Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

Εκείνη

Το πρώτο πράγμα που κάνω κάθε μέρα που ξυπνάω είναι να ανοίξω τα μάτια μου. Τότε κάθομαι ακίνητος και κοιτάω το ταβάνι. Όπως καταλαβαίνετε σχεδόν πάντα κοιμάμαι ανάσκελα. Η ηρεμία και η ησυχία του πρωϊνού με γεμίζει θλίψη. Όταν το μόνο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να κοιτάς το ταβάνι τότε πιστεύω είναι πολύ εύκολο η μελαγχολία να γεμίσει το άδειο σου κορμί. Όχι, δεν είμαι παραλυτος, είμαι απλά απαισιόδοξος, γι'αυτό τα πρωινά κάθομαι ανάσκελα στο κρεβάτι μου και κοιτάω το ταβάνι. Συνήθως περνάει μισή ώρα μέχρι να καταφέρω να σηκωθώ αλλά μερικά πρωινά που βρέχει μπορεί να χρειαστώ και μία ώρα, ίσως και παραπάνω. Όταν βρίσκομαι ακίνητος με τα μάτια μου να είναι η μόνο μου αίσθηση αισθάνομαι σαν ένας ξένος, σαν κάποιος που δεν έπρεπε να ήταν εκεί.

Είναι φορές που δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου. Είναι φορές που δεν μπορώ να κουνηθώ. Φοβάμαι να ανοίξω τα μάτια μου, μη τυχόν και δω κάτι που δεν πρέπει. Το ξέρω πρέπει να με θεωρείτε τρελό αλλά... αλήθεια, δεν είμαι! Έχω να δω τον εαυτό μου πολύ καιρό στον καθρέφτη και αναρωτιέμαι πως μπορεί να δείχνω. Φοβάμαι να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, μάλλον θα δω έναν ξένο εκεί, κάποιον που δεν είμαι εγώ. Γύρω μου οι τοίχοι είναι άσπροι, καμμιά φορά που δεν βλέπω τίποτε άλλο παρά τον άδειο άσπρο τοίχο φαντάζομαι πως είμαι μέσα σε ένα σύννεφο και πως θα βγω σε λίγο από μέσα του και θα δω τον ουρανό. Μου λείπει πολύ ο ουρανός, έχω να τον δω χρόνια. Μπορεί να μην μπορώ να δω τον ουρανό αλλά τον αισθάνομαι. Όποτε βρέχει στάζει το ταβάνι και όποτε πέφτει μια σταγόνα πάνω μου αισθάνομαι ολόκληρο το ταξίδι της, από το σύννεφο στη γη και ξαφνικά γεμίζει ολόκληρη η πλάση μου με ευτυχία, τότε αισθάνομαι πως γεννιέμαι πάλι. Τότε βλέπω τον ουρανό, μυρίζω την γή και νιώθω το άγγιγμά της.

Πόσο μου λείπει εκείνη... Ήταν για εμένα τα πάντα, ο ανθρωπός μου, το άλλο μου μισό που λένε. Θυμάμαι τότε ξυπνούσα και άνοιγα τα μάτια μου και την κοίταζα να κοιμάται. Αυτό που αισθανόμουν όταν την έβλεπα να κοιμάται δεν περιγράφεται με λέξεις. Ίσως μπορώ να το ζωγραφίσω, αλλά νομίζω ποτέ δεν θα καταφέρω να το περιγράψω. Η ζωγραφιά εκείνη θα είχε πολλά χρώματα, ίσως όλα τα χρώματα της ίριδας. Έτσι ήταν εκείνη. Θυμάμαι με αγκάλιαζε και μου ψυθίριζε στο αυτί λόγια αγάπης και ευτυχίας. Μύριζε υπέροχα... δεν ήθελα ποτέ να βγω από την αγκαλιά της. Όποτε έρχεται η άνοιξη προτιμώ να έχω κλειστά τα μάτια μου. Τότε παίρνω βαθιές ανάσες και μυρίζω τον αέρα. Μου θυμίζει λίγο το άρωμά της. Αλλά εκείνη μύριζε πιο όμορφα. Θυμάμαι που πηγαίναμε στο ποτάμι και καθόμασταν στην όχθη του, ξυπόλητοι, και αφήναμε το νερό να πιτσιλάει τα πόδια μας... και το γέλιο της... πιο όμορφο από κάθε ήχο. Τα πουλιά σταμάταγαν να τιτιβίζουν μόλις άκουγαν το γέλιο της, όχι από φόβο αλλά από θαυμασμό. Πόσο μου λείπει εκείνη....

Αλλά πλέον είναι πολύ αργά για εμένα. Μάλλον δεν θα την ξαναδώ. Τη μέρα μου γεμίζει ένας άσπρος τοίχος και ξεθωριασμένες αναμνήσεις. Άδειος όπως και η τσέπη μου, προσπάθησα πολλές φορές να την ξεχάσω. Αλλά πιο εύκολο ήταν να ξεχάσω να αναπνέω παρά να ξεχάσω εκείνη. Λένε το άσπρο πως δεν είναι χρώμα, λένε το άσπρο αντανακλά όλα τα χρώματα και αυτό που απομένει είναι ένας άδειος άσπρος τοίχος. Άδειος σαν την καρδιά μου. Πλέον δεν μπορώ να κλάψω, κι όποτε πέφτει η βροχή από το ταβάνι μου θυμίζει αυτή την ανικανότητά μου. Θα ήθελα να κλάψω σαν μικρό παιδί που πέφτει και χτυπάει. Νιώθω σαν να πέφτω από πολύ ψηλά, νιώθω ότι χτυπάω δυνατά αλλά τα δάκρυά μου στέγνωσαν. Ο γιατρός μου είπε πως πρέπει απλά να ηρεμήσω. Μου έδωσε και φάρμακα και περιμένω να γιατρευτώ αλλά η γιατρειά δεν έρχεται, όποτε με βλέπει γυρίζει το κεφάλι της και φεύγει. Έτσι θα φύγω και εγώ μια μέρα αλλά ελπίζω να δω ξανά τον ουρανό πριν γίνει αυτό.

Δίχως εκείνη, το φαγητό δεν έχει γεύση, τα λουλούδια δεν μυρίζουν πια και οι ήχοι περνούν από μέσα μου, κούφιοι και άδειοι, οι λέξεις δεν έχουν νοήμα. Το μόνο που μου απέμεινε να κάνω είναι να κοιτάζω και να βλέπω τον άσπρο τοίχο. Είναι φορές που θέλω να πεθάνω, αλλά δεν έχω βρει τον τρόπο ακόμη. Προσπάθησα να κρατήσω την ανάσα μου αλλά δεν τα κατάφερα. Προσπάθησα να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο για να τον χρωματίσω με το μυαλό μου, αλλά δεν μπόρεσα. Ο πόνος είναι άγνωστος για το σώμα μου. Μόνο η καρδιά μου πονάει πλέον. Είναι φορές που νομίζω πως την βλέπω. Βλέπω εκείνη με τα ξανθά μαλλιά της. Αλλά δεν με κοιτάει με ευτυχία πλέον, με βλέπει με παράπονο, τα μάτια της είναι πάντα υγρά. Και ύστερα φεύγει ξαφνικά, απλά και γρήγορα όπως ήρθε.

Η μοναξιά είναι ύπουλο πράγμα. Η μοναξιά είναι όπως ένα πάρτυ, που όλοι είναι χαρούμενοι και γελάνε, μιλάνε, διασκεδάζουν, απλά εγώ δεν είμαι εκεί. Εγώ είμαι πάντα εδώ, να κοιτώ τον άδειο τοίχο. Δεν έχω πλέον ενέργεια, δεν έχω πια ζωή. Σήμερα όταν ξύπνησα, είδα στο παράθυρό μου μια πεταλούδα. Την σκότωσα γιατί δεν ήθελα να την βλέπω. Μάλλον δεν ήθελα εκείνη να με βλέπει και να γελάει. Θέε μου, πως θα'θελα να τρέξω! Θέλω να τρέξω άλλα δεν μπορώ. Και η ζωή έφυγε από κοντά μου. Αν η ζωή είναι ένα ποτάμι τότε εγώ είμαι στην έρημο και το παγούρι μου είναι τρύπιο.

Στον ύπνο μου το βράδυ είδα πάλι πως ήρθε εκείνη δίπλα μου. Ήρθε και μύριζε τόσο ωραία. Τα ξανθά της μαλλιά άστραφταν και τα μάτια της έκρυβαν μια θλίψη. - Γιατί είσαι θλιμμένη της είπα; Εκείνη δεν μου απάντησε. Μα ύστερα από λίγο μου μίλησε, με ρώτησε αν είμαι καλά, μου είπε ότι της λείπω. Έβαλε τα κλάμματα. Ήθελα και εγώ να κλάψω αλλά δεν μπόρεσα. ήΘελα να της φωνάξω, της φώναξα... Είμαι εδώ, με ακούς; Μα εκείνη δεν με άκουσε. Μου χάιδεψε τα μαλλιά και με φίλησε στο μέτωπο. Ήθελα να την αγκαλιάσω και να την φιλήσω. Δεν τα κατάφερα. Ύστερα έφυγε και η πόρτα πίσω της έκλεισε.

Εκείνη βγήκε από το δωμάτιο και είπε στο γιατρό

- Πιστεύετε θα γίνει καλα γιατρε;
- Δεν το νομίζω κυρία μου. Οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος σας. Αλλά δεν πρέπει να χάνετε τις ελπίδες σας.

Ένα ζεστό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της.

Και έτσι, με κουρασμένο βήμα βγήκε από την κεντρική είσοδο και απομακρύνθηκε από το τρελλοκομείο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου