ο κύριος Ευρουλάκης ήταν τραπεζίτης στο επάγγελμα μα και στην καρδιά.
Πάντα αγαπούσε το χρήμα και προσπαθούσε να το συλλέξει είτε σε μικρή ποσότητα, είτε σε μεγάλη.
Το πάθος του για το χρήμα ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία. Στα 10 του είδε σε μια γυαλιστερή βιτρίνα ένα γουρουνάκι κουμπαρά και ήθελε να τον αγοράσει αλλά η τιμή του, 1500 δραχμές, ήταν εξωφρενική για το πορτοφόλι του. Στεναχωρημένος αποφάσισε να κάνει οικονομία και να τον αγοράσει μόλις συλλέξει το πολυπόθητο ποσό. Έτσι κατάφερε να συλλέξει 500 δραχμές, τις οποίες έδωσε στους συμμαθητές του στο σχολείο σε μορφή δανείων των 100 δραχμών με τσουχτερό επιτόκιο. Μέσα σε ένα μήνα ο κύριος Ευρουλάκης κατάφερε και μάζεψε 2000 δραχμές. Όχι μόνο θα αγόραζε τον κουμπαρά, αλλά θα κατάφερνε να τοποθετήσει στα σπλάχνα του το αρχικό του κεφάλαιο, τουτέστιν 500 δραχμές.
Στην ηλικία των 13 ετών αποφάσισε να γίνει πλούσιος. Έτσι ζήτησε από τον πατέρα του να του δωρίσει ένα μικρό κομμάτι γης στον πίσω κήπο του εξοχικού του. Ο πατέρας του ανυποψίαστος μα περήφανος για τον οικονόμο γιό του, του το έδωσε με μεγάλη χαρά. Τότε ο κύριος Ευρουλάκης φύτεψε ραπανάκια και μαρούλια και τα περιποιόταν με περίσσια φροντίδα. Οι φίλοι τον γονιών του, οι οποίοι συγκεντρώνονταν τακτικά στο εξοχικό τους τα καλοκαίρια για μία παρτίδα κουμ κάν ή θανάσση, έγιναν με μεγάλη τους χαρά οι πρώτοι του πελάτες, ιδιαίτερα το ζεύγος Αργυρίου.
Συλλέκτη χρήματος ήταν ο κύριος Ευρουλάκης και δεν ντράπηκε ποτέ του για αυτό. Με ζήλο διάβαζε τα μαθήματά του και στην ηλικία των 18 ετών πέρασε στο πανεπιστήμιο στην οικονομική σχολή που ήθελε. Εκεί έμαθε όλα τα καπιταλιστικά τερτίπια που διακρίνουν κάθε σύγχρονο τραπεζίτη και οικονομολόγο. Θαύμασε τη μαγεία των αριθμών και με μαεστρεία τελείωσε την σχολή του σε 4 χρόνια όπως προβλεπόταν αλλωστε.
Έζησε πολλά ο κύριος Ευρουλάκης σε αυτά τα 4 φοιτητικά χρόνια, έκανε φίλους και έπιασε και μια γκόμενα. Τον χώρισε σύντομα όμως καθώς της φάνηκε πως ήταν πολύ "οικονόμος". Ο κύριος Ευρουλάκης ήταν πάντα περήφανος για την σχέση του με την Ρίτα, διότι όποτε έβγαιναν έξω, το ένα βράδυ κερνούσε τυρόπιτα η Ρίτα και το άλλο βράδυ ο κύριος Ευρουλάκης. Στο τέλος ο κύριος Ευρουλάκης ήταν κερδισμένος κατά μία τυρόπιτα, το θυμόταν αυτό ανά διαστήματα και χαχάνιζε μόνος του σαν τρελός που μόλις απέδρασε απ'το τρελοκομείο.
Μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές του ο κύριος Ευρουλάκης πήγε να υπηρετήσει στον ένδοξο ελληνικό στρατό. Μπορεί να ήταν τραπεζίτης μα τα εθνικά του αισθήματα ήταν τίμια. Εκεί γνώρισε και άλλους φίλους (όμως καμμία γκόμενα) και μόλις απολύθηκε ήταν σίγουρος για την καριέρα που ήθελε να ακολουθήσει. Απευθύνθηκε στον πατέρα του ο οποίος γνώριζε τα κατάλληλα άτομα, μεγαλωμένος και ο ίδιος σε σπίτια με "ζεστά τζάκια". Εκείνος τον προέτρεψε στον κύριο Αργυρίου, υψηλόβαθμο στέλεχος έγκριτης τράπεζας.
Η πόρτα του κατάστήματας της τράπεζας άνοιξε και περήφανα ο κύριος Ευρουλάκης βάδισε προς το γραφείου του κύριου Αργυρίου. Εκείνος τον καταδέχτηκε με μεγάλη χαρά και ύστερα από μια σύντομη κουβέντα του ανακοίνωσε πως <<Τα προσόντα του σε συνδυασμό με τον αψεγάδιαστο χαρακτήρα του, τον οποίο και ο ίδιος εγνώριζε λόγω της προσωπικής του σχέσης με τον πατέρα του, τον έκαναν τον καταλληλότερο υποψήφιο για αυτή τη θέση, καίριας σημασίας, που έμεινε κενή στη τράπεζα>>.
