Μια μέρα η Αλίκη πέθανε δεν είναι πια μαζί μας
ο θάνατος τη τύλιξε, την πήρε απ' τη ζωή μας
Νόμιζε ότι ήταν όνειρο, ότι δεν είναι αλήθεια
μα ένας κόμπος σφίχτηκε και βάρυναν τα στήθια
η δόλια η μανούλα της την έκλαιγε στο μνήμα
κόρη μικρή ανύπαντρη να φύγει ήταν κρίμα
Λουλούδι ανοιξιάτικο, εχθρός κάθε κατάρας
χάρε αναικδιήγητε και μάγκα της δεκάρας
την κόρη μου άδικα άρπαξες, την πήρες συντροφιά σου
ας έπαιρνες τη Μαριγώ, τη κοπελιά του Τάσου.
μες στο μπαχτσέ σου φύτρωσε με πόνο η Αλίκη
σαν μήλο ροδοκόκκινο που έγινε φυρίκι
σαν φρούτο ανοιξιάτικο π' ωρίμασε όμως ήδη
σάπισε και τάισε με γλύκα το γρασίδι
Ο τάφος της πεντάστερος και χιλιοκλαμμένος
μ' όλης της πίκρας δάκρυα της μάνας ποτισμένος
όλο το σόι την έκλαιγε, "τι κρίμα που εχάθη"
λουλούδι μπρος στον τάφο της ποτέ του δεν μαράθει
Αλίκη ήσουν όμορφη, όμορφη σαν αστέρι
σαν πίκρα που γενήθηκε, μόνο χαρές να φέρει
φώτιζες τις νύχτες μας, σκοτάδιζες τη μέρα
και όλου του κόσμου τα κακά, εσύ τα'κανες πέρα
εκεί όμως που βρίσκεσαι, κανείς δε σ'αγαπάει
χιόνι που δεν έλυωσε, κατάμεσα του Μάη
μας άφησες και γλύστρισες στου θάνατου τη προίκα
ποτέ σε ολόκληρη τη γη, πιο ομορφη δε βρηκα
και τριγυρνάς ανώφελα δίχως καμμιά ελπίδα
σαν τρίχα που καμάρωνε σε ξυραφιού λεπίδα
μας άφησες και γλύστρισες στη λούπα του θάνατου
μεσα σε ένα ηλιόλουστο, απόγευμα Σαβάτου.
μα ας τα αφήσουμε όλα αυτά, η Αλίκη πια τι κάνει
σε ποιο σταυρό σταυρώθηκε,που έχει πια λιμάνι?
ζει μέσα στα πνεύματα, ζει μέσα στη λήθη?
ή μήπως είναι ζωντανή μεσ' των νεκρών τα πλήθη?
Ποτέ δεν πήγε πουθενά εδώ είναι ακόμη
ποτέ δε θα ρωτήσουνε, πια τη δική της γνώμη
Άυλη έτσι θα γυρνά δίχως στον κόσμο ελπίδα
χρυσάφι που είναι ανούσιο στη αγκαλιά του Μίδα
Βλέπει τη μανούλα της και τη ζωή που είχε
σκεφτόμενη πως ένοιωθε, πως κάποτε υπήρχε
μα τώρα έρμη τριγυρνα στου κόσμου την ωδύνη
όλα τα παίρνει το κισμέτ, τίποτε δεν αφήνει
τριγύριζε η άδολη στου κόσμου την πλημμύρα
σαν τον αφρό που άφρισε στου ποτηριού τη μπύρα
είδε πολλά τριγύρω της, που'ταν γεμάτα πόνο
κατάλαβε πως ζωντανή, εκείνη ήταν μόνο
νεκροί ήταν οι άνθρωποι που νόμιζαν πως ζούσαν
την κουταμάρα φύτευαν, τη σκέψη απασχολούσαν
αγόραζαν τον πόνο τους αφου ήταν ευκαιρία
και στη ζωή το τίποτα, πίστευαν με λατρεία
περνάν οι μέρες άσκοπα, "σαν" ζείς και "σαν" υπάρχεις
"σαν" υπηρέτης της στιγμής, "σαν" μοναξιάς στρατάρχης
κάποτε ήσουνα ανθός, με χρώμα και ελπίδα
μα από σταφύλι έγινες, ξενέρωτη σταφίδα
ORFEAS + PAKAKLAR
Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου