Τότε στείλε email στο trebelides@gmail.com για να μπορείς να γράφεις και εσύ στο blog...
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΕΣ
ρέμπελος -η -ο [rébelos] :1.που κάνει ζωή ακατάστατη και τεμπέλικη, χωρίς προορισμό και προκοπή· ακαμάτης, τεμπέλης, ανεπρόκοπος: Άσπρη μέρα δεν είδε με αυτόν το ρέμπελο άντρα που παντρεύτηκε. Ρέμπελη ζωή. || (ως ουσ.). 2. (παρωχ., συχνά ως ουσ.) α. στασιαστής, επαναστάτης. β. άτακτος στρατιώτης.
[ρεμπελ(εύω) -ος (αναδρ. σχημ.)]
τεμπέλης -α -ικο [tembélis]: που δε θέλει, που βαριέται να δουλέψει. ANT εργατικός: ~ άνθρωπος. Tεμπέλα γυναίκα. Tι τεμπέλικο πλάσμα είσαι εσύ! || (ως ουσ.) ο τεμπέλης, θηλ. τεμπέλα:Οι τεμπέληδες δεν προκόβουν. τεμπελάκος ο YΠΟKΟΡ στο ουσ. τεμπέλαρος ο MΕΓΕΘ στο ουσ.
[τουρκ. tembel (από τα περσ.) -ης·τεμπέλ(ης) -άκος, -αρος]
Πολύ μπροστά ο Ορφέας
ΑπάντησηΔιαγραφή