Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Σεχραζάτ

Χανούμια και τσιγγάνισσες δενδροποταμίσιες
ξυπόλητα γυφτάκια σε ρυθμούς ακορντεόν
γέροι τυφλοί, σακάτηδες, επαίτες
ψευτοκαρντάσια χαριεντίζουν τρανσ
γριές χάμω απλώνουν το χέρι τους
κατάρες ψέλνουν προσφέροντας λουλούδια
ημίτρελοι και μεθύστακες τριγυρίζουν.

Δρόμοι βρώμικοι και υγροί
καθωσπρέπει αμαρτολάγνοι
ψευτοκουλτουριάζουν νοσηρά παίρνοντας μάτι
χορεύτριες με σκισμένα καλσόν
που εκπορνεύουν τα λάγνα κορμιά τους.

Κι η Σεχραζάτ από το παράθυρο της
ρεμβάζει και σιγοτραγουδάει
λυπημένη

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

Λόγια Ανείπωτα

Ήρθες ξαφνικά ένα βράδυ
δε σε περίμενα
ξυριζόμουν στο μπάνιο
και ζέστενα ένα τσάι να πιω
πριν πέσω.

Χτύπησες την πόρτα
πρεζάκια μόνο έρχονται τέτοιες ώρες
βραδυνές
κι όταν σε είδα πάγωσα
τα πόδια μου κοπήκαν.

Σου άνοιξα, σταυρωτά με φίλησες
και σε μύρισα.
Είχα ξεχάσει το άρωμα γυναίκας
και ειδικά το δικό σου.
Το τσάι σου πρόσφερα
χωρίζοντάς το στα δύο και κάτσαμε στο τραπέζι.

Μου μιλούσες και με ρωτούσες συνέχεια
διάφορα
και ενώ καταλάβαινα ότι και εσύ
άβολα ένοιωθες
δεν είχα κάτι να σου πω.
Δεν είπα τίποτα.

Έφυγες, με χαιρέτησες
παραξενεμένη
και μου είπες
γιατί έτσι μου φέρεσαι?
χοντροκέφαλος όπως πάντα
είσαι.

Έφυγες, και ακόμη και τώρα
το μόνο που νοιώθω
είναι ότι τίποτα δεν έχω να σου πω.
Όλα εσβησαν, από καιρό τελειώσαν.

Κουφάρι η αγάπη
σέρνεται εδώ και κεί
πεθαμένη.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

μήπως τα καταπίνεις;

χωνεύεις τα αχώνευτα
γελάς τα γελασμένα
τα κατσαρά σου τα μαλλιά
που ίσιωσαν στη χτένα

πόρνη σε χαρακτήρισαν
με πίπες λέν' ξεδίνεις
μύτες που δε σε μύρισαν
μήπως τα καταπίνεις;

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Neo-Epictitus

'Δω και 'κει σπέρματα σποράδες, ξεραμένα στο βρώμικο πάτωμα
του φοιτητικού δωματίου.
Φλέγματα πράσινα πρωινά ξεραμένα
στον κίτρινο βουλομένο νιπτήρα.
Αφίσα γυμνόστηθης πόρνης στον τσιγαρισμένο τοίχο,
η μόνη αίσθηση γυναίκας εδώ και χρόνια
ίδια κάθε μέρα,
λάγνα.

Καφέδες πάνω σε σημειώσεις πανεπιστημιακές
που αχρείαστες και λεκιασμένες κοίτονται
στο παλιό φθαρμένο ξύλινο γραφείο.
Φάκελοι ο ένας πάνω στον άλλο, άτακτα τακτοποιημένοι
κρύβουν τις σκέψεις.

Έξω βρέχει.
Μισάνθρωποι, λίγοι, σκυφτοί γρήγορα διαβένουν.

Συρτάρια μισόκλειστα ή μισανοιγμένα,
σαν σκουπίδια γεμάτα
αναμνήσεων παλιών.
Φωτογραφίες,
ενθύμια μιας ζωής άλλης
ανέμελης, προηγούμενης, κοίτονται και αυτά.
Γόπες και στάχτες,
αγκαλιασμένες στις γωνίες,
κάτω απ' τα ντουλάπια, πίσω απ'το γραφείο,
κρυμμένες από το τραπεζάκι το χαμηλό με το σπασμένο πόδι
που θαρρείς σαν με παράπονο στέκεται ακόμη.

Στο μπαλκόνι φυσάει και τα βουνά -ψηλά από τον ένατο- φαίνονται χιονισμένα.
Τα φώτα της πόλης λάμπουν, σαν κεριά πένθιμα.
Που και που σβήνουν.
Παίρνεις φόρα. Ούτε ένα δευτερόλεπτο δεν περνά
και στο πεζοδρόμιο ακούγεται ένα γντουπ,
ξερό.
Κι όλα έτσι τελειώνουν.
Επίκτητα

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

α-ληθ-(εια) - (νουμερο 2)

και τι ειναι μηπως η αληθεια..περα απ'το τωρα που μπορουμε να αντεξουμε..

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

νύχτωσε

μία ζωή σαν παγωτό
μία σκέψη που διπλώνει
μέρα που ξημέρωσε
μα ύστερα νυχτώνει

πίκρα απερίγραπτη
κρασί που'γινε ξύδι
νιώθεις να επέστρεψες
από μελλοντικό ταξίδι

φωτιά είναι τα στήθια σου
και η καρδιά σαν χιόνι
βάρος, βαρύ, ασήκωτο
γιγάντιο αμόνι

αλυσοδεμένος

έχω ένα άτι έξω δεμένο
που όλο μου λέει "έξω δε μένω..."
και όλοι το βρίζουν "ε! ξοδεμένο..."

Ζώα

Μαμά μου δεν περνάω καλά
Είμαι ο μετρ της φάπας
Να είναι η σκατόφατσα;
Ή όντως είμαι βλάκας;

Μαμά μου δεν αντέχω πια
Νομίζω θα σαλτάρω
Πάντα ήμουν κομπλεξικός
Μα τώρα θα μπατάρω

Μαμά μου σε παρακαλώ
Πού έχω εγώ ταλέντο;
Να βλέπω τηλεόραση;
Να τρώω πασατέμπο;

Γιόκα μην το πολυτραβάς
Δεν έχεις καμμιά χάρη
Έτυχε και γεννήθηκες
Από στραβό παπάρι

Γιόκα μου για να εξελιχθείς
Δε βλέπω να έχεις φόντα
Το γίδι ο πατέρας σου
Που του'σπασε η καπότα

Το μόνο που έκανες καλό
Ήταν να είσαι τσάτσος
Για αυτό άσε τα καμώματα
Τράβα να γίνεις μπάτσος

Μια περίεργη μέρα στην Άνω Πόλη

Πάντα μου αρέσει να κάνω βόλτες στην Άνω Πόλη, είναι πολύ πιο ήσυχα από το κέντρο και έχει και θέα στη Θάλασσα. Φοβάμαι το νερό και δεν μπορώ να κολυμπήσω αλλά λατρεύω να κοιτάω μακριά, εκεί που χάνεται ο ορίζοντας.

Ο ήλιος δεν έχει βγει ακόμη και τριγυρνάω μόνος στα σοκάκια. Δεν υπάρχει ψυχή να με ακούσει αλλά περπατώ αθόρυβα. Προτιμώ να περνώ απαρατήρητος στη ζωή, οι άλλοι σημαίνουν μπελάδες και αυτό που δε θέλω είναι μπελάδες, εκτός δηλαδή και αν μπλεχτώ σε κανένα καυγά. Λατρεύω τους καυγάδες! Θυμάμαι μια φορά είχε γίνει μία μεγάλη φασαρία, για τα μάτια της μόνο, έτσι έχασα ένα μέρος του αριστερού μου αυτιού. Όποιος με ρωτάει το πως, του λέω πως δεν έχει σημασία και να κοιτάει τη δουλειά του και πως ούτως η άλλως με μισό αυτί ακούω καλύτερα.

Αποφάσισα να τραβήξω προς την πλατεία, εκεί υπάρχει ένας φούρνος και έξω από τον φούρνο υπάρχει ένα περίεργο μεταλλικό μηχάνημα που φυσάει ζεστό αέρα. Με τέτοιο κρύο φυσικό είναι να ψάχνω να βρω ένα μέρος με ζέστη, τουλάχιστον μέχρι να βγει ο ήλιος. Μόλις εφτασα, άπλωσα την αφεντιά μου με χάρη και απόλαυσα την ζέστη που τόσο απλώχερα μου χαρίστηκε.

Δεν πρόλαβα να χορτάσω τις ζεστές στιγμές μου και είδα δυο τύπους να παραπατούν γελώντας και φωνάζοντας. Αποφάσισα να τους ακολουθήσω, χωρίς εκείνοι να με δουν. Πάντα είμαι περίεργος και θέλω να ξέρω τι συμβαίνει στη γειτονιά μου.

Γλίστρησα αθόρυβα από πίσω τους σαν σκιά και άκουγα τα ανόητα γέλια τους με προσοχή. Έχω παρατηρήσει ότι την ημέρα οι άνθρωποι είναι πιο σκεπτικοί και αγέλαστοι και όταν πέφτει ο ήλιος γίνονται ξανά πρόσχαροι και ευτυχισμένοι. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι λένε αλλά συνέχισα να τους ακολουθώ μέχρι που πέρασαν από τις ταβέρνες, στις οποίες έχω κάνει λουκούλια γεύματα, ιδίως σε εκείνη στην οποία ο μαγαζάτορας με αγαπά και τον αγαπώ και εγώ μιας και δεν τσιγκουνεύεται ποτέ του το φαγητό που μου δίνει. Αλλά ας τα ξεχάσουμε αυτά μιας και οι δύο χαρούμενοι έφτασαν σε μία σκάλα και άρχισαν να την κατεβαίνουν. Ξαφνικά, ο ένας άρχισε να τρέχει σαν παλαβός και πηδούσε τα σκαλιά δύο-δύο, ο άλλος γελούσε. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο τρελός δρομέας θα έμενε σώος από αυτή την κατάβαση. Έτσι, όσο γρήγορα κατέβαινε τα σκαλοπάτια, τόσο γρήγορα έπεσε στον βρώμικο δρόμο. Ήμουν σίγουρος πως θα σηκωνόταν και θα έβριζε, όπως συνηθίζουν οι άνθρωποι όποτε τους συμβαίνει μία κακοτυχία, αλλά εκείνος σηκώθηκε και συνέχισε να γελάει μαζί με τον άλλον και χαρούμενοι μπήκαν σε ένα σπίτι.

Δεν μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους. Μπορεί να μένω στον δρόμο όλη μέρα, μπορεί κανείς τους να μη μου δίνει σημασία, μπορεί να παρατηρώ την συμπεριφορά τους καθημερινά αλλά ποτέ δεν τους κατάλαβα.

Ανέβηκα σε έναν μαντρότοιχο και αποφάσισα να μου χαρίσω κάποιες στιγμές ηρεμίας, μέχρι να βγει ο ήλιος. Πάνω που με είχε πάρει ο ύπνος, άκουσα πάλι φασαρία. Ήταν περίεργο γιατί αυτη την ώρα συνήθως οι άνθρωποι κοιμούνται. Άκουγα μουσικές και φωνές από το σπίτι που μπήκαν οι δύο τύποι. Αλλόκοτες συμπεριφορές σκέφτηκα και πηδώντας ξανά στον δρόμο έτρεξα προς ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο το οποίο είχα ονομάσει σπίτι μου, αν μπορεί δηλαδή ένας περιπλανώμενος της ζωής να έχει ένα σπίτι, και γλύστρισα στα σωθικά του. Ήμουν κουρασμένος και αποφάσισα να κοιμηθώ για λίγη ώρα μιας και επιτέλους απλώθηκε ησυχία τριγύρω μου.

Όταν ξύπνησα ο ήλιος είχε ξεπροβάλλει περήφανος και μια τρύπα στην οροφή, λες και δημιουργήθηκε μόνο για εμένα, επέτρεπε στον ήλιο να απλώνεται πάνω μου. Άφησα τις ακτίνες του να με χαϊδέψουν και γεύτηκα την απρόσκοπτη ζεστασιά του. Μόλις χόρτασα ήλιο ανακάλυψα ότι πεινούσα και αποφάσισα να περάσω από τους σκουπιδοτενεκέδες έξω από τις ταβέρνες, πάντα έχει κάτι βρώσιμο εκεί για εκείνους που δεν έχουν τίποτα στον κόσμο.

Όταν έφτασα εκεί είδα πως δεν υπήρχε ίχνος φαγητού και όλες οι ταβέρνες ήταν κλειστές. Κατάρα, σκέφτηκα και περπάτησα προς τα γρασίδια λίγο πιο κάτω. Εκεί κάθησα στα γρασίδια και παρακολούθησα την πόλη να ξυπνά με αργούς ρυθμούς. Η βουή της πόλης δυνάμωνε με την ώρα και όλοι οι άνθρωποι άρχισαν να ξυπνούν και να βγαίνουν στους δρόμους. Συνήθως τα πρωϊνά οι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι και περπατούν με γρήγορους ρυθμούς λες και έχουν ραντεβού. Αλλά η σημερινή μέρα έμοιαζε διαφορετική. Οι άνθρωποι έδειχναν χαρούμενοι και κυκλοφορούσαν στους δρόμους φωνάζοντας πολλές φορές ο ένας στον άλλον λόγια που δεν καταλάβαινα αλλά σίγουρα ήταν λόγια χαράς.

Συνήθως τα πρωϊνά δεν κυκλοφορούν πολλά παιδάκια στον δρόμο αλλά σήμερα ήταν περίεργη μέρα και πολλά πιτσιρίκια περπατούσαν και χτυπούσαν όλες τις πόρτες και τραγούδαγαν. Οι άνθρωποι που τους άνοιγαν τους άκουγαν, άλλοι με προσοχή, άλλοι με βιασύνη και έπειτα τους έδιναν κάτι στρογγυλά μέταλλα τα οποία εκείνα έβαζαν με προσοχή στη τσέπη τους. Ποτέ δε θα καταλάβω τους ανθρώπους, μονολόγησα και ξεκίνησα τον περίπατό μου στα σοκάκια της περιοχής.

Έψαχνα απεγνωσμένα κάτι φαγώσιμο και δεν άργησα να το βρω. Σε ένα σοκάκι είδα πεταμένα κάτι κόκκαλα που είχαν ακόμη λίγο κρέας πάνω τους. Άρχισα να τρώω μονομιάς μέχρι που κάθε κόκκαλο πλέον έλαμπε σαν καλογυαλισμένος καθρέφτης. Έπειτα πήρα τους δρόμους και νωχελικά περπάτησα σε πολλές γειτονιές. Μου αρέσουν οι βόλτες, δεν θα μπορούσα ποτέ να ζήσω όπως τους ανθρώπους, κλεισμένος σε τσιμεντένια κουτάκια.

Η ώρα είχε περάσει και αποφάσισα να δω τον ήλιο να δύει, έτσι κατευθύνθηκα στο ψηλότερο σημείο που μπορούσα να πάω και παρακολούθησα το σκοτάδι να τυλίγει την πόλη με στοργή. Όλα ήταν ήρεμα ώσπου ξάφνου άκουσα το περπάτημά της, ήταν εκείνη. Με έπιασε ένα ρίγος, κάτι απροσδιόριστο. Την ήθελα. Σηκώθηκα και έτρεξα όσο γρηγορότερα μπορούσα προς το μέρος της, μόλις έστριψα στη γωνία, την είδα. Ήταν πανέμορφη, με κοίταξε αυστηρά με το λάγνο βλέμμα της λες και ήθελε να μου πει, αν κάνεις ένα βήμα ακόμη την έβαψες. Έβλεπα πως με ήθελε και εκείνη αλλά με φοβόταν ταυτόχρονα. Δεν ξέρω για πόση ώρα την κοιτούσα δίχως να κάνω τίποτα. Κάποια στιγμή πήρα την μεγάλη απόφαση και πήγα να την κάνω δικιά μου. Νόμιζα πως δεν θα μου έφερνε αντίρρηση και θα δεχόταν με ευχαρίστηση το τρυφερό άγγιγμά μου. Έκανα λάθος. Έβγαλε ένα ουρλιαχτό που μου πάγωσε το αίμα και με γρατζούνισε με βία στο πρόσωπο. Έτρεξα πανικόβλητος και προσπάθησα να σωθώ από αυτή τη μέγαιρα πόρνη. Ευτυχώς δε με ακολούθησε και λαχανιασμένος τράβηξα προς ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο όπου κρύφτηκα μέχρι να κοπάσει η μπόρα.

Ενώ το σκότάδι ήταν παχύ και η ησυχία απερίγραπτη, έγινε σαματάς. Άκουγα μπαμ μπουμ από παντού και ταράχτηκα όσο ποτέ. Συνέχισα να κρύβομαι φοβισμένος και καταράστηκα αυτή την περίεργη ημέρα. Ευτυχώς το βράδυ είχε πέσει για τα καλά και θα ηρεμούσαν τα πράγματα. Όπως και έγινε δηλαδή μιας και όταν βγήκα από το σπίτι οι δρόμοι ήταν πάλι άδειοι. Όμως η πόλη έδειχνε να είναι πιο ζωντανή
από ποτέ.

Τριγύρισα όλο το βράδυ και έψαχνα να βρω εκείνη. Το θάρρος με είχε ξαναβρεί και κατηγόρησα την φοβισμένη μου αντίδραση πρωτύτερα. Την έψαχνα μέχρι τις πρώτες πρωϊνές ώρες άδικα. Δεν ήταν πουθενά. Απελπίστηκα! Ανέβηκα σε έναν τοίχο και έκλαψα μέχρι να βγει ο ήλιος. Ήμουν σίγουρος πως όποιος και να άκουγε τις κραυγές μου θα καταλάβαινε τον πόνο μου. Ήθελα να ακούσει τις κραυγές μου εκείνη. Φανταζόμουν πως αν καταλάβαινε πόσο την θέλω θα ερχόταν και στοργικά θα με αγκάλιαζε και εγώ θα της ψιθύριζα στο αυτί το νόημα της ζωής. Όμως αυτό ποτέ δεν έγινε...

Ήμουν κουρασμένος. Ο ήλιος είχε βγει περήφανος και αποφάσισα να γυρίσω στην φωλιά μου και να πνίξω τον πόνο μου με τον ύπνο. Περπάτησα αργά, πέρασα από τις ταβέρνες και κατέβηκα τα σκαλιά. Ξαφνικά άκουσα κάποια γέλια και δύο άνθρωποι άρχισαν να κατεβαίνουν τις σκάλες, έκανα στην άκρη για να μην με πατήσουν διότι φαινόντουσαν σαν να μην ξέρουν που πατάνε. Εκείνοι συνέχισαν να κατεβαίνουν και αναγνώρισα τον έναν από τους δύο. Ήταν εκείνος που έπεσε με περίσσια χάρη από τα ίδια σκαλιά τις προάλλες. Σήμερα φαινόταν να περπατάει πιο προσεκτικά. Όταν έφτασε δίπλα μου με κοίταξε με ένα περίεργο βλέμμα. Τι ήθελε από εμένα; Ήμουν έτοιμος να τρέξω όταν εκείνος με κλώτσησε με δύναμη και είπε:

- Άντε γαμήσου και εσύ μωρή γαμώγατα!

Έτρεξα πανικόβλητος και δις πονεμένος. Σκέφτηκα. <<Πάντα μαλάκες ήταν οι άνθρωποι και πάντα μαλάκες θα μείνουν>>

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Ξύδια

αποθήκευση τώρα ή δημοσίευση ανάρτησης?
happy new fear and a merry crisis