καταλαβαίνετε τι λέει αγαπητέ, γιατί δεν μου λέτε και εμένα για να μάθω;

"Μπορεί ο πολιτισμός σας να προοδεύει πιο αργά από τον δικό μας αλλά σε 1000 χρόνια περίπου από τώρα θα οδηγηθεί εδώ που οδηγήθηκε και ο δικός μας. Μπορεί τα χρήματα να φαίνονται αθώα αλλά τα αόρατα χαλινάρια τους οδηγούν ολόκληρους πλανήτες στην καταστροφή.

Ζητούμε συγνώμη, ήταν λάθος η ιδέα μας να σας μυήσουμε στον κόσμο των χρημάτων. Καταστρέψτε τα όσο είναι καιρός. Εμείς αργήσαμε..."


ο κύριος Παυλίκος διάβασε
μια παλιά επιγραφή
και η ιστορία κατάλαβε
πως θα επαναληφθεί

όσα δεν φέρνει ο καιρός
τα φέρνει η στιγμή
και έναν πλανήτη σκέπασαν
ατέλειωτοι λυγμοί

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

ο κύριος Παυλίκος - Επεισόδιο 10 - Εκτός ελέγχου

Όπως οι αθλητές του στίβου ξεκινούν να τρέχουν μόλις ακούσουν τον πυροβολισμό, έτσι και η έκρηξη στο χρηματιστήριο του Γκλοργκ ήταν η αφορμή που έκανε όλοκληρο τον πλανήτη να τρέχει προς το χάος.

Συνήθως επικρατεί ηρεμία πριν την καταιγίδα αλλά στην περίπτωσή μας όμως πρώτα έβρεξε και έπειτα ακολούθησε μια εκκωφαντική σιωπή η οποία έκανε κάθε κάτοικο του πλανήτη Γκλόργκον να φοβάται για το μέλλον του. Η πρώτη μέρα μετά την έκρηξη ήταν ήρεμη και ήσυχη. Οι κάτοικοι του πλανήτη Γλόργκον βρίσκονταν στα σπίτια τους και ελάχιστοι Γκλοργκονιανοί τόλμησαν να κυκλοφορήσουν στους δρόμους. Η κατάσταση ήταν ρευστή και κανένας κάτοικος του πλανήτη δεν μπορούσε να δώσει μια πρόβλεψη για το τι θα ακολουθήσει.

Μετά τον Θάνατο του Γκλοργκ του 3ου, ο ήρωας μας , ο κύριος Παυλίκος, ήταν ακόμη ζωντανός. Αμέσως μετά την έκρηξη, επωφελήθηκε από την αναταραχή και γύρισε στο δωμάτιό του. Η καρδιά του χτυπούσε σαν ταμπούρλο, μα δεν του άρεσαν καθόλου τα τραγουδάκια της. Ήξερε πως βρισκόταν σε κίνδυνο και ήξερε πως πρέπει να βρει έναν τρόπο να φύγει απο τον πλανήτη. Το μυαλό του προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη μέχρι που χτύπησε ξαφνικά η πόρτα.

Ο πρωταγωνιστής μας πάγωσε λες και βγήκε από την κατάψυξη. Είχε ακούσει ότι η αδρεναλίνη κρατάει σε εγρήγορση κάθε οργανισμό ώστε σε περίπτωση κινδύνου να σκεφτεί καθαρά και να κινηθεί γρήγορα. Εάν έβρισκε αυτό που το είπε θα τον χτυπούσε βίαια στην μούρη!!!

Ο κύριος Παυλίκος κοίταξε γύρω του και προσπάθησε να βρει έναν τρόπο διαφυγής. Κοίταξε απο το παράθυρο και το μόνο που είδε ήταν 13 όροφοι γεμάτοι ολόφρεσκο αέρα. Εάν έπεφτε από εκεί σίγουρα θα γινόταν λεκές από κρασί στο πουκάμισο τη πόλης. Ήξερε πως είχε παγιδευτεί σαν βλάκας. Λογικό ήταν όποιοι έβαλαν την βόμβα να θέλουν τον δημιουργό του χρηματιστηρίου νεκρό. Και αυτός σαν βλάκας αποφάσισε μετά την έκρηξη να γυρίσει στο δωματιό του.

Η πόρτα χτύπησε ξανά πιο δυνατά. Ο ήρωάς μας αποφάσισε πως δεν είχε άλλη επιλογή από το να την ανοίξει. Έτσι γύρισε το πόμολο και ανακουφίστηκε καθώς είδε πίσω από την πόρτα τον Γκρίγκολ. Μπορεί να μην τον ήξερε καλά αλλά μια γνωστή φάτσα είναι καλύτερη από μία άγνωστη.

- Καλησπέρα κύριε Τζόρτζ, είπε ο Γκρίγκολ περνώντας στο δωμάτιο.
- Καλησπέρα, απάντησε ο κύριος Παυλίκος.
- Όσο βρισκεστε στο δωμάτιό σας κινδυνεύετε. Το καλύτερο είναι να με ακολουθήσετε.
- Που θα πάμε;
- Αυτό αφήστε να το ξέρω εγώ καλύτερα, είπε με στόμφο ο Γκρίγκολ.

Έτσι, χωρίς άλλη επιλογή ο κύριος Παυλίκος ακολούθησε τον Γκρίγκολ. Έτσι πέρασαν μέσα από μικρά δρομάκια και έφτασαν σε μία γνώριμη συνοικία, ήταν κοντά στο Χρηματιστήριο και συγκεκριμένα κοντά στο μουσείο Ιστορίας. Μόλις έφτασαν έξω από το μουσείο, ο Γκρίγκολ χτύπησε συνθηματικά την πόρτα. Έτσι εκείνη άνοιξε και ο κύριος Παυλίκος με τον Γκρίγκολ μπήκαν μέσα...


Όπως φοβάται ο διάολος το λιβάνι,
έτσι φοβάται ο Παυλίκος τη τιμωρία,
Κάποιος κερδίζει κι άλλος χάνει
στην γκλοργκονιανή μας ιστορία

Τι κρύβει το μουσείο τούτο μέσα;
Τι κρύβει η ίδια μας η ψυχή.
Είναι όπως μία μπουγιαμπέσα
που μέσα της πολλά έχουν κρυφτεί.

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

ο κύριος Παυλικός - Επεισόδιο 9 - Εκρηκτική ατμόσφαιρα

Ο Γκλοργκ ο 3ος μαζί με τον κύριο Παυλίκο και το επιτελείο του πέρασαν από το μουσείο Ιστορίας του πλανήτη Γκλοργκ.
- Μια μέρα πρέπει να έρθουμε μαζί εδώ και να σου εξηγήσω την ιστορία του λαού μας. είπε ο Γκλοργκ ο 3ος στον κύριο Παυλίκο.
- Δεν μου αρέσει να κοιτάω πίσω αλλά μόνο μπροστά, απάντησε αδιάφορα ο κύριος Παυλίκος.

Η συνοδεία προχώρησε μπροστά από τους ροζ καταράκτες και περνώντας μέσα από την πολυσύχναστη αγορά έφτασε τελικά στον προορισμό της. Το μεγάλο χρηματιστήριο του Γκλοργκ!

Το κτίριο αυτό χτίστηκε μέσα σε 4 εβδομάδες από τότε που ο κύριος Παυλίκος έδωσε την εντολή για την ανέγερσή του. Ήταν το διαμάντι του πλανήτη Γκλόργκον και σαν την άγκυρα που σταθεροποιεί μεσοπέλαγα το καράβι έτσι και το χρηματιστήριο προσπαθούσε να ριζώσει βαθιά μέσα στις καρδιές όλων, τόσο βαθιά ώστε να μην θυμάται κανείς πλέον πως ήταν η ζωή χωρίς λεφτά. Ή μήπως όχι....;

Ο Μπούμπα έστριψε στο στενό και βγήκε στο δρόμο του χρηματιστηρίου. Του είχαν πει να ψάξει έναν τύπο με κίτρινο σακάκι. Κοιτούσε δεξιά και αριστερά και δεν μπορούσε να βρει κανεναν που να ταιριάζει στην περιγραφή. Ξαφνικά όμως εμφανίστηκε μπροστά του ο κύριος Παυλίκος και η συνοδεία του και για κακή τους τύχη ένας σύμβουλος φορούσε ένα κίτρινο πουκάμισο. Ο Μπούμπα πλησίασε τρέχοντας και έδωσε το κουτί στον σύμβουλο που φορούσε το κίτρινο πουκάμισο. Αυτός κοιτούσε περίεργα αλλά σαν γνήσιος καπιταλιστής πλέον δεν μπορούσε να αρνηθεί ένα δωρεάν δώρο. Και πριν προλάβει να ρωτήσει τον Μπούμπα περί του δέματος, εκείνος είχε ήδη φύγει.
- Τι είναι αυτό το δέμα τον ρώτησε ο Γκλοργκ ο 3ος;
- Δεν ξέρω μόλις μου το άφησε εδώ ένας χαζούλης Γκλοργκονιανος.

Πριν προλάβει όμως ο σύμβουλος με το κίτρινο πουκάμισο να πει μία κουβέντα παραπάνω, ακούστηκε ένας κρότος και ξαφνικά η ατμόσφαιρα γέμισε με σκόνη.

Μην αναρωτιέστε για την τύχη του Κύριου Παυλίκου. Την στιγμή της έκρηξης πετάχτηκε πίσω από από μια κολώνα και γλίτωσε τους σοβαρούς τραυματισμούς. Η σκόνη που είχε απλωθεί στην ατμόσφαιρα έκανε τον κύριο Παυλίκο να βλέπει γύρω του λες και βρισκόταν μέσα σε ένα ποτήρι με άπαχο γάλα και η ησυχία που είχε απλωθεί στην περιοχή του χρηματιστηρίου διακόπηκε από το κλάμα ενος μωρού. Καθώς ο κύριος Παυλίκος σηκώθηκε αργά και μεθοδικά ακούστηκε μία φωνή...

- Ο Λόρδος Γκλοργκ είναι νεκρός! Ο Λόρδος Γκλοργκ είναι νεκρός!

Έτσι αγαπητοί αναγνώστες όπως η πέτρα που πέφτει σε ένα ήσυχο ποτάμι, έτσι και η έκρηξη αυτή ήταν η αιτία να μην ηρεμήσει ποτέ το ποτάμι που φούσκωνε στα στήθια κάθε μισθωτού Γκλοργκονιανού σκλάβου.

Ο θάνατος του Γκλοργκ του 3ου σηματοδοτεί την αρχή του τέλους...


Ο Γκλοργκ ο 3ος πέθανε
πλέον πως να ηρεμήσεις
όταν οι εξελίξεις τρέχουνε
σαν άλογο σε στύση

το τέλος είναι πια κοντά
αυτής της ιστορίας
δυο βήματα κοντύτερα
στα σπλάχνα της αναρχίας

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Τάμας*

Ξαπλώνουν στις γωνιές οι Μεξικάνοι
«Εϊ Πέπε, ξέχνα τα όλα και κοιμήσου».
Σκουριάζει πεταμένο το δικράνι
«Ω αδερφέ μου άσε με» και κοίτα τη βολή σου.

Η γλώσσα σου στον καφενέ τρέχει ροδάνι
όμως δεν τρέχει τίποτα στην άχαρη ζωή σου.
Φίλοι ταλαίπωροι σε βλέπουνε γι’ αλάνι,
άραγε πνίγεται η αλήθεια στο πιοτί σου?

Μαραίνονται οι ντομάτες στο μποστάνι
«Εϊ Χούλιο, τι θα κάνεις στη ζωή σου?».
Οι μέρες σου γλιστράν απ’ την παλάμη,
άλλου τα μπράτσα αγκαλιάζουν την καλή σου.

Για πόσο ακόμα θα κοιτάζεις το ποτάμι?
Μπες μέσα και στο ρέμα κολυμπήσου.
Σαν τι να χάσεις άμα ήδη έχεις πεθάνει?
από το να κερδίσεις τη ζωή σου.