Ο κύριος Ευρουλάκης ήταν πιο χαρούμενος από κάθε άλλη φορά. Ακόμη και από τότε που είχε βρει ένα πεντοχίλιαρο στο δρόμο. Ευθύς τηλεφώνησε στους πιο στενούς του φίλους και βγήκε να το γιορτάσει, "οικονομικά" πάντα. Εκείνο το βράδυ γνώρισε και τη μέλλουσα γυναίκα του. Η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Κανείς δε κατάλαβε ποτε τι του βρήκε εκείνη η κοπέλα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι τον αγάπησε πραγματικά. Ίσως ο έρωτας να είναι σαν τον θάνατο, όλοι θα τον ζήσουν μία φορά.
Έζησε χαρούμενα χρόνια ο κύριος Ευρουλάκης. Δούλευε τις καθημερινές και δεν ήταν λίγες οι φορές που γύριζε αργά το βράδυ στο σπίτι. Η γυναίκα του ήταν πάντα εκεί να τον φροντίσει και ο ίδιος πίστευε πως δεν έλειπε τίποτα από τη ζωή του. Είχε φίλους, είχε μια γυναίκα που τον αγαπούσε και το σημαντικότερο... είχε λεφτά. Δε μπορούσε να εξηγήσει τη ρίζα του πάθους του για τα χρήματα, αλλά ήξερε πως σε καμμία περίπτωση δεν ήθελε να την κλαδέψει.
Τα χρόνια πέρασαν, ο κύριος Ευρουλάκης απέκτησε ένα νέο σπίτι, σε ήσυχη γειτονιά όπως του άρεσε, όπως και ένα αυτοκίνητο για εκείνον, ένα αυτοκίνητο για τη γυναίκα του, ένα εξοχικό που του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια, πολλά τραπέζια και καρέκλες, αρκετά σερβίτσια, μερικά πιάτα και ποτήρια, καναπέδες, λάμπες, κρεβάτια, πίνακες σύγχρονης και ασύγχρονης αισθητικής, αρκετούς τραπεζικούς λογαριασμούς, έναν πουροκόφτη, μπόλικα μπιχλιπίδια άχρηστα σαν το χθες και ένα συντριβάνι για την αυλή του εξοχικού του. Μπορεί να ξεχνώ μερικές από τις αγορές του μα αυτό είναι θέμα ανόητο και ανούσιο στο κάτω κάτω.
Κάποια στιγμή γεννήθηκε το πρώτο του παιδί. Ήταν πολύ χαρούμενος ο κύριος Ευρουλάκης. Ποτέ δεν θα ξεχάσει τα λόγια της γυναίκας του <<Το παιδί μας Αγησίλαε!>>. Η περηφάνεια που ένιωσε ήταν πολύ μεγάλη, αλλά είχε και άλλα πράγματα να σκεφτεί, όπως η δουλειά του και τα χρήματά του. Δεν είχε χρόνο να χάσει σε ανάλατες οικογενειακές ιστορίες.
Η ζωή όμως όπως και το αύριο άλλωστε, κρύβει εκπλήξεις. Η γυναίκα του διαγνώστηκε με καρκίνο και πέθανε σε 1 χρόνο. Ο κύριος Ευρουλάκης ήταν πολύ δυστυχισμένος. Δε μπορούσε να σκεφτεί τη δουλειά του. Ήξερε πως τα χρήματά του ήταν το παν για εκείνον αλλά γιατί όμως δε μπορούσε να δουλέψει; Οι μαύρες σκέψεις τον τύλιξαν και ανήμπορος αφέθηκε στη ροή τους. Άρχισε να πίνει και όταν πίνει ο άνθρωπος δε σκέφτεται καθαρά. Αργούσε να πάει στη δουλειά του σχεδόν κάθε μέρα. Ένα πρωινό τον φώναξε στο γραφείο του ο διευθυντής του και του ανακοίνωσε την απόλυσή του. Του εξήγησε πως <<η τράπεζα είναι μια καλοκουρδισμένη μηχανή και όποιο γρανάζι σαπίζει πρέπει να το αλλάζουμε>>.
Ήταν απαρηγόρητος ο κύριος Ευρουλάκης. Το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να πηγαίνει από μπαρ σε μπαρ και να πνίγει τον πόνο του σε αλκοόλ. Μια γλυκιά βραδιά έφυγε από το τελευταίο μπαρ και αποφάσισε να επιστρέψει σπίτι του περπατώντας. Περπάτησε για ώρα μέχρι που μια στιγμή άκουσε έναν περίεργο θόρυβο, κοίταξε πάνω και είδε ένα αμόνι να κατευθύνεται προς εκείνον. Λίγα δέκατα του δευτερολέπτου πριν πεθάνει σκέφτηκε <<Ίσως το χρήμα τελικά να μην έχει καμμία αξία>>. Αλλά δεν είχε σημασία καθώς το αμόνι έπεσε στο κεφάλι του με περισσή βια.
Ο κύριος Ευρουλάκης είχε πολλούς φίλους μα τελικά πέθανε μόνος του γιατί ο κύριος Ευρουλάκης είναι τραπεζίτης στο επάγγελμα μα και στην καρδιά...
Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου