Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

δίχως χρήμα είναι κρίμα

κέφι άκεφο απόψε
δίχως λόγο μοναξιά
πλάι στον γκρεμό κουρνιάζεις
περιμένεις μια σπρωξιά

δίχως χρήμα είναι κρίμα
δίχως αύριο τι είναι χθες;
δίχως νόημα οι λέξεις
χτίζουν ποίημα απεχθές

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

ο κύριος (Αγησίλαος) Ευρουλάκης

ο κύριος Ευρουλάκης ήταν τραπεζίτης στο επάγγελμα μα και στην καρδιά.
Πάντα αγαπούσε το χρήμα και προσπαθούσε να το συλλέξει είτε σε μικρή ποσότητα, είτε σε μεγάλη.

Το πάθος του για το χρήμα ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία. Στα 10 του είδε σε μια γυαλιστερή βιτρίνα ένα γουρουνάκι κουμπαρά και ήθελε να τον αγοράσει αλλά η τιμή του, 1500 δραχμές, ήταν εξωφρενική για το πορτοφόλι του. Στεναχωρημένος αποφάσισε να κάνει οικονομία και να τον αγοράσει μόλις συλλέξει το πολυπόθητο ποσό. Έτσι κατάφερε να συλλέξει 500 δραχμές, τις οποίες έδωσε στους συμμαθητές του στο σχολείο σε μορφή δανείων των 100 δραχμών με τσουχτερό επιτόκιο. Μέσα σε ένα μήνα ο κύριος Ευρουλάκης κατάφερε και μάζεψε 2000 δραχμές. Όχι μόνο θα αγόραζε τον κουμπαρά, αλλά θα κατάφερνε να τοποθετήσει στα σπλάχνα του το αρχικό του κεφάλαιο, τουτέστιν 500 δραχμές.

Στην ηλικία των 13 ετών αποφάσισε να γίνει πλούσιος. Έτσι ζήτησε από τον πατέρα του να του δωρίσει ένα μικρό κομμάτι γης στον πίσω κήπο του εξοχικού του. Ο πατέρας του ανυποψίαστος μα περήφανος για τον οικονόμο γιό του, του το έδωσε με μεγάλη χαρά. Τότε ο κύριος Ευρουλάκης φύτεψε ραπανάκια και μαρούλια και τα περιποιόταν με περίσσια φροντίδα. Οι φίλοι τον γονιών του, οι οποίοι συγκεντρώνονταν τακτικά στο εξοχικό τους τα καλοκαίρια για μία παρτίδα κουμ κάν ή θανάσση, έγιναν με μεγάλη τους χαρά οι πρώτοι του πελάτες, ιδιαίτερα το ζεύγος Αργυρίου.

Συλλέκτη χρήματος ήταν ο κύριος Ευρουλάκης και δεν ντράπηκε ποτέ του για αυτό. Με ζήλο διάβαζε τα μαθήματά του και στην ηλικία των 18 ετών πέρασε στο πανεπιστήμιο στην οικονομική σχολή που ήθελε. Εκεί έμαθε όλα τα καπιταλιστικά τερτίπια που διακρίνουν κάθε σύγχρονο τραπεζίτη και οικονομολόγο. Θαύμασε τη μαγεία των αριθμών και με μαεστρεία τελείωσε την σχολή του σε 4 χρόνια όπως προβλεπόταν αλλωστε.

Έζησε πολλά ο κύριος Ευρουλάκης σε αυτά τα 4 φοιτητικά χρόνια, έκανε φίλους και έπιασε και μια γκόμενα. Τον χώρισε σύντομα όμως καθώς της φάνηκε πως ήταν πολύ "οικονόμος". Ο κύριος Ευρουλάκης ήταν πάντα περήφανος για την σχέση του με την Ρίτα, διότι όποτε έβγαιναν έξω, το ένα βράδυ κερνούσε τυρόπιτα η Ρίτα και το άλλο βράδυ ο κύριος Ευρουλάκης. Στο τέλος ο κύριος Ευρουλάκης ήταν κερδισμένος κατά μία τυρόπιτα, το θυμόταν αυτό ανά διαστήματα και χαχάνιζε μόνος του σαν τρελός που μόλις απέδρασε απ'το τρελοκομείο.

Μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές του ο κύριος Ευρουλάκης πήγε να υπηρετήσει στον ένδοξο ελληνικό στρατό. Μπορεί να ήταν τραπεζίτης μα τα εθνικά του αισθήματα ήταν τίμια. Εκεί γνώρισε και άλλους φίλους (όμως καμμία γκόμενα) και μόλις απολύθηκε ήταν σίγουρος για την καριέρα που ήθελε να ακολουθήσει. Απευθύνθηκε στον πατέρα του ο οποίος γνώριζε τα κατάλληλα άτομα, μεγαλωμένος και ο ίδιος σε σπίτια με "ζεστά τζάκια". Εκείνος τον προέτρεψε στον κύριο Αργυρίου, υψηλόβαθμο στέλεχος έγκριτης τράπεζας.

Η πόρτα του κατάστήματας της τράπεζας άνοιξε και περήφανα ο κύριος Ευρουλάκης βάδισε προς το γραφείου του κύριου Αργυρίου. Εκείνος τον καταδέχτηκε με μεγάλη χαρά και ύστερα από μια σύντομη κουβέντα του ανακοίνωσε πως <<Τα προσόντα του σε συνδυασμό με τον αψεγάδιαστο χαρακτήρα του, τον οποίο και ο ίδιος εγνώριζε λόγω της προσωπικής του σχέσης με τον πατέρα του, τον έκαναν τον καταλληλότερο υποψήφιο για αυτή τη θέση, καίριας σημασίας, που έμεινε κενή στη τράπεζα>>.

Ο κύριος Ευρουλάκης ήταν πιο χαρούμενος από κάθε άλλη φορά. Ακόμη και από τότε που είχε βρει ένα πεντοχίλιαρο στο δρόμο. Ευθύς τηλεφώνησε στους πιο στενούς του φίλους και βγήκε να το γιορτάσει, "οικονομικά" πάντα. Εκείνο το βράδυ γνώρισε και τη μέλλουσα γυναίκα του. Η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Κανείς δε κατάλαβε ποτε τι του βρήκε εκείνη η κοπέλα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι τον αγάπησε πραγματικά. Ίσως ο έρωτας να είναι σαν τον θάνατο, όλοι θα τον ζήσουν μία φορά.

Έζησε χαρούμενα χρόνια ο κύριος Ευρουλάκης. Δούλευε τις καθημερινές και δεν ήταν λίγες οι φορές που γύριζε αργά το βράδυ στο σπίτι. Η γυναίκα του ήταν πάντα εκεί να τον φροντίσει και ο ίδιος πίστευε πως δεν έλειπε τίποτα από τη ζωή του. Είχε φίλους, είχε μια γυναίκα που τον αγαπούσε και το σημαντικότερο... είχε λεφτά. Δε μπορούσε να εξηγήσει τη ρίζα του πάθους του για τα χρήματα, αλλά ήξερε πως σε καμμία περίπτωση δεν ήθελε να την κλαδέψει.

Τα χρόνια πέρασαν, ο κύριος Ευρουλάκης απέκτησε ένα νέο σπίτι, σε ήσυχη γειτονιά όπως του άρεσε, όπως και ένα αυτοκίνητο για εκείνον, ένα αυτοκίνητο για τη γυναίκα του, ένα εξοχικό που του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια, πολλά τραπέζια και καρέκλες, αρκετά σερβίτσια, μερικά πιάτα και ποτήρια, καναπέδες, λάμπες, κρεβάτια, πίνακες σύγχρονης και ασύγχρονης αισθητικής, αρκετούς τραπεζικούς λογαριασμούς, έναν πουροκόφτη, μπόλικα μπιχλιπίδια άχρηστα σαν το χθες και ένα συντριβάνι για την αυλή του εξοχικού του. Μπορεί να ξεχνώ μερικές από τις αγορές του μα αυτό είναι θέμα ανόητο και ανούσιο στο κάτω κάτω.

Κάποια στιγμή γεννήθηκε το πρώτο του παιδί. Ήταν πολύ χαρούμενος ο κύριος Ευρουλάκης. Ποτέ δεν θα ξεχάσει τα λόγια της γυναίκας του <<Το παιδί μας Αγησίλαε!>>. Η περηφάνεια που ένιωσε ήταν πολύ μεγάλη, αλλά είχε και άλλα πράγματα να σκεφτεί, όπως η δουλειά του και τα χρήματά του. Δεν είχε χρόνο να χάσει σε ανάλατες οικογενειακές ιστορίες.

Η ζωή όμως όπως και το αύριο άλλωστε, κρύβει εκπλήξεις. Η γυναίκα του διαγνώστηκε με καρκίνο και πέθανε σε 1 χρόνο. Ο κύριος Ευρουλάκης ήταν πολύ δυστυχισμένος. Δε μπορούσε να σκεφτεί τη δουλειά του. Ήξερε πως τα χρήματά του ήταν το παν για εκείνον αλλά γιατί όμως δε μπορούσε να δουλέψει; Οι μαύρες σκέψεις τον τύλιξαν και ανήμπορος αφέθηκε στη ροή τους. Άρχισε να πίνει και όταν πίνει ο άνθρωπος δε σκέφτεται καθαρά. Αργούσε να πάει στη δουλειά του σχεδόν κάθε μέρα. Ένα πρωινό τον φώναξε στο γραφείο του ο διευθυντής του και του ανακοίνωσε την απόλυσή του. Του εξήγησε πως <<η τράπεζα είναι μια καλοκουρδισμένη μηχανή και όποιο γρανάζι σαπίζει πρέπει να το αλλάζουμε>>.

Ήταν απαρηγόρητος ο κύριος Ευρουλάκης. Το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να πηγαίνει από μπαρ σε μπαρ και να πνίγει τον πόνο του σε αλκοόλ. Μια γλυκιά βραδιά έφυγε από το τελευταίο μπαρ και αποφάσισε να επιστρέψει σπίτι του περπατώντας. Περπάτησε για ώρα μέχρι που μια στιγμή άκουσε έναν περίεργο θόρυβο, κοίταξε πάνω και είδε ένα αμόνι να κατευθύνεται προς εκείνον. Λίγα δέκατα του δευτερολέπτου πριν πεθάνει σκέφτηκε <<Ίσως το χρήμα τελικά να μην έχει καμμία αξία>>. Αλλά δεν είχε σημασία καθώς το αμόνι έπεσε στο κεφάλι του με περισσή βια.

Ο κύριος Ευρουλάκης είχε πολλούς φίλους μα τελικά πέθανε μόνος του γιατί ο κύριος Ευρουλάκης είναι τραπεζίτης στο επάγγελμα μα και στην καρδιά...

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

γενική αλήθεια

σπαρταράω σα το ψάρι
στην ακρογιαλιά στην όχθη
με έπνιξαν τα βάσανα
οι λύπες και οι μόχθοι

μισής ζωής ανθόσπορος
μιας τρέλας καταφύγι
καρδιά που έκλεισε γερά
και πλέον δεν ανοίγει

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

χ/2

αλάθητα λάθη στην ξύπνια στεγνή γειτονιά
υγρή λαίλαπα με κοιμίζει στερνά
δήθεν αύριο
και ο θάνατος προστάζει

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Η Αλίκη στη χώρα των πτωμάτων

Μια μέρα η Αλίκη πέθανε δεν είναι πια μαζί μας
ο θάνατος τη τύλιξε, την πήρε απ' τη ζωή μας
Νόμιζε ότι ήταν όνειρο, ότι δεν είναι αλήθεια
μα ένας κόμπος σφίχτηκε και βάρυναν τα στήθια

η δόλια η μανούλα της την έκλαιγε στο μνήμα
κόρη μικρή ανύπαντρη να φύγει ήταν κρίμα
Λουλούδι ανοιξιάτικο, εχθρός κάθε κατάρας
χάρε αναικδιήγητε και μάγκα της δεκάρας
την κόρη μου άδικα άρπαξες, την πήρες συντροφιά σου
ας έπαιρνες τη Μαριγώ, τη κοπελιά του Τάσου.

μες στο μπαχτσέ σου φύτρωσε με πόνο η Αλίκη
σαν μήλο ροδοκόκκινο που έγινε φυρίκι
σαν φρούτο ανοιξιάτικο π' ωρίμασε όμως ήδη
σάπισε και τάισε με γλύκα το γρασίδι

Ο τάφος της πεντάστερος και χιλιοκλαμμένος
μ' όλης της πίκρας δάκρυα της μάνας ποτισμένος
όλο το σόι την έκλαιγε, "τι κρίμα που εχάθη"
λουλούδι μπρος στον τάφο της ποτέ του δεν μαράθει

Αλίκη ήσουν όμορφη, όμορφη σαν αστέρι
σαν πίκρα που γενήθηκε, μόνο χαρές να φέρει
φώτιζες τις νύχτες μας, σκοτάδιζες τη μέρα
και όλου του κόσμου τα κακά, εσύ τα'κανες πέρα

εκεί όμως που βρίσκεσαι, κανείς δε σ'αγαπάει
χιόνι που δεν έλυωσε, κατάμεσα του Μάη
μας άφησες και γλύστρισες στου θάνατου τη προίκα
ποτέ σε ολόκληρη τη γη, πιο ομορφη δε βρηκα

και τριγυρνάς ανώφελα δίχως καμμιά ελπίδα
σαν τρίχα που καμάρωνε σε ξυραφιού λεπίδα
μας άφησες και γλύστρισες στη λούπα του θάνατου
μεσα σε ένα ηλιόλουστο, απόγευμα Σαβάτου.

μα ας τα αφήσουμε όλα αυτά, η Αλίκη πια τι κάνει
σε ποιο σταυρό σταυρώθηκε,που έχει πια λιμάνι?
ζει μέσα στα πνεύματα, ζει μέσα στη λήθη?
ή μήπως είναι ζωντανή μεσ' των νεκρών τα πλήθη?

Ποτέ δεν πήγε πουθενά εδώ είναι ακόμη
ποτέ δε θα ρωτήσουνε, πια τη δική της γνώμη
Άυλη έτσι θα γυρνά δίχως στον κόσμο ελπίδα
χρυσάφι που είναι ανούσιο στη αγκαλιά του Μίδα

Βλέπει τη μανούλα της και τη ζωή που είχε
σκεφτόμενη πως ένοιωθε, πως κάποτε υπήρχε
μα τώρα έρμη τριγυρνα στου κόσμου την ωδύνη
όλα τα παίρνει το κισμέτ, τίποτε δεν αφήνει

τριγύριζε η άδολη στου κόσμου την πλημμύρα
σαν τον αφρό που άφρισε στου ποτηριού τη μπύρα
είδε πολλά τριγύρω της, που'ταν γεμάτα πόνο
κατάλαβε πως ζωντανή, εκείνη ήταν μόνο

νεκροί ήταν οι άνθρωποι που νόμιζαν πως ζούσαν
την κουταμάρα φύτευαν, τη σκέψη απασχολούσαν
αγόραζαν τον πόνο τους αφου ήταν ευκαιρία
και στη ζωή το τίποτα, πίστευαν με λατρεία

περνάν οι μέρες άσκοπα, "σαν" ζείς και "σαν" υπάρχεις
"σαν" υπηρέτης της στιγμής, "σαν" μοναξιάς στρατάρχης
κάποτε ήσουνα ανθός, με χρώμα και ελπίδα
μα από σταφύλι έγινες, ξενέρωτη σταφίδα



ORFEAS + PAKAKLAR

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

Ποτέ

Άπιστη Πόρνη
Αναίσθητη Ύπαρξη
Ποτέ δεν κατάλαβες
ούτε θα καταλάβεις...