Καθόμουν σε μια σκέψη μου
αιώνια αποσβολωμένος
και οι λαθραίοι πρόσκοποι δεν βρήκαν ένα τασάκι
που να είναι διάφανο!
Καμμένα λιμάνια βραχήκαν από τη
φωτιά της χαμένης ψυχής των κουλών τσαντάκηδων...
Με δύο παπούτσια στα αυτιά γελώ!
Γελάω, γελάω, γελάω ώσπου με χαίδεψε μια αράχνη,
διάφανη σαν τα τασάκια που δεν βρήκαν οι πρόσκοποι!
Βράχηκαν τα μπρατσάκια μου και πως θα κολυμπώσω
μέσα στο δάσος το υγρό, στέγνωσε μια παπαρούνα,
που όπως ψαρώνει η μουρούνα που όλη η πλάση θέλει να φτάσει.
Φαράσια καταπίνουν την θλίψη τους, αγέρωχα!
Χλευάζουν χρώματα μυρμήγκια ;!
Δεν είναι ερώτηση απλή, έιναι τα κεραμίδια!
Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Γεμίζω με θαυμαζμό αναγνώσκοντας τον τρόπο και το ρυθμό με τον οποίο μεγαλώνεις την ποιησή σου μέρα με τη μέρα..Ανοίγεις ψηλά και ταυτόχρονα προς τα μέσα..
ΑπάντησηΔιαγραφή