Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011
δίχως χρήμα είναι κρίμα
δίχως λόγο μοναξιά
πλάι στον γκρεμό κουρνιάζεις
περιμένεις μια σπρωξιά
δίχως χρήμα είναι κρίμα
δίχως αύριο τι είναι χθες;
δίχως νόημα οι λέξεις
χτίζουν ποίημα απεχθές
Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011
ο κύριος (Αγησίλαος) Ευρουλάκης
Πάντα αγαπούσε το χρήμα και προσπαθούσε να το συλλέξει είτε σε μικρή ποσότητα, είτε σε μεγάλη.
Το πάθος του για το χρήμα ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία. Στα 10 του είδε σε μια γυαλιστερή βιτρίνα ένα γουρουνάκι κουμπαρά και ήθελε να τον αγοράσει αλλά η τιμή του, 1500 δραχμές, ήταν εξωφρενική για το πορτοφόλι του. Στεναχωρημένος αποφάσισε να κάνει οικονομία και να τον αγοράσει μόλις συλλέξει το πολυπόθητο ποσό. Έτσι κατάφερε να συλλέξει 500 δραχμές, τις οποίες έδωσε στους συμμαθητές του στο σχολείο σε μορφή δανείων των 100 δραχμών με τσουχτερό επιτόκιο. Μέσα σε ένα μήνα ο κύριος Ευρουλάκης κατάφερε και μάζεψε 2000 δραχμές. Όχι μόνο θα αγόραζε τον κουμπαρά, αλλά θα κατάφερνε να τοποθετήσει στα σπλάχνα του το αρχικό του κεφάλαιο, τουτέστιν 500 δραχμές.
Στην ηλικία των 13 ετών αποφάσισε να γίνει πλούσιος. Έτσι ζήτησε από τον πατέρα του να του δωρίσει ένα μικρό κομμάτι γης στον πίσω κήπο του εξοχικού του. Ο πατέρας του ανυποψίαστος μα περήφανος για τον οικονόμο γιό του, του το έδωσε με μεγάλη χαρά. Τότε ο κύριος Ευρουλάκης φύτεψε ραπανάκια και μαρούλια και τα περιποιόταν με περίσσια φροντίδα. Οι φίλοι τον γονιών του, οι οποίοι συγκεντρώνονταν τακτικά στο εξοχικό τους τα καλοκαίρια για μία παρτίδα κουμ κάν ή θανάσση, έγιναν με μεγάλη τους χαρά οι πρώτοι του πελάτες, ιδιαίτερα το ζεύγος Αργυρίου.
Συλλέκτη χρήματος ήταν ο κύριος Ευρουλάκης και δεν ντράπηκε ποτέ του για αυτό. Με ζήλο διάβαζε τα μαθήματά του και στην ηλικία των 18 ετών πέρασε στο πανεπιστήμιο στην οικονομική σχολή που ήθελε. Εκεί έμαθε όλα τα καπιταλιστικά τερτίπια που διακρίνουν κάθε σύγχρονο τραπεζίτη και οικονομολόγο. Θαύμασε τη μαγεία των αριθμών και με μαεστρεία τελείωσε την σχολή του σε 4 χρόνια όπως προβλεπόταν αλλωστε.
Έζησε πολλά ο κύριος Ευρουλάκης σε αυτά τα 4 φοιτητικά χρόνια, έκανε φίλους και έπιασε και μια γκόμενα. Τον χώρισε σύντομα όμως καθώς της φάνηκε πως ήταν πολύ "οικονόμος". Ο κύριος Ευρουλάκης ήταν πάντα περήφανος για την σχέση του με την Ρίτα, διότι όποτε έβγαιναν έξω, το ένα βράδυ κερνούσε τυρόπιτα η Ρίτα και το άλλο βράδυ ο κύριος Ευρουλάκης. Στο τέλος ο κύριος Ευρουλάκης ήταν κερδισμένος κατά μία τυρόπιτα, το θυμόταν αυτό ανά διαστήματα και χαχάνιζε μόνος του σαν τρελός που μόλις απέδρασε απ'το τρελοκομείο.
Μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές του ο κύριος Ευρουλάκης πήγε να υπηρετήσει στον ένδοξο ελληνικό στρατό. Μπορεί να ήταν τραπεζίτης μα τα εθνικά του αισθήματα ήταν τίμια. Εκεί γνώρισε και άλλους φίλους (όμως καμμία γκόμενα) και μόλις απολύθηκε ήταν σίγουρος για την καριέρα που ήθελε να ακολουθήσει. Απευθύνθηκε στον πατέρα του ο οποίος γνώριζε τα κατάλληλα άτομα, μεγαλωμένος και ο ίδιος σε σπίτια με "ζεστά τζάκια". Εκείνος τον προέτρεψε στον κύριο Αργυρίου, υψηλόβαθμο στέλεχος έγκριτης τράπεζας.
Η πόρτα του κατάστήματας της τράπεζας άνοιξε και περήφανα ο κύριος Ευρουλάκης βάδισε προς το γραφείου του κύριου Αργυρίου. Εκείνος τον καταδέχτηκε με μεγάλη χαρά και ύστερα από μια σύντομη κουβέντα του ανακοίνωσε πως <<Τα προσόντα του σε συνδυασμό με τον αψεγάδιαστο χαρακτήρα του, τον οποίο και ο ίδιος εγνώριζε λόγω της προσωπικής του σχέσης με τον πατέρα του, τον έκαναν τον καταλληλότερο υποψήφιο για αυτή τη θέση, καίριας σημασίας, που έμεινε κενή στη τράπεζα>>.
Ο κύριος Ευρουλάκης ήταν πιο χαρούμενος από κάθε άλλη φορά. Ακόμη και από τότε που είχε βρει ένα πεντοχίλιαρο στο δρόμο. Ευθύς τηλεφώνησε στους πιο στενούς του φίλους και βγήκε να το γιορτάσει, "οικονομικά" πάντα. Εκείνο το βράδυ γνώρισε και τη μέλλουσα γυναίκα του. Η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Κανείς δε κατάλαβε ποτε τι του βρήκε εκείνη η κοπέλα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι τον αγάπησε πραγματικά. Ίσως ο έρωτας να είναι σαν τον θάνατο, όλοι θα τον ζήσουν μία φορά.
Έζησε χαρούμενα χρόνια ο κύριος Ευρουλάκης. Δούλευε τις καθημερινές και δεν ήταν λίγες οι φορές που γύριζε αργά το βράδυ στο σπίτι. Η γυναίκα του ήταν πάντα εκεί να τον φροντίσει και ο ίδιος πίστευε πως δεν έλειπε τίποτα από τη ζωή του. Είχε φίλους, είχε μια γυναίκα που τον αγαπούσε και το σημαντικότερο... είχε λεφτά. Δε μπορούσε να εξηγήσει τη ρίζα του πάθους του για τα χρήματα, αλλά ήξερε πως σε καμμία περίπτωση δεν ήθελε να την κλαδέψει.
Τα χρόνια πέρασαν, ο κύριος Ευρουλάκης απέκτησε ένα νέο σπίτι, σε ήσυχη γειτονιά όπως του άρεσε, όπως και ένα αυτοκίνητο για εκείνον, ένα αυτοκίνητο για τη γυναίκα του, ένα εξοχικό που του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια, πολλά τραπέζια και καρέκλες, αρκετά σερβίτσια, μερικά πιάτα και ποτήρια, καναπέδες, λάμπες, κρεβάτια, πίνακες σύγχρονης και ασύγχρονης αισθητικής, αρκετούς τραπεζικούς λογαριασμούς, έναν πουροκόφτη, μπόλικα μπιχλιπίδια άχρηστα σαν το χθες και ένα συντριβάνι για την αυλή του εξοχικού του. Μπορεί να ξεχνώ μερικές από τις αγορές του μα αυτό είναι θέμα ανόητο και ανούσιο στο κάτω κάτω.
Κάποια στιγμή γεννήθηκε το πρώτο του παιδί. Ήταν πολύ χαρούμενος ο κύριος Ευρουλάκης. Ποτέ δεν θα ξεχάσει τα λόγια της γυναίκας του <<Το παιδί μας Αγησίλαε!>>. Η περηφάνεια που ένιωσε ήταν πολύ μεγάλη, αλλά είχε και άλλα πράγματα να σκεφτεί, όπως η δουλειά του και τα χρήματά του. Δεν είχε χρόνο να χάσει σε ανάλατες οικογενειακές ιστορίες.
Η ζωή όμως όπως και το αύριο άλλωστε, κρύβει εκπλήξεις. Η γυναίκα του διαγνώστηκε με καρκίνο και πέθανε σε 1 χρόνο. Ο κύριος Ευρουλάκης ήταν πολύ δυστυχισμένος. Δε μπορούσε να σκεφτεί τη δουλειά του. Ήξερε πως τα χρήματά του ήταν το παν για εκείνον αλλά γιατί όμως δε μπορούσε να δουλέψει; Οι μαύρες σκέψεις τον τύλιξαν και ανήμπορος αφέθηκε στη ροή τους. Άρχισε να πίνει και όταν πίνει ο άνθρωπος δε σκέφτεται καθαρά. Αργούσε να πάει στη δουλειά του σχεδόν κάθε μέρα. Ένα πρωινό τον φώναξε στο γραφείο του ο διευθυντής του και του ανακοίνωσε την απόλυσή του. Του εξήγησε πως <<η τράπεζα είναι μια καλοκουρδισμένη μηχανή και όποιο γρανάζι σαπίζει πρέπει να το αλλάζουμε>>.
Ήταν απαρηγόρητος ο κύριος Ευρουλάκης. Το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να πηγαίνει από μπαρ σε μπαρ και να πνίγει τον πόνο του σε αλκοόλ. Μια γλυκιά βραδιά έφυγε από το τελευταίο μπαρ και αποφάσισε να επιστρέψει σπίτι του περπατώντας. Περπάτησε για ώρα μέχρι που μια στιγμή άκουσε έναν περίεργο θόρυβο, κοίταξε πάνω και είδε ένα αμόνι να κατευθύνεται προς εκείνον. Λίγα δέκατα του δευτερολέπτου πριν πεθάνει σκέφτηκε <<Ίσως το χρήμα τελικά να μην έχει καμμία αξία>>. Αλλά δεν είχε σημασία καθώς το αμόνι έπεσε στο κεφάλι του με περισσή βια.
Ο κύριος Ευρουλάκης είχε πολλούς φίλους μα τελικά πέθανε μόνος του γιατί ο κύριος Ευρουλάκης είναι τραπεζίτης στο επάγγελμα μα και στην καρδιά...
Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011
γενική αλήθεια
στην ακρογιαλιά στην όχθη
με έπνιξαν τα βάσανα
οι λύπες και οι μόχθοι
μισής ζωής ανθόσπορος
μιας τρέλας καταφύγι
καρδιά που έκλεισε γερά
και πλέον δεν ανοίγει
Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011
χ/2
υγρή λαίλαπα με κοιμίζει στερνά
δήθεν αύριο
και ο θάνατος προστάζει
Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011
Η Αλίκη στη χώρα των πτωμάτων
ο θάνατος τη τύλιξε, την πήρε απ' τη ζωή μας
Νόμιζε ότι ήταν όνειρο, ότι δεν είναι αλήθεια
μα ένας κόμπος σφίχτηκε και βάρυναν τα στήθια
η δόλια η μανούλα της την έκλαιγε στο μνήμα
κόρη μικρή ανύπαντρη να φύγει ήταν κρίμα
Λουλούδι ανοιξιάτικο, εχθρός κάθε κατάρας
χάρε αναικδιήγητε και μάγκα της δεκάρας
την κόρη μου άδικα άρπαξες, την πήρες συντροφιά σου
ας έπαιρνες τη Μαριγώ, τη κοπελιά του Τάσου.
μες στο μπαχτσέ σου φύτρωσε με πόνο η Αλίκη
σαν μήλο ροδοκόκκινο που έγινε φυρίκι
σαν φρούτο ανοιξιάτικο π' ωρίμασε όμως ήδη
σάπισε και τάισε με γλύκα το γρασίδι
Ο τάφος της πεντάστερος και χιλιοκλαμμένος
μ' όλης της πίκρας δάκρυα της μάνας ποτισμένος
όλο το σόι την έκλαιγε, "τι κρίμα που εχάθη"
λουλούδι μπρος στον τάφο της ποτέ του δεν μαράθει
Αλίκη ήσουν όμορφη, όμορφη σαν αστέρι
σαν πίκρα που γενήθηκε, μόνο χαρές να φέρει
φώτιζες τις νύχτες μας, σκοτάδιζες τη μέρα
και όλου του κόσμου τα κακά, εσύ τα'κανες πέρα
εκεί όμως που βρίσκεσαι, κανείς δε σ'αγαπάει
χιόνι που δεν έλυωσε, κατάμεσα του Μάη
μας άφησες και γλύστρισες στου θάνατου τη προίκα
ποτέ σε ολόκληρη τη γη, πιο ομορφη δε βρηκα
και τριγυρνάς ανώφελα δίχως καμμιά ελπίδα
σαν τρίχα που καμάρωνε σε ξυραφιού λεπίδα
μας άφησες και γλύστρισες στη λούπα του θάνατου
μεσα σε ένα ηλιόλουστο, απόγευμα Σαβάτου.
μα ας τα αφήσουμε όλα αυτά, η Αλίκη πια τι κάνει
σε ποιο σταυρό σταυρώθηκε,που έχει πια λιμάνι?
ζει μέσα στα πνεύματα, ζει μέσα στη λήθη?
ή μήπως είναι ζωντανή μεσ' των νεκρών τα πλήθη?
Ποτέ δεν πήγε πουθενά εδώ είναι ακόμη
ποτέ δε θα ρωτήσουνε, πια τη δική της γνώμη
Άυλη έτσι θα γυρνά δίχως στον κόσμο ελπίδα
χρυσάφι που είναι ανούσιο στη αγκαλιά του Μίδα
Βλέπει τη μανούλα της και τη ζωή που είχε
σκεφτόμενη πως ένοιωθε, πως κάποτε υπήρχε
μα τώρα έρμη τριγυρνα στου κόσμου την ωδύνη
όλα τα παίρνει το κισμέτ, τίποτε δεν αφήνει
τριγύριζε η άδολη στου κόσμου την πλημμύρα
σαν τον αφρό που άφρισε στου ποτηριού τη μπύρα
είδε πολλά τριγύρω της, που'ταν γεμάτα πόνο
κατάλαβε πως ζωντανή, εκείνη ήταν μόνο
νεκροί ήταν οι άνθρωποι που νόμιζαν πως ζούσαν
την κουταμάρα φύτευαν, τη σκέψη απασχολούσαν
αγόραζαν τον πόνο τους αφου ήταν ευκαιρία
και στη ζωή το τίποτα, πίστευαν με λατρεία
περνάν οι μέρες άσκοπα, "σαν" ζείς και "σαν" υπάρχεις
"σαν" υπηρέτης της στιγμής, "σαν" μοναξιάς στρατάρχης
κάποτε ήσουνα ανθός, με χρώμα και ελπίδα
μα από σταφύλι έγινες, ξενέρωτη σταφίδα
ORFEAS + PAKAKLAR
Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011
Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011
Μονολιθικός
Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011
Ξέμπαρκος
σε κατάλευκα μπουρίνια
και μου βούτηξες το κεφάλι
σε λερναίες ύδρες με pesto
που δεν ήθελαν να φάνε,
καμάρωσες που οι αναποφάσιστες κουτάλες
ήθελαν να βουτήξουν
σε παγωμένες ανάλατες θάλασσες
ακόμα και τότε που οι θάλασσες
στέρησαν τα επόμενα ταξίδια
και χάρισαν ένα παχύ γάντζο πειρατή
κι ένα διάλειμμα
μέχρι το επόμενο διάλειμμα,
ο παπαγάλος μιλάει ακόμα γρήγορα
ακόμα και με ξαναστραβωμένο ράμφος,
και ο κροκόδειλος κουρδίζει που και που το σκουριασμένο του ξυπνητήρι
Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011
Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011
Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011
Σαν (θα'ρθω μια γλυκιά βραδιά)
μονάχος όταν κάθομαι θα σκέφτομαι εσένα
μα είναι όλα μάταια, είναι αδικοχαμένα
μα είναι όλα μάταια, είναι αδικοχαμένα
θα τυρανιέμαι ανώφελα και θα πονώ στ'αλήθεια
θα τυρανιέμαι ανώφελα και θα πονώ στ'αλήθεια
γιατί φωτιά μου άναψες εκεί βαθιά στα στήθια
γιατί φωτιά μου άναψες εκεί βαθιά στα στήθια
αποβραδίς ξεκίνησα για να σε συναντήσω
αποβραδίς ξεκίνησα για να σε συναντήσω
να μη με βρει ποτέ χαρά αν δε σε αποκτήσω
να μη με βρει ποτέ χαρά αν δε σε αποκτήσω
μα η καρδιά σου είναι μακριά και μόνος μου ελπίζω
μα η καρδιά σου είναι μακριά και μόνος μου ελπίζω
πίκρες πολλές και βάσανα τη σκέψη μου ταΐζω
και ότι χτίζω αυθημερόν το σούροπο γκρεμίζω
Θα'ρθω μια γλυκιά βραδιά
Σαν (Τα μπλε παράθυρά σου)
απόψε κλειδαμπάρωσες και πάλι την καρδιά σου
με άφησες μονάχο μου να σέρνω τον σεβντά σου
με άφησες μονάχο μου να σέρνω τον σεβντά σου
η σκέψη σου σαν το νερό μες στο μυαλό μου στάζει
η σκέψη σου σαν το νερό μες στο μυαλό μου στάζει
μ'εσένα που ερωτεύτηκα με τρώει το μαράζι
μ'εσένα που ερωτεύτηκα με τρώει το μαράζι
κακούργα εσύ με πλάνεψες και έχασα το μυαλό μου
κακούργα εσύ με πλάνεψες και έχασα το μυαλό μου
μ'εσένανε που μπλέχτηκα, γίνηκες διάολος μου
μ'εσένανε που μπλέχτηκα, γίνηκες διάολος μου
με έκαψε η φύση μου που είναι όλο λάθη
με έκαψε η φύση μου που είναι όλο λάθη
καημούς και πίκρες θα γεννά σαν τα δικά σου πάθη
καημούς και πίκρες θα γεννά σαν τα δικά σου πάθη
Τα μπλε παράθυρά σου
Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011
ελπιδοφόρα χαρούμενη ευτυχία
ελπιδοφόρος ότι είναι ο ουρανός
όλο γκρεμίζεται με μιας ότι εγώ χτίζω
πίκρες γεμίζω κι όμως μένω αδειανός
χαρά χαρούμενη όλο χαρά προσμένω
με χάρη να μ'αρπάξει μονομιάς
ιστό θανάτου αργόσυρτα υφαίνω
αφού με προίκισε με θλίψη ο ντουνιάς
η ευτυχία, ευτυχία λεν' χαρίζει
μα η δυστυχία με πλησιάζει συνεχώς
ό,τι δε τρώγεται, σιγά σιγά σαπίζει
σαν φθινοπώρου καλοκαιρινός ανθός
θα ξαναγενηθείς μια μέρα απο τις στάχτες
που κάθε βράδυ περιποίησε επιμελώς
σαν σε τρομάζουνε της πίκρας σου οι κράχτες
τρίξε τα δόντια σου, μη μένεις πια δειλός
επικηρυγμένος
λες και δεν ξενύχτησε φεγγάρι
λιμάνι που καήκανε οι φάροι
καράβι πια δεν μπορεί να μπει
κοιτάς την θάλασσα από μακρυά
και στα νερά της θες να κολυμπήσεις
τα μυστικά σου εκεί να τα βυθίσεις
κι ότι απέχει να 'ρθει ξανά κοντά
όμως σε επικήρυξε ο Ποσειδώνας
και η στεριά σου μοιάζει άδεια
της μοναξιάς σε ανέλαβε η βάρδια
κάθε λεπτό μακρυά της είναι αιώνας
μόνο ο αλμυρός αέρας έχει απομείνει
να φέρει κάτι από το άγγιγμα της
να σου θυμίσει το αξέχαστο άρωμά της
το μάγουλο κρασί από τα μάτια πίνει
χαθήκαμε μια νύχτα σκοτεινή
μα θα βουτήξω κάποια νύχτα από ψηλά
κι ενώ θα πέφτω προς εσένα στα τυφλά
λιμάνι μες στην θάλασσα θα μπει
ελπίζοντας πως λίγο πριν πνιγεί
το καράβι του για τελευταία φορά θα δει
Στον Τροπικό του Αμαζονίου
Θα 'θελα (Έπρεπε να)
Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011
Πέρα με' χεις κάνει
καριόλες...
καριόλα θα σε σβήσει
αγάπη που δεν έπαψε
καρδιά που θα σαπίσει
καριόλα σε ξεγέννησε
από μουνί καριόλας
σκύλος που την επάτησε
νεκρός είναι εκ φόλας
καριόλες...
Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011
πόρνες
και εγώ να σου μιλήσω
σ'αγάπησα έτσι... άθελα
αύριο θα σε γκρεμίσω
όσο με φτυνεις κούκλα μου
στο σάλιο σου κολλάω
αχ! παραμύθι πούλα μου
μα εγώ θα σ'αγαπάω
εσένανε θα βλαστημώ
όσο μου κάνεις κόνξες
αφού το αποτέλεσμα
είναι πως είστε πόρνες
...
ο Τροπικός του Καρκίνου
Ανέβηκα στη ξέρα και κοίταξα τριγύρω. Το κύματα ήθελαν κάτι να μου πουν και δεν μπορούσα να καταλάβω τι. Απέραντη ηρεμία και τίποτα δεν φαινόταν να μπορούσε να πάει στραβά.
Ξάπλωσα και ρούφηξα κάθε στάλαγματιά του ήλιου ο οποίος χαρίζεται απλόχερα στον τροπικό του Καρκίνου.
Καθώς ο ήλιος χαϊδευε τα καυτά λαγόνια μου, αναρωτήθηκα, τι κάνουν οι υπόλοιποι θνητοί; Άραγε απολαμβάνουν τη ζωή τόσο ανέμελα όσο εγώ; Άραγε αναρωτιούνται και εκείνοι αν ο ήλιος έκαψε λάγνα το θεσπέσιο σώμα τους;
Η ώρα πέρασε και έπρεπε να γυρίσω. Καυτός αέρας άρχισε να φυσά και το κύμα άρχισε να αγριεύει. Αποφάσισα να τιθασεύσω τα κύματα για ακόμη μια φορά. Πήρα την κερωμένη σανίδα μου και πετώντας τη στη θάλασσα, πήδηξα σαν ακρίδα και προσγειώθηκα με χάρη πάνω της. Άρχισα να πλησιάζω στην ακτή καθώς το κύμα με έσπρωχνε σαν μέθυσος μπελαλής σε παρακμιακό μπαρ.
Ξάφνου ένας ξεδιάντροπος αέρας μου έκοψε τη φόρα. Κοίταξα στα δεξιά μου και είδα ό,τι δεν έπρεπε να είχα δει. Ένα πτερύγιο αναδύθηκε από τον αχανή βυθό. Προς στιγμή η ραχοκοκαλιά μου ηλεκτρίστηκε. Η σωφροσύνη και η λογική μου όμως με ανάγκασε να βρεθώ αντιμέτωπος με αυτό το θηρίο της θάλασσας. Ξέρoντας πως κάθε άνθρωπος πρέπει να απαλλάσσεται από τις έγνοιες του το ταχύτερο δυνατό, βούτηξα στη θάλασσα και άρπαξα το μαχαίρι που πάντα έχω δεμένο στο αριστερό μου πόδι.
Αισθάνθηκα την παρουσία του. Με περίμενε. Η μάχη κράτησε λίγο. Πρώτα με πλησίασε με κυκλικές κινήσεις, μέχρι που βρήκε το θάρρος να με κοιτάξει στα μάτια. Κοίταξα και εγώ κατάματα το θηρίο. Ποιος να ξέρει τι πέρασε από τη σκέψη του. Εγώ ένα πράγμα σκέφτηκα... Κρίμα να πεθάνει ένας Άτλαντας του βυθού έτσι αναίτια απο το δικό μου μαχαίρι...
Ξαφνικά το τέρας επιτάχυνε και προσπάθησε να με αρπάξει. Πετάχτηκα στα δεξιά και κάνοντας μια διπλή υποβρύχια κωλοτούμπα κατάφερα να αποφύγω τα γεμάτα αίμα σαγόνια του. Στην επόμενη επίθεση αποφάσισα να μη του δώσω άλλη ευκαιρία. Πήγε να με αρπάξει, αλλά το μαχαίρι μου είχε άλλη γνώμη. Καρφώθηκε με δύναμη στη γεμάτη μυς ράχη του. Με κόιταξε με τρόμο θαρρώ. Το κοίταξα με λύπη. Αργά αργά το μαχαίρι βγήκε από την πληγή και το τέρας άρχισε να βυθίζεται στα απάτητα νερά του τροπικού.
Χαρούμενος που είχα εξολοθρεύσει το τέρας που νόμιζε πως ήμουν το μεσημεριανό του, πήγα να βρω τη σανίδα μου. Εκείνη τη στιγμή το τέρας, σαν μια ύστατη στιγμή εκδίκησης προσπάθησε να αρπάξει το πόδι μου. Το μόνο που κατάφερε ήταν αυτή η γρατζουνιά που βλέπεις εδώ, όπως επίσης και το θανάσιμο τραύμα που του έκανα ανάμεσα στα δύο γυάλινα μάτια του.
- Τι λες; Θες να πηδηχτούμε τώρα κούκλα μου;
Σαν (Μη μου λες πως δε με θέλεις)
να με θέλεις θα'θελα να ήσουν συντροφιά
να αγάπαγες εμένα μέσα στον ντουνιά
να αγάπαγες εμένα μέσα στον ντουνιά
να μην ήσουν αλανιάρα, να με φρόντιζες
να μην ήσουν αλανιάρα, να με φρόντιζες
σαν βασιλικό στη γλάστρα να με πότιζες
σαν βασιλικό στη γλάστρα να με πότιζες
ένα σου φιλί και χάδι πόσο θα ήθελα
ένα σου φιλί και χάδι πόσο θα ήθελα
τα μυαλό μου πως θα χάσω, αχ! να το ήξερα
τα μυαλό μου πως θα χάσω, αχ! να το ήξερα
δίχως λογική και σκέψη, συ θα φταις γι'αυτό
δίχως λογική και σκέψη, συ θα φταις γι'αυτό
δως μου το γλυκό φιλί σου, κείνο το καυτό
δως μου το γλυκό φιλί σου, κείνο το καυτό
στη ζεστή την αγκαλιά σου να ταξίδευα
στη ζεστή την αγκαλιά σου να ταξίδευα
και το κάθε άγγιγμα σου να περίμενα
και το κάθε άγγιγμα σου να περίμενα
λυώνει το κορμί κι η σκέψη όποτε σε δω
λυώνει το κορμί κι η σκέψη όποτε σε δω
και πεθαίνω, σαν ψιθυρίζεις "πόσο σ'αγαπώ"
και πεθαίνω, σαν ψιθυρίζεις "πόσο σ'αγαπώ"
Μη μου λες πως δε με θέλεις
Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011
παυσίλυπον
ένα σκότος τριγυρνά
της ζωής αιώνια Σκύλλα
που το βράδυ ξαγρυπνά
μια ζωή όλο σαπίλα
θύμισις σου ευωδιά,
φθινοπωρινά στο χώμα φύλλα
που η βροχή τα αποζητά
βασιλιάς γενιάς αμίλητων
στεναχώριας συντροφιά
δε θα βρεις ποτέ παυσίλυπον
στης ζωής την ερημιά
Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011
Σάββατο πάλι
γλυστρίσαν στις φωλιές τους
κρύο πολύ τριγύρω τους.
ανάψαν τις φωτιές τους
με το αλκοόλ κατάφεραν
να ισιώσουν το κεφάλι
θα κοιμηθούν και άυριο
θα ξαναρχίσουν πάλι
Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011
Αμαλία
και σαν εσέ καμμία
τρελά σε ερωτεύτηκα
σε βάφτισα Αμαλία
γλυκά, ήρθα ψιθύρισα
του έρωτα τα λόγια
μα η καρδιά σου τριγυρνά
σε άλλα δρομολόγια
για εσένα τσουρουφλίστηκα
για εσένα σιγοκαίω
για εσένανε κατάντησα
μες στη ζωή να κλαίω
ερωτοποίκιλτη, γλυκούλα μου
μονάκριβη Αμαλία
με εσένανε ο έρωτας
γίνηκε ανωμαλία
αχ γλυκιά Αμαλίτσα μου
ας μου'κανες τη χάρη
εμέ να ερωτευόσουνα
και να'μασταν ζευγάρι
όμως εσύ με έφτυσες
με πέταξες στον δρόμο
και η ζωή από μέσα μου
λιγοψυχά με τρόμο
μια αγάπη που όμως τέλειωσε
πρωτού ακόμη αρχίσει
μέχρι το δυό χιλιάδες είκοσι
θα σε έχω αποκτήσει
Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011
Ωδή στη Μπέτυ ΙΙ
ολλανδική εμορφιά μου
Μπέτυ Μπετούλα ζωγραφιά
σε θέλω συντροφιά μου
μάνα, ερωμένη και αδερφή
είσαι εσύ για εμένα
για σένα θα ταξίδευα
να πάω μακριά στα ξένα
για εσένα θα πολέμαγα
ακόμη και τον χάρο
με σε θα μοιραζόμουνα
το τελευταίο τσιγάρο
χαμόγελο μου έσκασες
περίσσια ήταν η χάρη
μα πάλι άσο έφερε
τις μοίρας μου το ζάρι
ποτέ μου πλέον δεν ξεχνώ
ας πάθω και αμνησία
εσένα που σε αγαπώ
σε θέλω σ'εκκλησία
είσαι φραντζόλα συριανή
το φως μες στο σκοτάδι
το μόνο που αποζητώ
το τρυφερό σου χάδι
Μπέτυ γλυκιά Μπετούλα μου
μονάκριβή μου Μπέτυ
με έφαγε το παράπονο
με έφαγε το σικλέτι
Μπέτυ Μπετούλα αγέρωχη
με όλης της φύσης κάλλη
όπως το κύμα έσκασες
και ύστερα φεύγεις πάλι
Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011
Επιπόλαιος
Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011
βουβό πρωϊνό
πουλιά που κελαϊδούνε
(ο ήλιος που δε ντράπηκε
ελπίδες που θα'ρθούνε)
αποβραδίς ξημέρωσε
μα νύχτα ολόμεσά μας
(τα πάθη μας φανέρωσε
μια συμπεριφορά μας)
ο ήλιος λάμπει, κοίτα τον
θα διώξει τα σκοτάδια
(την υγρασία μέσα μας
θα την κεράσω χάδια)
κάηκε η λάμπα γρήγορα
στου κόσμου το φανάρι
κι ότι σαπίζει μάτια μου
γίνεται μανιτάρι
Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011
Συνταγματικός Τρεμπέλης
να ψάχνει να βρεί
παρά την τρεμπελιότητά του
Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011
οκτωβριανός νόστος
μια μέρα θυμωμένη,
τη λέξη που μου θύμισες
τη χιλιοειπωμένη
έρημη η φύση μας
ιππότες δίχως άτι
θα είμαστε μελλοντικά
πρώην μελλοθανάτοι
Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011
η ποίηση κρύβεται...
όταν ο ήλιος δύει, δεν κοιμάται
δαιμονισμένη, ανήσυχη
ορμάει σαν λυσσασμένος σκύλος
σου τρώει τη ψυχή και πάλι μένεις μόνος
η ποίηση κρύβεται μέσα σε κάθε καρδιά που πονά
και πίσω από της ζωής την πίκρα
ουράνιο τόξο
που εμφανίζεται
μονάχα όταν βρέχει
η ποίηση κρύβεται μες στη χαρά και στο θυμό
της λήθης ο κακός εχθρός
ανάσα της οι αναμνήσεις
η ποίηση κρύβεται μα πρέπει να τη ψάξεις
κάτω απ'το πέπλο τη ζωής
τραγούδι θα σου πει λυπητερό
η ποίηση είναι θηλυκό
ποτέ της δε μιλάει
βρυχάται μόνο με ρυθμό
και ύστερα σε παρατάει
Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011
σαν ποίηση
λυώνει
στη θάλασσα της πίκρας
την καταπίνει μονομιάς
του σύμπαντος η γλύκα
ό,τι αξίζει εξατμίζεται
και ό,τι πονάει, πέτρα
πόσες φορές με ξέχασες;
να μην ξεχάσεις, μέτρα
ρατατάτ
ένα μπαλόνι που θέλεις να σπάσεις
και οι μικρές κυρίες
να ανασάνουν από τα πνευμόνια σου
θέλεις μια άπιαστη ουτοπία
μια μηχανή
ένας ήχος
και ένα κοράκι να φωνάζει το όνομά σου
ασυνάρτητη βραδιά
φτωχές εμπνεύσεις
και μια τσάντα που πρέπει να γεμίσει
με την άδεια σου ζωή
μουσική είναι η ζωή
μα ξέχασες τις νότες
αυτοσχέδιες σχεδίες
και μια στιγμή σαν ρόδι
επαναλαμβανόμενοι ήχοι
νεκρές ζωές
και ξαφνικά μια απέραντη ηρεμία
σαν εκείνη πριν την καταιγίδα
όπως σηκώθηκες θα κάτσεις
γιατί για να κάνεις κάτι
πρέπει να το θελήσεις
Όλα Μαζί
Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011
αμηχανία
μονάχα ένα τριζόνι που τραγουδάει
τραγούδια του θανάτου και της παρηγοριάς
ο αέρας σου χαϊδεύει την καρδιά
αριστερά ένα βουνό
και στα δεξιά μια θάλασσα
ανάμεσα
κάθεται το φεγγάρι σαν χαμόγελο
γυάλινα καράβια
πηγαίνουν εκεί που δεν είσαι
κολυμπάνε πάνω στη θάλασσα καθρέφτη
τα φώτα τους γελάνε
και σε κοροϊδεύουν
έπειτα, ήρθε και το κορίτσι πριόνι
και αφού σε έκοψε, σε έκαψε
και σε έκανε να βλέπεις το φεγγάρι σαν χαμόγελο
μια κουκουβάγια ήρθε δίπλα σου
κρατούσε ένα ποντίκι στο στόμα της
το πέταξε στις στάχτες, δίπλα στη γυάλινη καρδιά
και ύστερα, φεύγωντας, μουρμούρησε το τραγούδι σου
αμήχανη στιγμή
γλυκιά μα μοναχική
εκείνη τη μέρα
δίχως μεταξένια μαχαίρια
δίχως ο ήλιος να πάρει χαμπάρι
θα σκοτώσουν την αδερφή του
γιατί το φεγγάρι είναι θηλυκό
και θα βαφτεί κόκκινο
περίμενε μέχρι να πεθάνει το φως
κι ύστερα
θα βγουν σαν κατσαρίδες
οι ανώνυμοι δολοφόνοι
θα κρατάνε νεκρά τζιτζίκια στα χέρια τους
και στο κεφάλι τους θα έχουν ένα κίτρινο στέμμα που καίει
θα ανάψουν φωτιές
μεγάλες φωτιές
και το ξύλο που καίγεται θα τρίζει
και θα ακουστεί σε όλες τις γειτονιές
θα ξυπνήσει τους ανθρώπους
θα ξυπνήσουν ανήσυχοι
ο μόνος που θα κοιμάται θα είναι ο ήλιος
- πρέπει να περιμένουμε το πρωϊνό. θα πει το κορίτσι εφιάλτης.
αλλά τότε θα είναι πολύ αργά
το φεγγάρι θα είναι βαμμένο κόκκινο
οι άνθρωποι θα κοιμούνται
και ο ήλιος θα είναι μαύρος
μόνο μία δεκαοχτούρα
θα μετράει τα πτώματα
ο τοξότης
συνάντησα ένα παλιό φίλο
ήταν θλιμμένος και έκλαιγε
- τι έχεις; του είπα.
και αυτός με κοίταξε με τα γυάλινα μάτια του
τέντωσε το χέρι του
μου έδειξε τον τυφλό τοξότη
και το βέλος στην καρδιά του
ύστερα
φοβήθηκα
τα πόδια μου σαν ακρίδα
άρχισα να τρέχω
πήγα να κρυφτώ στα κόκκινα λιβάδια
εκεί που το μεσημέρι
δεν φτάνει πριν το απόγευμα
κάθισα κάτω από ένα πράσινο πεύκο
και είδα τους ήλιους να δύουν
ξανά και ξανά
μόλις χόρτασα από ηλιοβασιλέματα
πήρα το ζεστό από αίμα σπαθί μου
σήκωσα την λευκή ασπίδα μου
και γύρισα στο σπίτι για να σκοτώσω τον τοξότη
Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011
Τουταγχαμών
πρέπει γοργά να φύγει
μη τύχει εδώ και ριζωθεί
και η πόρτα δεν ανοίγει
θα έρθει άνεμος ταχύς
να σπρώξει τα σικλέτια
και να τα πάρει μακριά
αφου είναι όλα αναίτια
μη γίνει το μπουμπουνητό
μην έρθει και η βροχούλα
μη στάξει όξινο νερό
ένας τρελός με βούλα
απάνεμη η σκέψη μας
απάνω από την ρότα
δίχως πηδάλιο κυβερνά
της έμπνευσης η κότα
ένα αδιέξοδο αχανές
μία συμπεριφορά πολύ δειλή
στον κόλπο μέσα της ζωής
είναι απάνεμα πολύ
Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011
έφυγες - γεια
δίπλα σε ένα ηλιόλουστο απόγευμα
να μου πεις ολόκληρη τη φύση σου
μέσα σε δύο στιγμές.
ύστερα
να περπατήσω μαζί σου
πέρα από το ποτάμι της ματαιοδοξίας.
να καταπιώ τις σκέψεις σου.
η ζωή μέσα από τους άλλους είναι κουραστική.
γιατί είσαι βιαστική;
έφυγες.
γεια.
όχι άλλο
Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011
μονογονικός τρόπος αναπαραγωγής προκαρυωτικών ή διχοτόμηση
και η Αριάδνη σε παράτησε
έμεινες μόνος σου στο λαβύρινθο
και σε κάθε γωνία ακούς την ανάσα του Μινώταυρου
μάτωσε ο μίτος και σε άφησε
μόνο, η Αριάδνη, σε παράτησε
σε ένα λαβύρινθο, δίχως την κάσα
και του Μινώταυρου ακούς ανάσα
ο φόβος είναι αισθητός
λεπτή στιγμή...
δίχως φωνή με φώναξες
και ο καπνός του άδειου τσιγάρου σε πλημμύρισε
άδειος καπνός ενός σβηστού τσιγάρου
δίχως μια λάμπα η κορυφή του φάρου
αναίσθητος ο φόβος σε πλημμύρισε
λεπτή στιγμή... ψιθύρισε
σκότος πυχτό και εσύ ανήμπορος
τούτη η ζωή είναι ανήφορος
μες στο σκοτάδι τριγυρνάω
που είναι το φως; και πες μου που πάω;
Γιώργος Τσίγκος - Τετραγωνισμένα φύλλα
Τετραγωνισμένα φύλλα
Φύλλα πουλημένης έκφρασης
Φιγουράρουν αποβλακωτικά
Πίσω από πάγκους
με χυμένα σκουπίδια
Έγινε το ροκ στοίβες αποτσίγαρων
από πελάτες παμπ
που τραβολόγιουνται
από τα ίδια και τα ίδια
από χιλιοτυπωμενες φάτσες
λογία και παραγγελίες
για κανάλια φυγής
ταβέρνα καφετέρια παμπ
στρατόπεδο σπίτι
κόλλησαν όλα στο μυαλό μου
σαν χυμένοι καφέδες
ξεραμένοι στα ίδια και τα ίδια
λουστραρισμένα τραπεζάκια
Έμποροι μεταπουλούν την ευχαρίστηση
με δόσεις άφιλτρων χείμαρρων κοροϊδίας
σ' αντάλλαγμα χρυσάφι και πιοτό
για παραλλαγή
Ο χόντρος με τη κοιλία με λιγουρεύεται
ασθμαίνοντας μια ανάγκη μου
κολλημένο κατοστάρικο στη γυαλιστερή καράφλα του
Ένα τσιγαράκι ρε φίλε
Ένα τσιγαράκι ακόμα
να το κόψω
να κόψω το πονοκέφαλο
που τσεκουρώνει ύπουλα
το κανάλι το σπερμάτων
φανταρία με μπλουζάκια
παρελθοντολογικών νοήσεων
μηρυκάζουν χαμένες ανάσες
μέσα σε στενά μπλουτζίν
που ξεβάφουν αίμα και θειάφι
Ξεράσματα ποτάσας
ζητούν κατοικία
ζάχαρες λύτρωσης
μιλώντας για κόσμους
γαλήνιους μπατσοφορεμένους
με περιπολικά
σε περιπολίες στα στέκια
στα στέκια που αλήτες
αλήτες αλλάζουν την πορεία στο αίμα τους
Να θυμηθείς ρε να παραβγούμε
στο τρέξιμο
σε μια έρημη αμμουδιά
να μην μας βλέπει κανένας
με πεθαμένα κοχύλια
να ξεφυσήσουμε
νικοτίνη και σιχαμάρα
στα σπλάχνα τους
να ουρλιάξουμε
ματώνοντας το λαιμό μας για όλα τα χαμένα βράδια μας
να ουρλιάξουμε…
Νεκροκεφαλές σε μηχανάκια
ψάχνουν σάρκα από τη σάρκα μας
ξεράθηκαν τα χείλη μας
μιλώντας για τα ίδια και τα ίδια
και συ κοριτσάκι
να μην έχεις καταλάβει τίποτα
τίποτα να μην έχεις καταλάβει
παρά να φεύγεις μακριά
ξεπουλώντας, αυνανίζοντας
όλα τα βράδια που σου χάρισα
με το κορμί μου
με τα χείλη μου
σ' όλες τις κοινωνικές
τις μασημένες σεμνότητες
των ιριδικων καταπιέσεων
Να σε σεργιανίσω σε όλους τους τάφους
που λυτρώθηκαν
φτωχοί αυτόχειρες
στρατιώτες εικοσάχρονοι
με μελανιασμένες κατανοήσεις
φτωχοί αυτόχειρες
Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011
μένουλα
στο λέω επήλθε κορεσμός, ήδη άρχισε η σήψη
λύσεις υπάρχουνε πολλες στο είπα και στο λέω
δίχως να είμαι ένοχος, κατέληξα να φταίω
ως εδώ λοιπόν
δεν θέλω άλλο
αν με θες, κάνε σινιάλο
και τώρα φεύγω
δεν θέλω πια
να μου τρώει ο χρόνος τα μυαλά
μία είναι η λύσις
μία και η ζωή μας
δε θέλω να με πείσεις
σύντομα θα έρθουν και άλλα λάθη ωραία και μοιραία
νόμιζες ήσουν κανονικός μα κάνεις σαν ΑμεΑ
ζήσε όπως θες εσύ, κανέναν μη λογαριάζεις
καλύτερα να γέμιζες, παρά όλο να αδειάζεις
στη ζωή σου κάθε μέρα κανεις σαν ρομποτάκι
τρεμπέλικα έπρεπε ζείς, δίχως το φαρμάκι
Γυναίκα Μερακλού
Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011
Τρεμπέλτικο
Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011
σαν χαρά
θα πιείς και θα'σαι "σαν χαρά" στης πόλης τα χανία
θα βάψεις το κεφάλι σου με τη γλυκιά τη μέθη
μία κλωστή είναι η ζωή και η μοίρα σου τη γνέθει
την απελπισία που σε τύλιξε, δεν θέλεις να λατρέψεις
μα είσαι τόσο αδύναμος, δε θέλεις να παλέψεις
και έτσι πια την αγάπησες, σ'αγάπησε και εκείνη
δείγμα ελπίδος και χαράς, μέσα σου δε θα μείνει
το τίποτα είναι βαρετό, τα πάντα σε κουράζουν
και οι νυχτερίδες της ζωής στον κόρφο σου κουρνιάζουν
έφυγαν οι πριγκίπισσες και πέθαναν οι δράκοι
και την ελιά που φύτεψες, πλημμύρισαν οι δάκοι
και αν του πνιγμένου, τα μαλλιά, είναι η μόνη ελπίδα
εσένα σου έπεσαν νωρίς, δεν έχεις πια ασπίδα
κοιτούσες κάποτε τον ουρανό και ήτανε γαλάζιος
μα τώρα πια που τον κοιτάς, είναι άχρωμος και άδειος
Η τεχνική της κόμπρας
Εσύ - Εγώ - Εγώ - Εσύ
Εγώ...........................Εσύ
Εσύ...........................Εγώ
σ' έδινα.........και σ έφτυνα
μάτια μου......και σ έριχνα
παπαρούνες..........λύματα,
μαραμένες,..........κρίματα
άγνοια μου,..........δήλωσα,
τα φιλιά μου.........ξήλωσα
απ τα χέρια.......τα κλειδιά
πήρε πια.........και έχε γεια
Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011
προκάτ
βίαια συναισθήματα και αντίστροφα κεφάλια
στις πλατείες μόνο ματ
σκουπίδια, ατέλειωτα ρεμάλια
τέλος Σεπτέμβρη, ανησυχία
κρύος βοριάς και δυο σανδάλια
ξεχάστηκε, έσβησε η ηρεμία
δίχως νερό τα ακρογιάλια
περάσματα σκοτεινά τιτιβίζουν και όλο βρίζουν
στη μπετονένια ζούγκλα δεν θα βρεις αυτό που ψάχνεις
πρέπει να φύγεις να καλπάσεις μακριά
και να πανε να γαμηθούνε όλοι
Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011
πρωινή μιζέρια με ψήχγματα χαράς
εσπαντρίγιες και ποντίκια
βροχή και καλοκαίρι τέλος
μέσα στη καρδιά το βέλος
πετρωμένα πρόσωπα και άκαρπες ημέρες
καράβια αδειανά στης θάλασσας τις ξέρες
αναίτιο μιρολόι και παράθυρα κλειστά
σπιτάκια που'ταν ξύλινα και έγιναν κτιστά
περπάτημα αδιάφορο και γέλιο μαραμένο
πάντα σε κάθε γειτονιά θα με φωνάζουν ξένο
κανένας δεν με γνώρισε, κανείς δε θα με μάθει
και ό,τι εγώ το έπαθα κανείς να μη το πάθει
Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011
παρδαλό διάλλειμα μακρινού βεληνεκούς
αποτέλεσμα διαφήμισης
βρώμα και δυσωδία
ένα άθροισμα από λάθη στης ζωής τη τραγωδία
μια συνωμοσία αναδύθηκε μέσα από τη σύναξη
αν φτάσω ογδόντα, δε θα πάρω ποτέ σύνταξη
αδικία,
ένας στρατός παρακαλά έναν ανίδεο γιωτά
είμαι ανίδεος;
φούξια πάθη τρύπησαν την λαβωμένη από χάραμα ιδέα
μια αδέσποτη σφαίρα τρύπησε το ήδη ματωμένο στήθος
αν όλα δεν ήταν άσχημα τότε όλα θα ήταν ωραία
ένα λεπτό που πέρασε για πάντα, μα έμεινε μύθος.
μόνο ερωτήσεις έμειναν στο άδειο μου κεφάλι
και ούτε μια απάντηση δεν καταδέχτηκε παρέα
μια άτονη στιγμή, μία μορφή και μια ζάλη
ψιθύρισε το αύριο σα μυστικό, λαθραία
φόβος ατέρμων, πίκρα μεγάλη και ένα περίστροφο
δίχως σφαίρες, μα ούτε και μεταλικό
είναι φτιαγμένο από χαρτί
και έβρεξε, διαλύθηκε στου κόσμου τη βοή
Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011
προαύλιο
η ελευθερία είναι πια κοντά
ο κρατούμενος θα είναι πάλι ελεύθερος
θα σπάσει τα δεσμά
για λίγες ώρες μοναχά
μετά τον ύπνο θα ξημερώσει μια ακόμη μέρα φυλακής
κατάρα!
δεν βλέπεις ότι όλη η γη είναι μια φυλακή;
πάντα θα είσαι στο προαύλιο
Νυχτοπαράπονο
Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011
χρονικό μιας Κυριακής
ατελείωτη πλημμύρα
αλλοπρόσαλη μανία
ανεκδιήγητη η φύρα
τραγική είναι η φύση μας
και οι άνθρωποι σαν είδος
τέλος πλησιάζει δίπλα μας
κάθε ζωής και ελπίδος
τέρατα που μπεκρόπιναν
ανείπωτες δυο σκέψεις
τρελοί που δε τρελάθηκαν
νεκροί που θα φιλέψεις
γράφω για να γράφω
τι να πω δε ξέρω
τη σκέψη όλο βάφω
διότι υποφέρω
τεράστια βλακεία
μια ηλιαχτίδα
στον ύπνο σε συνάντησα
μα πάλι δε σε είδα
θάλασσα ήρεμη
νηνεμία σκέψης
μια προδοσία που
προσπαθείς να βολέψεις
άτυπη σύγχυση
πράσινη μελαγχολία
δεν πουλάν τις σκέψεις μου
στα βιβλιοπωλεία
χωρίς κανένα γύρω σου
τι είν'τα μεγαλεία
από τους άλλους μέσα ζεις
τεράστια βλακεία
Τριβή
Τριβή
Κρίσιμο καλοκαίρι, πρόσκαιρες χαρές
ανυπάκοες επιθυμίες, νωθρές στιγμές
συμπληγάδες κύματα, άπνοες βουτιές
πέτρες,
παιχνίδια των δυνάμεων,
άμμος
Τριβή
Θερμό φθινόπωρο, αστικές κατασκηνώσεις
λουκέτα και βίζιτες, κοινωνικές ραβδώσεις
αγάπες που χαθήκανε, θέρμανση σε δόσεις
πέτρες,
παιχνίδια των εντάσεων,
δρόμος
Τριβή
Ναρκωμένος χειμώνας, έννομες ντόπες
κλειστές διαδηλώσεις, ελεύθερες πρόβες
παλτό δε στέριωσε κι έμειναν οι πόρπες
πέτρες,
παιχνίδια για τον παγετό,
φωτιά
Τριβή
Καρτερούν την άνοιξη, σκαρφίζονται ρίμες
ανείπωτοι πόνοι, οι γλώσσες τους λίμες
σε σάπια λευκά κελιά, μασέλες λειχήνες
δόντια,
παιχνίδια του άγχους,
βρουξισμός
Σάπια Καθημερινή Κατάντια
Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011
τρεμπελίζω και μ'αρέσει
με τίποτας δεν παύει
νομίζω σβήνει μονομιάς
μα αντίθετα, ανάβει
μου κατακλύζει το μυαλό
στην κόλαση με φτάνει
μου έπλεξε στη κεφαλή
πικρόχολο στεφάνι
γόρδιος είναι ο δεσμός
γοργή είναι η καρδιά μας
φτωχή είναι η σκέψη μας
φτωχή και η χαρά μας
ο Μάρκος
και άδειος ο ντουνιάς μας
μια ιστορία απρόσκοπτη
στην έρμη την καρδιά μας
ο Μάρκος χρόνια εμίλαγε
αυτία να αισθανθούνε
δεν βρέθηκαν τόσα πολλά
να πούνε, τι να πούνε;
σε μιά σου πρόταση, καλή
χωράει η φύσις όλη
λιποθυμάνε τα χωριά
λιποθυμάει και η πόλη
στιχάκια ευφυέστατα
απλή, γλώσσα του δρόμου
στα πάλκα κυριάρχησε
μια μοναξιά λοστρόμου
παρέα μες στη μοναξιά
μονάχος μες στο βράδυ
μονάχα έχω παρηγοριά
του Μάρκου το σκοτάδι
το κατακάθι ΙΙ
μια ζωή το κατακάθι
μ'έχει φτύσει ο θεός
μ'έχει κάψει ο μουρλός
αν και θα και όταν και άμα
σου'κανα μικρή μου τάμα
που κανένας δε το ξέρει
ρίο-αντίριο με φέρυ
τρέλα απότρελη μανία
ανυπόφορη ανία
χάιδεψέ μου το μυαλό
και άντε φεύγα στο καλό
ουφ τετράγωνο εις το δέκα
από το παρίσι, μέκκα
ασυνενόητη όλο είσαι
το μυαλό σου αν θέλεις πείσε...
το κατακάθι
και την έννοια σου να πάψω
δε με ξέρω, δε με ξέρεις
πες μου γιατί υποφέρεις;
η ζωή είναι αηδία
κόκκορας δίχως λοφία
ο αιώνιος τρεμπέλης
που ποτέ δεν θα τον θέλεις.
αχ και ουφ και αμάν και τι
τι να κάνεις στη ζωή;
σε κερνά πικρά φαρμάκια
και σου δίνει και δωράκια
έτσι, μόνο για να ελπίζεις
πως δεν είσαι κατακάθι
μα στο τέλος θα το μάθεις
η ζωή είναι μόνο λάθη
αυτογνωσία και μερσεντές
έτσι απαλά
όπως μόνο εσύ ξέρεις
ανυπόφορη μελαγχολία
πάλι καλά που είμαι φλώρος
μελαγχολία
λέξη γλυκιά
μελαγχολείς το είναι μου
την μπαίνεις στο εγώ μου
με έκανες και ξέχασα
μια μπύρα και τσιγάρα
σπιτάκια, μερσεντές
κλουβάκια, φυλακές
μια ανηδονία ατελείωτη
μα έμαθα και κάτι
(θα σε αφήσω να το μάθεις μόνος/η σου)
διάολε ποιος είμαι λέω και το εννοώ
με τη θύμιση σου τη γλυκιά παρανοώ
θυμός και μένος φοβερό
χάθηκε να πιω λίγο νερό;
πηγή δίχως νερό
παστίτσιο χωρίς κυμά
δίχως τ'αγέρι σου γλυκιά
δίχως εσέ σιμά
σαν ποιητής επόνεσα
μάρτυρας που υποφέρω
μακάρι να'ξερα γιατί
μα μήπως ήδη ξέρω;
απολέπισις μανία
που δεν ανέτειλε ποτέ
ξέφτισε κάθε μικρή χαρά μου
θυμήθηκα εσέ μικρέ λωτέ
προδωμένος ακούω τα τζιτζίκια
και μετρώ μακριά σου τα ηλιοβασιλέματα
άτιμη, ψεύτικη, μικρή
προσπαθώ να βρω την αλήθεια μες στα ψέματα
μα η αλήθεια κρύφτηκε ξανά
μόνο μια σέλα και πετάλι
δε θέλω να γινώ ποτέ ξανά
μες στη ζωή εγώ το χάλι
δύει ο ήλιος, δύω και εγώ
δύο και οι ώρες που μαρτυρώ
ζωγράφισα το τίποτα σε ένα καμβά μεγάλο
και τις χορδές μες στη καρδιά δε ξέρω πια να πάλλω
τραγούδησα τη σκέψη σου
τάισα τη μιλιά σου
έρμος, μικρός, αδύναμος, ξεχάστηκα
μες στα γλυκόπιοτα φιλιά σου
μα είναι λάθος η στιγμή
λάθος και εγώ μεγάλο
λάθος και εσύ καρδούλα μου
και ούτε ένα σινιάλο
ανέμελη η νιότη μας
βαριά η ηλικία
καλύτερα να έμπαινα
μικρός στην ανομία
γιατί με πίκρανες πολύ
όσο άνθρωπος κανένας
ξεβάφτηκες έτσι απλά
σαν τατουάζ εκ χένας
θα έρθουν αύριο περήφανα
θα έρθει μέλλον τολμηρό
μα σαν εσένα μάτια μου
καμμία δε θα βρω
Ααααχ...Συκλέτια
Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011
καθαρό μάτι και αστραφτερή ματιά
είσαι ήρεμος;
και η βροχή σταμάτησε μιαν ώρα και πίστευες, ο αδαής,
ότι σταμάτησε για πάντα...
πόσο γελιέσαι μικρέ ανθρωπάκο νομίζοντας πως εσύ έχεις βρει το μυστικό
πόσο γελιέσαι...
σαν έλληνας, γελιέσαι, δεν γίνεσαι...
υπόχαζη γαλανόλευκη ανοησία...
μία βουβή νιότη, σαν ένα προδότη, σε πέταξε μακριά
και τώρα περιμένεις κάτι που δε γνωρίζεις αν θα έρθει ποτέ...
αναμονή και ηρεμία
θανατηφόρος συνδυασμός
έμπνευση μηδέν
και ένα σκεπάρνι να καρφώνει τη σκέψη σου
τα βουνά τριγύρω σου πλησιάζουν
σε φυλακίσανε για τα καλά.
έφτασες να παρακαλάς για λίγη ζωή
σαν επαίτης σύρθηκες και της ζήτησες λίγη μαγεία
αλλά εκείνη, μετά πτύσματος και αηδίας σου γύρισε τη πλάτη
και εσύ περιμένεις
μα δεν ξέρει τι περιμένεις
μήπως υπομένεις;
η υπομονή φέρνει και άλλη υπομονή
και ας περιμέναν οι γυναίκες, να θυμάσαι οι άνθρωποι ποτέ δε συγχώρησαν αυτούς που από έρωτα εκπέσαν *
* Ας περιμένουν οι γυναίκες - Μια καλοκαιρινή μακεδονίτικη κωμωδία (1998)
κυλάω
έφυγε και από το μυαλό μου η σκέψη
ποταμοί που καθαρίσαν
μια ζεστή μοιραία έλξη
και οι δρόμοι αδειάσαν
δίχως μία ανάσα
καθαρή σαν το βράδυ
σαν νερό μες στο λάδι
να σ'αρπάξει μια μέρα
από τούτη τη ξέρα
και να νιώσεις και πάλι
της ζωής την αγκάλη
αλλά οι ώρες κυλάνε,
κυλάνε και οι μέρες
κυλάνε οι μήνες
κυλάνε τα χρόνια
μα όλα κυλάνε
κυλάω και εγώ
Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011
απόδρασις
μόνο που είμαι ακόμη κλεισμένος στο μπετονένιο κελί μου
αλλά κατάφερα να κάνω μια τεράστια τρύπα στον τοίχο
τώρα πια το μόνο που έμεινε
είναι να βρω το κουράγιο να αποδράσω
θα πάρει λίγες μέρες
αλλά μη ξεχνάς
δεν πρέπει να πάρει περισσότερες
Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011
Κατάντια ΙΙ
εμπαιγμός και απάτη
ένα δέντρο, ένα φύλλο και καρδιά
σαν σεντόνι μιαρών μπουρδέλων
που ονειρεύεται σ'αυτά μια παπαδιά
ένα ερωτηματικό που λυώνει
σαν τα μούτρα μου για εσένα
μία φλόγα που φουντώνει
τα εσώψυχα καμμένα
ποίημα αποίησις παρέα
γράφω ό,τι δε θα πω
ζούλα, στα κρυφά, λαθραία
δίχως νόημα και σκοπό
τι να πω;
μα έχει τόσα άνθη να μυρίσω
τόσες σκέψεις να σιγυρίσω
μα τι να κάνω;
κάνω υπομονή
μέχρι το φυτίλι της καρδιάς μου να τελειώσει
και σαν βόμβα ωρολογιακή να σκάσει
θάνατος στον θάνατο
μοιραία η ζωή μας
ένα πουλί, ένα φιλί
όμως σωστός κανείς μας
μακάρι να νυχτώσει
η σκέψη να ισιώσει
και να μη ξαναξημερώσει
Για σένα
Η καταθλιπτική ατμόσφαιρα της απουσίας σου
Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011
σκηνοθέτες μιας ζωής
να πεις πως μέσα της θέλεις να ζήσεις
σου πιπιλίζουν το μυαλό οι κόκα κόλες
και σου χαϊδεύουν τη ζωή οι διαφημίσεις
καθένας μόνος του στον εσωτερικό Καιάδα
καίει τις ώρες και τις μέρες και προσμένει
μια διονυσιακή και εκστατική Μαινάδα
που τη χαρά και την ελπίδα του θα υφαίνει
λίγη η ζωή και η μανία μας μεγάλη
βαρύ ποτό να μας ζεστάνει το κεφάλι
μία ανάμνηση νεκρή είναι η ζωή
μια απροσδιόριστη και ξαφνική μανία
ένα καβούκι που το λεν' κορμί
εσύ είσαι ο σκηνοθέτης και η ταινία
στα όρια της τρέλας ΙΙ
τίναξα τα όνειρά μου
και είδα τη μαγεμένη σου μορφή
μου μίλησες και μου'πες
πόσο μ'αγαπάς
ήξερα πως ήμουν μόνος
πως ήσουν
της τρέλας μου η συντροφιά
σου είπα φύγε μη σε βλέπω
η τρέλα δε πάει μόνο στα βουνά
πανικοβλήθηκα δεν ήξερα τι να κάνω
τηλέφωνα προσπάθησα να πάρω
μα γλίστραγαν τα χέρια μου
από τον πανικό
φοβήθηκα στ'αλήθεια πως φλιπάρω
το άγχος μου ήταν φοβερό
ανύμπορος μπορώ το τίποτα να κάνω
μα ξάφνου ξύπνησα αληθινά
έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά
μήπως τύχαινε στ'αλήθεια να σε δω
πάλι καλά δεν ακούστηκε ούτε θόρυβος
ούτε κακό
Παρένθεση
Σεπτέμβρη Πανσέληνος
κοιμήσου
ξυπνάω απότομα τα βράδυα
παλεύω μες στη μοναξιά
παλεύω στα σκοτάδια
ο εαυτός μου πάλι λέει
"ω θέε μου είσαι βλάκας"
κορόϊδάκι της στιγμής
και άνθρωπος της πλάκας
πέσε και κοιμήσου
Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011
Χρῆστος Δημάκης - Τὰ bit εἶναι σιωπηλά
στὶς ὑπερλεωφόρους τῆς πληροφορίας.
Θεωρία πεδίου ἠλεκτρομαγνητικοῦ
ἔχω διδαχθεῖ ἐπαρκῶς,
κυκλώματα ξέρω ἀρκετὰ
καθὼς καὶ ἰκανὰ στοιχεῖα ἠλεκτρονικῆς
ἔτσι ὥστε νὰ μὴ μὲ τρομάζει
τῆς ἐπιστήμης τῶν Τηλεπικοινωνιῶν
ὁ ὑπέρλαμπρος ἀστερόης οὐρανός.
Γνωρίζω λοιπὸν ὅτι τὰ bit ἄηχα εἶναι.
Οἱ ἤχοι εἶναι ἀπὸ πράγματα πολὺ πεζότερα,
κινητηράκια δηλαδὴ κι ἀνεμιστῆρες
ἴσως κι ἐλαττωματικὰ τροφοδοτικά,
πράγματα ζωτικὰ μὲν γιὰ τὴν ἀπαγωγὴ
τῆς ἀνεπιθύμητης θερμότητας
καὶ τὴν κυκλοφορία τῶν ἠλεκτρονίων,
ὄχι ὅμως καθ᾿ ἑαυτὰ οὐσίες ζῶσες
καὶ προορισμένες γιὰ ὀργάνωση ἀνώτερη,
ὅπως οἱ μνῆμες, οἱ ἐπεξεργαστές,
οἱ διαμορφωτές, οἱ ἀποδιαμορφωτές,
οἱ κωδικοποιητές κι οἱ ἀποκωδικοποιητές.
Ὅμως ἐμένα μ᾿ ἀρέσει νὰ νομίζω
πὼς καὶ ἡ σκέψη θόρυβο μπορεῖ νὰ προκαλεῖ
καὶ πάταγο καμιὰ φορὰ νὰ κάνει.
Ἔτσι, ἀφήνομαι στὸν ἦχο
τοῦ ὑπολογιστῆ μου ἢ τοῦ modem,
στὸ βουητὸ τοῦ δέκτη ἢ τοῦ πομποῦ
καὶ λέω μέσα μου:
«νάτες οἱ σκέψεις ποὺ ἀναμεταξύ τους ὁμιλοῦν
τρέχοντας πέρα-δῶθε καὶ ξεσαλώνουν...»
Μὰ μὲ τρομάζει ὅταν ξαφνικὰ
μένουν ξεκρέμαστα ὅλα στὸν ἀέρα,
μετέωρα μὲ τὸ θανατηφόρο ἄνοιγμα
κάποιου βάρβαρου διακόπτη.
Καὶ μετὰ ἀπορῶ:
Τὶ γίναν ὅλα αὐτὰ τὰ bit,
ποῦ πῆγαν, ποῦ χάθηκαν
καθὼς καμαρωτὰ ὁδεύαν
ὡς παρελαύνουσες μαθήτριες
πρὸς ἕνα ἐκτυπωτή, ἕνα δίσκο, ἢ μιὰ ὀθόνη,
πρὶν καταφέρουν νὰ γίνουν γράμμα,
εἰκόνα,
ἦχος,
περιοχὴ συγκεκριμένης μαγνήτισης
ἢ φῶς;
θα'ρθω κρυφά
θα ψιθυρίσω στο αυτί σου όλα αυτά
που δεν μπορώ και ούτε θέλεις να θυμάσαι
λόγια αλλοπρόσαλα, λόγια ατιμέλητα, καυτά
δε θέλω ποτέ σου να μ'ακούσεις
θέλω μονάχα να στα πω
ο άνθρωπος, χαράς απούσης
πεθαίνει σαν τον αστακό
και έτσι απαλά, όταν θα σου ψιθυρίσω
θα βλέπεις όνειρο τρελό, μετά θα κλαις
μα το μυαλό σου θέλω να το συγυρίσω
για ό,τι πονάς πρέπει να ξέρεις, εσύ φταις
ο άνθρωπος τη μοίρα την αλλάζει
τον εαυτό του όμως δύσκολα, ποτές
ένας δικτάτορας είναι η ψυχή και μας προστάζει
σε άλογες συμπεριφορές
φυγή
μέσα στα μάτια, κοφτερά, χωρίς μιλιά
η τρέλα μέσα στον εγκέφαλο γλυστράει
η θνήση δίπλα να σου στέλνει όλο φιλιά
τάχα το νόημα της φύσης, ποιο να είναι;
μια σάπια, θύμιση σου, ολοένα με σκοτώνει
αιώνιο πρόβλημα, σου λέει όλο "Πίνε!"
και το μυαλό, σαν το γυαλί όλο θολώνει
μα πως να πάψει η ολόλευκη σου ανάμνηση
και πως να σβήσει μια εικόνα απ'τα παλιά
δίχως ερώτηση, ξεκάθαρη είναι η απάντηση
φωνάζει, "τρέχα, τρέχα φύγε... μακριά!"
σε έναν τόπο όπου η θλίψη δεν χωράει
σε ένα ακρογιάλι, με τη θάλασσα αγκαλιά
με ένα στήθος, όπου η ανάσα θα χωράει
με μια αχτένιστη και παιδική ανεμελιά
Κι αν έσβησε σαν ίσκιος...
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ' ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά·
κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιά μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί·
κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ --
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλο ουρανό,
η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή!
Κώστας Καρυωτάκης - Νηπενθή - 1921
Η λέξη νηπενθή είναι ομηρική («νηπενθές φάρμακον», Οδύσσεια, δ 221) και σημαίνει: που διώχνουν το πένθος.
τρελοδιάθεση
και το κόκκινο παρελθόν παρήλθε
ένα μέλλον αβέβαιο αλλά πράσινο
μία πρωτόγνωρη ελευθερία
και μια ανησυχία που φυσάει γλυκά
η θολή γυναίκα εξαϋλώθηκε
και ένα τζάμι έσπασε
αφήνοντας μια τρύπα τριγωνική
ο άνθρωπος που έκλαιγε στο πεζοδρόμιο
δολοφονήθηκε από τον αιχμάλωτο στρατιώτη
ένα τίποτα, ένα πουθενά
και μια ελπίδα διαμάντι
Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011
πες μου πως να κοιμηθώ
που σκέφτομαι εσένα
όλα τριγύρω ψόφησαν
όλα είναι πεθαμένα
να ξημερώσει ήθελα
μα έπεσε σκοτάδι
πες μου πως να κοιμηθώ
μακριά απ'το ζεστό σου χάδι
άσπρα ψαράκια
άκουσα σχόλια ανείπωτα
είδα κύκλωπες τυφλούς
μάζεψα κόκκινους αφρούς
περπάτησα στη μολυβένια γέφυρα
μάζεψα μήλα χρυσοπόρφυρα
και ύστερα
και ύστερα τι;
υστερία και μια αγωνία
που δεν άκουσε ποτέ κανείς
μνήμες πέτρινες
σελίδες κίτρινες
και ένα τσιγάρο που δε σβήνει ποτέ.
οφείλω τη ζωή μου στα άσπρα ψαράκια
που δεν υπήρξαν ποτέ
μαύρο δέρας
χαιρέτησα την Ιθάκη
περιπλανήθηκα σε θάλασσες
με αθάνατο σαράκι
σαν Οδυσσέας έψαξα
τους πράσινους λωτούς
θέλω να βρω τη λήθη
μα μου κρύβεται η καριόλα
Ο Οδυσσέας είχε μια Ιθάκη τουλάχιστον
άχτι
στην έλλειψη του όταν
βαθιά πολυ, εκεί μέσα μου
μια θάλασσα κοιμόταν
φύσηξε άνεμος
τα κύματα
διαβρώνουν τη ψυχή μου
το μυαλό μου δεν αντέχει
τόση πίεση
τερμάτισε η αντοχή μου
θα αφεθώ ελεύθερος
στων ανέμων την πνοή
στα κύματα που μίσησα
στου κόσμου τη ροή
μια μοίρα ασυγχώρητη
ένα κισμέτ τσαλακωμένο
ένα πουλί που πέθανε
που ήταν καιρό κρυμμένο
ερώτηση δίχως απάντηση
φωτιά χωρίς τη στάχτη
άνευ καρδιάς ο άνθρωπος
που μου'βγαλε το άχτι
ίνγκλισ
Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011
Κίτρινο και Μοναχικό Φεγγάρι
Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011
Του Γιάννη Ρίτσου
Προίκα
Το γιασεμί το δειλινό πως θα ξαναμυρίσω
Σκυλιά πουλιά και μέλισσες αδέσποτα γυρνάνε
Τα βήματα μου στο στενό χαλίκι το σκορπάνε
Αγρύπνησα το πρωινό τον τζίτζικα ν' ακούσω
Το τσίμπημα των κουνουπιών νωχελικά να ξύσω
Το αυλικό σου γάβγισμα βαστώ να βλασφημήσω
Το τρίξιμο στην πόρτα σου με κάπνισμα να σβήσω
Ανήφορο κατέβηκα άπαξ και δε σε βρήκα
Πακέτο που λαχάνιασα, τα ξένα μου είναι προίκα
Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011
χα χα χα χα
θέλει φλόγα για να ανάψει
η ύπαρξή σου με έχει κάψει
σκέψεις μαύρες όλο βάζει
ποίημα, ποίηση καμμία
φοβερή ανησυχία
το ποτό με ησυχάζει
το εσύ σου με διχάζει
θέλω τόσο να φωνάξω
μα δεν βρίσκω τα αυτιά
θέλω τόσο να σ'αρπάξω
μα είσαι τόσο μακριά
ποιο το νόημα;
κανένα
ίσως να είμαι βασιλιάς
μα πουθενά το στέμμα
η γοητεία πέθανε
μας έμεινε η κάψα
η ψυχή μου στάζει αίμα
προίκα μας η κλάψα
Ενέργεια
κουραφέξαλα
το στόμα σου πονάει
μια βρύση που όλο στάζει
και μια καρδιά που σπάει
σκύλοι που νιαούρισαν
μια νότα όλο νόημα
αδέλφια νομπελίστες έκραξαν
και μία πόρτα που κλειδώθηκε... ανώνυμα
φοβάσαι το αύριο;
υποφέρεις πολύ;
μη σε νοιάζει...
άλλωστε μη ξεχνάς
ο θάνατος των άλλων κρατάει για πάντα
ο δικός σου μόνο μια στιγμή
στα όρια της τρέλας
που θα μου δωσουν σιγουριά
τρελά μαρσάρουν οι μηχανές
μες στον εγκέφαλο η τσεκουριά
θα έχω και δικαιολογία
να μην πάω στον στρατό
με αχτένιστη ψυχολογία
όλους τους τρομοκρατώ
η σκέψη μου μαρσάρει
με ποτό αντί βενζίνη
λίγο λίγο την λιντσάρει
και μυαλό δε θα μου μείνει
αχ πουτάνα κοινωνία
σε μισώ και σε φθονώ
πάντα η ίδια ιστορία
μόνο τρέλα εγκυμονώ
λέξεις
καρέκλα
τραπέζι
ήλιος
σκιά
και βροχή
σκέψη
τρελή
περιπαίζει
μηδέν
ανοησία
ανοχή
τίποτα
άδειο
κενό
χαρά
ευτυχία
πουθενά
κλαίω
θυμάμαι
ξεχνώ
καπνίζω
και πίνω
συχνά
Σεπτέμβρη Αντί-θεσις
Τρεμπελοξέσπασμα II
ποιόν κοροιδεύετε?
από- γοήτευσις
Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011
σακαράκα μεζαμπλί
σιδερώστρα και σαλόνι
ασήκωτη η κάθε λέξη μου
δίχως ήλιο μπαλόνι
θα'θελα να τρεμπελίσω
μπουγιαμπέσα εμπριμέ
θέλω και να σου μιλήσω
μίλα μου και εσύ καλέ
η ζωή μου πια δεν είναι
σαν την άνοιξη απλή
όλο πίνε πίνε πίνε
σακαράκα μεζαμπλί
θα'ρθει όμως κείνη η μέρα
που θα ξαναγεννηθώ
και της πίκρας την χολέρα
με πυγμή θα απαρνηθώ
Πεσιμιστική Προσέγγιση (εγώ και οι άλλοι)
Άσε μας πια
Ένα (ακόμη) Λάθος
Τρεμπέλικο Πρόσταγμα (σαν απάντηση)...
Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011
Η Λάκκα με τα φίδια
μίλας πολύ ρε βλάκα
να πρίζεις, δεν το σταματάς;
σπαμάρεις λεν' για πλάκα
τον φίλο μας τον έκανες
από γαμιά... μαλάκα
αφόδευση μες στο βουνό,
σταμάτησε την τράκα
ο Κίμωνας σε μάγεψε
και ας είχε λίγη μπάκα
εμεις τον κοροϊδεύαμε
που θέλησε τη Λάκκα
δεν ήξερε, ήσουνα κόκκινη
ντομάτα μες στη θράκα
αντί για στρινγκ πλέον φοράς
σαν του παππού μια βράκα
νόμιζα ήταν χωρατό
αστείο και της πλάκας
μα τελικά τυλίχτηκες
στ'αλήθεια αίμα Λάκκας
Γραικύλος
πίνω, για να κοιμηθώ
σκέφτομαι, σε θέλω τώρα
ξέχασα, πως να σε θυμηθώ
μία καρδιά που σάπισε
κάνει τον χρόνο μισητό
λάθος στιγμή που άργησε
πέρασε, δεν είναι εδώ
κόμπος είσαι που λύθηκες
μακάρι να νυχτώσει
να πάψουνε οι τζίτζικες
και κάποιος να με σώσει
η ζωή μου ένας κύκλος
στο καζάνι μου μια σούπα
είμαι ένας μικρός γραικύλος
μέσα στις ζωής τη λούπα
κάρβουνο
απόκρημνα τα βράχια
ανέβηκα το πράσσινο βουνό
μοναχικά τα βράδια.
η γυναίκα πιστόλι
εκπυρσοκρότησε
μα κανείς δεν ήταν γύρω της να την ακούσει
και ένα τζιτζίκι έπαψε
θάφτηκε στο χώμα
αφού δεν μπόρεσε να κλάψει
πέθανε
ο ήλιος έβγαινε λαμπρός
πιο φωτεινός από ποτέ
μα ξάφνου νύχτωσε απότομα
στη χαραυγή της ημέρας.
νόμιζα ήσουν κάρβουνο καυτό
μα στάχτισες, σε πήρε ο αέρας...
Υπομονή
με ένα είδωλο σαθρό και ξεφτισμένο
θέλω να τρέξω πρώτος, μα τελευταίος μένω
και στη ζωή μου απαλά το απειρο τάζω
ο γυμνοσάλιαγκας κοιμήθηκε σε ύπνο βαθύ
μια πεταλούδα που απλώνει τα φτερά της
το ξέρεις πως θα πας με τα νερά της
ή σε ένα δρόμο που γνωρίζεις μόνο εσύ
ένα όνειρο λυπητερό σου μένει
επίσκεψη αυθημερόν στον άδη
στης ερήμου το αδειανό πηγάδι
και η πράσσινη ελπίδα σε προσμένει
Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011
α-λήθ(η)-εια
απόχη
τεστάρεις για να δεις αν η καρδιά σου το'χει
γεμίζεις γυάλινα σπιτάκια με πικρούς ενοίκους
και τα πίνεις καπνίζοντας
κοιτάς τριγύρω σου
απόχη
τα ναι που δεν πλησίασαν και ζύγωσαν τα όχι
οι μέρες σου φαντάζουνε ταινίες μικρού μήκους
που τις βραδιές περνάς γυρίζοντας
κοιτάς τριγύρω σου
απόχη
σε λάξευσαν για βέλος μα δεν υπάρχουν στόχοι
μικρό ενθύμιο που χάθηκε βαθιά μέσα σε σπίτι
φτιαγμένο από σάρκα η λογική
κοίτας τριμέσα σου
και μοιάζεις με απόχη
τώρα πια έμαθες αν η καρδιά σου το'χει
πως δεν εξημερώνεται όσο χορεύουν χτύποι
και όσο το εσύ την κατοικεί
κοίτα τριέξω
όχι πια σου για δεν υπάρχει πλέον
Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011
Με κοιτάς και γελάς, τι ζητάς?
Πυρ
Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011
-
γράψε ποίημα τυχαίο
μπας και ηρεμήσεις
μία γάτα, ένας σκύλος
ένα δέντρο δίχως φύλλα
πες τα όλα μη διστάζεις
πες τα όλα, πες μου, μίλα
μια ζωή αλισβερίσι
τιποτένιο
σκοτεινό
αν πεθάνει δεν θα ζήσει
πρέπει απόψε να στο πω
Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011
Χρυσόψαρο
γεννιούνται από γινάτι
λογάκια που μπερδεύτηκαν
και μου εβγαλαν το μάτι
αέρας ανεπρόκοπος
μια στάλα ειρωνία
και ο θάνατος καραδοκεί
πιο κάτω στη γωνία
ένα γλυκό χρυσόψαρο
να ήμουν πολύ το θέλω
να μη θυμάμαι τίποτα
και τίποτα να μη ξέρω
Τρίτη 30 Αυγούστου 2011
Ανηδονία
στο τέλμα της αηδίας
με έχρησαν πάλι βασιλιά
στο βασίλειο της ανηδονίας
θα μείνω λέω εδώ
για λίγες μέρες μόνο
ως να γινώ καλύτερα
να διώξω αυτόν τον πόνο
Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011
δρων κατά το λυκόφως
πλάνεψες το μυαλό μου
έκανες την καρδούλα μου
να χτυπά για σε μικρό μου
σκύλα εσύ με έλιωσες
η ψυχή μου σε φοβάται
έκανες την καρδούλα μου
αιώνες να μη κοιμάται
μάγκας εγώ ήμουνα βαρύς
βαρύς σαν το αμόνι
τα μάτια σου με πλάνεψαν
και το κορμί μου λυώνει
μαράθηκε το γέλιο μου
μόνος τι να κοιτάξω
αυτόν τον πόνο τον βαρύ
πες μου πως να τον πάψω
Κυριακή 28 Αυγούστου 2011
σαν τον βλάκα
ήρθες και εσύ κυρία
με έκανες και ξέχασα
τι θα πει ευτυχία
γελάστηκα με πρόδωσες
με έκαψες μπαμπέσα
και μες στην αγκαλιά της γής
θε να σαπίσω μέσα
στο στήθος δεν χωρά άλλη ανάσα
κάθε επαφή με τη ζωή θέλω να χάσω πάσα
Μερ..Νυχτ...εεε μπρενεδέμος
Σάββατο 27 Αυγούστου 2011
Στάχτη & Αποκαΐδια
όλο φωτιές ανάβει
για να ζεστάνει την καρδιά
την έννοια του να παύει
πολλές φορές αυτή η φωτιά
θα σβήσει απ'τη συνήθεια
τον σιγοκαίει και γίνεται
στάχτη και αποκαΐδια
άλλες φορές αυτή η φωτιά
δυνάμωσε στον χρόνο
μα όμως θα σβήσει απότομα
γεμίζοντάς τον πόνο
και έπειτα ο άνθρωπος
στο κρύο θε να μείνει
μέχρις η στάχτη μέσα του
προσάναμμα να γίνει
θα ανάψει μια γερή φωτιά
που δεν μπορεί να σβήσει
που θα τον κάψει ολόκληρο
και θα τον τσουρουφλίσει
Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011
Καθρέφτης
και εφτά χρόνια σε ξέρω
σε μια εβδομάδα με έκανες
αιώνες να υποφέρω
ένα γλυκό σου φίλημα
ένα αθώο χάδι
απ'τον παράδεισο με έσυραν
στα άδυτα του Αδη
για αυτό σου λέω κούκλα μου
σε θέλω, δεν με θέλεις
μακάρι να μη σε γνώριζα
και εσύ να μη με ξέρεις
Φλούδες & Ελπίδες
απ'το πολύ σεκλέτι
ρεμπέτικη η σκέψη μου
περάσανε τα έτη
μεγάλωσα εξωτερικά
μα μέσα πάντα ίδιος
καθρέπτης δεν με γνώρισε
παντοτινά ηλίθιος
ο πόνος με αγάπησε
με έκανε και υποφέρω
σφίχτα λοιπόν μ'αγκάλιασε
θέλω να μην με ξέρω
παράνοια παραπονιάρα
με τριγυρίζει μυστικά
με ακουμπά, είναι ναζιάρα
καταραμένα θηλυκά
η μοναξιά δεν είναι στενάχωρη
γιατί η κόλαση είναι οι άλλοι
το πίστεψες λίγο καιρό
και τώρα πάμε πάλι
Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011
Αντιθετική Παράνοια ΙΙΙ
λε - λέ
Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011
Το κανένα
δεν έχει σημασία,
γαργάλα το μυαλό σου,
ζήσε ανέμελα και βρες τρεμπέλικά σου πάθη.
Πιές με την μία, μονομιάς, της ζωής το κατακάθι.
Κι ύστερα σκέψου... "μήπως έκανα βλακεία;
μα αφου σου λέω, πως δεν έχει σημασία!
Νεκρός πριν γεννηθείς δεν ήσουνα; Πάλι νεκρός θα είσαι!
Μην ασχολείσαι μ'άλλους, τον εαυτό σου μόνο πείσε.
Για αυτό σου λέω, νόημα κανένα, ένα μηδέν, ένα προχτές, ένα κανένα.
Σου λέω πίστεψε τον δάσκαλο της γνώσης και στα πενήντα σου πάλι είκοσι θα νιώσεις.
Και όπως λέει μία ακόμη παροιμία, αγόρασε δύο, κι ύστερα πάρε δώρο τρία.
Σε κοροιδεύω μην ακούς, μην δίνεις σημασία σε καπιταλιστικά τερτίπια, δυσωδία.
Σου λέω το νόημα είναι ένα και αυτό το νοήμα είναι το κανένα.
Μην είναι το ποτάμι, το βουνό ή μήπως η παραλία; Μήπως ξεχάστηκες και δίνεις σημασία;
Ποιό είναι το το κριτήριο για να συγκρίνεις δυο στιγμές; Ποιό είναι το σήμερα, το αύριο, το χτές; Αφού και αυτό κάθε μέρα αλλάζει. Μήτε χαρά, μήτε βροχή, μήτε μαράζι.
Τρεμπέλισε το σήμερα και αύριο μη σε νοιάζει.
Τρεμπέλικια θολή στιγμή μέσα στη σκέψη βάζει,
τους ποιητές του τίποτα,
που ποιητές δεν είναι.
Τι αύριο; τι σήμερα; Δένε και ύστερα λύνε.
Ορκίζομαι πως θα σου πω το νόημα της φύσης
και αν δεν προλάβω να στο πω, δεν
Τρίτη 2 Αυγούστου 2011
3:19
ανεγκέφαλοι και οι σπιούνοι
με καταδίδουν συνεχώς
χίλιοι και μύριου Ούνοι
όταν σχολάω το απόγιομα
αρχίζει η ζωή μου
πάλι πεθαίνει το πρωί
όποια και αν είναι η άποψή μου
γαμώ τα πετροκέρασα
γαμώ τον κόσμο όλο
γαμώ τις στρουθοκάμηλους
και αυτούς που παίζουν πόλο