Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

ο Τροπικός του Καρκίνου

Το κύμα έγλυφε τη σανίδα μου καθώς ξεμάκραινα από την παραλία. Ο ήλιος ήταν καυτός και το νερό άπλωνε τη δροσιά του πάνω μου. Τα χέρια μου σαν κουπιά έσπρωχναν τη θάλασσα μέχρι να φτάσω στη ξέρα που είχα παρατηρήσει από την παραλία.

Ανέβηκα στη ξέρα και κοίταξα τριγύρω. Το κύματα ήθελαν κάτι να μου πουν και δεν μπορούσα να καταλάβω τι. Απέραντη ηρεμία και τίποτα δεν φαινόταν να μπορούσε να πάει στραβά.

Ξάπλωσα και ρούφηξα κάθε στάλαγματιά του ήλιου ο οποίος χαρίζεται απλόχερα στον τροπικό του Καρκίνου.

Καθώς ο ήλιος χαϊδευε τα καυτά λαγόνια μου, αναρωτήθηκα, τι κάνουν οι υπόλοιποι θνητοί; Άραγε απολαμβάνουν τη ζωή τόσο ανέμελα όσο εγώ; Άραγε αναρωτιούνται και εκείνοι αν ο ήλιος έκαψε λάγνα το θεσπέσιο σώμα τους;

Η ώρα πέρασε και έπρεπε να γυρίσω. Καυτός αέρας άρχισε να φυσά και το κύμα άρχισε να αγριεύει. Αποφάσισα να τιθασεύσω τα κύματα για ακόμη μια φορά. Πήρα την κερωμένη σανίδα μου και πετώντας τη στη θάλασσα, πήδηξα σαν ακρίδα και προσγειώθηκα με χάρη πάνω της. Άρχισα να πλησιάζω στην ακτή καθώς το κύμα με έσπρωχνε σαν μέθυσος μπελαλής σε παρακμιακό μπαρ.

Ξάφνου ένας ξεδιάντροπος αέρας μου έκοψε τη φόρα. Κοίταξα στα δεξιά μου και είδα ό,τι δεν έπρεπε να είχα δει. Ένα πτερύγιο αναδύθηκε από τον αχανή βυθό. Προς στιγμή η ραχοκοκαλιά μου ηλεκτρίστηκε. Η σωφροσύνη και η λογική μου όμως με ανάγκασε να βρεθώ αντιμέτωπος με αυτό το θηρίο της θάλασσας. Ξέρoντας πως κάθε άνθρωπος πρέπει να απαλλάσσεται από τις έγνοιες του το ταχύτερο δυνατό, βούτηξα στη θάλασσα και άρπαξα το μαχαίρι που πάντα έχω δεμένο στο αριστερό μου πόδι.

Αισθάνθηκα την παρουσία του. Με περίμενε. Η μάχη κράτησε λίγο. Πρώτα με πλησίασε με κυκλικές κινήσεις, μέχρι που βρήκε το θάρρος να με κοιτάξει στα μάτια. Κοίταξα και εγώ κατάματα το θηρίο. Ποιος να ξέρει τι πέρασε από τη σκέψη του. Εγώ ένα πράγμα σκέφτηκα... Κρίμα να πεθάνει ένας Άτλαντας του βυθού έτσι αναίτια απο το δικό μου μαχαίρι...

Ξαφνικά το τέρας επιτάχυνε και προσπάθησε να με αρπάξει. Πετάχτηκα στα δεξιά και κάνοντας μια διπλή υποβρύχια κωλοτούμπα κατάφερα να αποφύγω τα γεμάτα αίμα σαγόνια του. Στην επόμενη επίθεση αποφάσισα να μη του δώσω άλλη ευκαιρία. Πήγε να με αρπάξει, αλλά το μαχαίρι μου είχε άλλη γνώμη. Καρφώθηκε με δύναμη στη γεμάτη μυς ράχη του. Με κόιταξε με τρόμο θαρρώ. Το κοίταξα με λύπη. Αργά αργά το μαχαίρι βγήκε από την πληγή και το τέρας άρχισε να βυθίζεται στα απάτητα νερά του τροπικού.

Χαρούμενος που είχα εξολοθρεύσει το τέρας που νόμιζε πως ήμουν το μεσημεριανό του, πήγα να βρω τη σανίδα μου. Εκείνη τη στιγμή το τέρας, σαν μια ύστατη στιγμή εκδίκησης προσπάθησε να αρπάξει το πόδι μου. Το μόνο που κατάφερε ήταν αυτή η γρατζουνιά που βλέπεις εδώ, όπως επίσης και το θανάσιμο τραύμα που του έκανα ανάμεσα στα δύο γυάλινα μάτια του.

- Τι λες; Θες να πηδηχτούμε τώρα κούκλα μου;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου