Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

ο κύριος Παυλίκος - Επεισόδιο 13 - το τέλος

ΠΡΟΣΟΧΗ!!!

Για μεγαλύτερη απόλαυση προτείνω να βάλετε να παίζει το παρακάτω video. Μόλις ακούσετε την πρώτη νότα μετά τον άνεμο είναι καλή στιγμή να αρχίζετε να διαβάζετε.

ΑΝΟΙΞΕ ΤΟΝ ΗΧΟ



Είχαν περάσει 2 χρόνια από την επιστροφή του κύριου Παυλίκου στη γη.

Τίποτε δεν είχε αλλάξει στον πλανήτη. Τα λεφτά υπήρχαν, τα χρηματιστήρια λειτουργούσαν και η ανισότητες μεταξύ εκείνων που έχουν και εκείνων που δεν έχουν, συνεχώς μεγάλωναν.

Σήμερα ήταν μια σπουδαία μέρα για τον κύριο Παυλίκο. Σήμερα θα έβγαινε από το τρελοκομείο.

Όπως καταλαβαίνετε αγαπητοί αναγνώστες ο κύριος Παυλίκος δεν κατάφερε να πείσει κανέναν για το τέλος που θα ερχόταν αναπόφευκτα στον πλανήτη. Τον μόνο που έπεισε ήταν ο γιατρός του, ο οποίος ήταν βέβαιος πως ο κύριος Παυλίκος εκτός από μεγάλη φαντασία κουβαλούσε μια μεγάλη τρέλα.

Βέβαια μετά από 2 χρόνια έκριναν πως ήταν πλέον καλά και δεν υπήρχε ανάγκη να ξοδεύει το κράτος χρήματα για εκείνον.

Οι πύλες άνοιξαν και ο κύριος Παυλίκος, με ένα ακόμη απολυτήριο στην τσέπη του, περπάτησε αργά και βγήκε από το τρελοκομείο.

Η γυναίκα του τον είχε παρατήσει. Δεν είχε σπίτι. Δεν είχε δουλειά. Δεν είχε λεφτά. Δεν είχε ψυχή.

Άγνωστος μεταξύ αγνώστων περπάτησε δίχως σκέψη, σκοπό και προορισμό.

Είναι δύσκολο πολύ να είσαι ο μόνος που ξέρει το μέλλον .

Αποφάσισε να πάει στο κέντρο. Περπάτησε τους δρόμους που πλέον ήταν άγνωστοι για εκείνον.

Έβλεπε πολλούς ανθρώπους. Αγόραζαν συνεχώς. Αγόραζαν τσιγάρα, αγόραζαν περιοδικά, αγόραζαν εμπειρίες, αγόραζαν σκέψεις, αγόραζαν αναμνήσεις, αγόραζαν το παρελθόν τους και αγόραζαν το μέλλον τους. Ολα ήταν προς πώληση και όλα ήταν προς αγορά.

Άρχισε να ζαλίζεται. Δεν αισθανόταν καλά. Κάποιος ρακένδυτος στον δρόμο του ζήτησε λεφτά. Δεν απάντησε και έφυγε γρήγορα από δίπλα του.

Ο κόσμος τον προσπερνούσε γρήγορα. Κανένας δεν τον έβλεπε, κανένας δεν του έδινε σημασία. Καμμιά φορά κάποιο μικρό παιδί τον κοιτούσε με οίκτο αλλά και αυτό απομακρυνόταν όταν η μητέρα ή ο πατέρας του το τραβούσε με βία από το χέρι.

Όλα ανούσια, όλα δίχως ουσία.

Περπάτησε πολλές ώρες. Έβλεπε γύρω του να κινούνται άνθρωποι που πλέον έγιναν υπάνθρωποι. Κυνηγούσαν το χρήμα και το χρήμα τους κυνηγούσε. Το χρήμα ήταν αυτοσκοπός.

Εκείνος ήξερε. Ηξερε πάρα πολλά. Ήξερε πως το τέλος ήταν κοντά και δεν μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό. Αισθανόταν ζωντανός μέσα σε φέρετρο που βυθιζόταν μέσα στο νερό και δεν μπορούσε να το ανοίξει και να βγει στην επιφάνεια. Η επιφάνεια ήταν μίλια μακριά. Βυθιζόταν σε ένα βούρκο που δεν είχε πάτο.

Ένα δέντρο βρισκόταν σε μια γωνία, βυθισμένο σε ένα άρρωστο χώμα. Σαν έκθεμα σε βιρτίνα το χάζευαν μερικοί περαστικοί και φεύγοντας μιλούσαν στο κινητό τους με ένα γνωστό, έναν φίλο.

Εκείνος δεν είχε φίλους, δεν είχε γνωστούς. Πιάστηκε στο ιστό της ζωής και η αράχνη τον πλησίαζε γοργά.

Ήθελε να φωνάξει αλλά η φωνή του ήταν άηχη.

Ένιωσε να πνίγεται. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Ήθελε να τρέξει.

Θυμήθηκε τον εαυτό του παιδί. Θυμόταν πως έτρεχε, πως γελούσε, πως δεν είχε ανάγκη τα λεφτά.

Θυμήθηκε τους φίλους του, θυμήθηκε τα παιχνίδια, θυμήθηκε τις χαρές και τις λύπες του.

Θυμήθηκε πως το μόνο που είχε σημασία ήταν η ζωή. Θυμήθηκε την φύση. Του άρεσε η φύση, του άρεσαν τα δέντρα, τα ποτάμια, η θάλασσα, τα βουνά, τα λουλούδια και ό,τι απλόχερα του χάριζε η φύση.

Σκέφτηκε πόσα πράγματα πέταξε και αρνήθηκε για χάρη του χρήματος.

Σκέφτηκε αυτά που έγιναν και εκείνα που θα γίνουν.

Είχαμε τη ζωή δίπλα μας, μέσα στα χέρια μας και την πετάξαμε βίαια μακριά.

Πλεον δεν τον ένοιαζαν οι γυμνόστηθες κοπέλες και οι κοιλιακοί φέτες.

Μακάρι να μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω.

Ήθελέ να ξαναγεννηθεί σε έναν άλλο κόσμο.

Άκουγε φωνές και κλάματα. Άκουγε την δυστυχία να απλώνεται σιγά σιγά γύρω του.

Δεν είχε επιλογές, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε.

Τίποτα δεν μπορούσε να αποτρέψει αυτόν τον πλανήτη από το χάος.

Έβλεπε παντού γύρω του μέλλοντες νεκρούς που κυνηγούσαν την ζωή μέσα από τα χρήματα. Έβλεπε διψασμένους ανθρώπους που μάζευαν νερό με σουρωτήρια. Έβλεπε πιστούς να προσκυνούν τα λεφτά γύρω από τον μεγάλο ναό του χρήματος.

Έβλεπε σκλάβους δίχως αλυσίδες. Έβλεπε την απομόνωση. Την προσωπική φυλακή του καθενός μας.

Έβλεπε κτίρια και σπίτια. Σπίτια κλειδωμένα και οι άνθρωποι μέσα τους ήταν φοβισμένοι.

Φοβόντουσαν να ζήσουν. Χωρίστηκαν μεταξύ τους. Ο καθένας μόνος του και όλοι για κανέναν.

Ο φόβος και ο τρόμος ήταν η καθημερινότητά τους. Πρέπει να ζήσουν και για να γίνει αυτό πρέπει να έχουν λεφτά.

Δίχως τα λεφτά δεν είσαι τίποτα.

Άρχισε να ανακατεύεται και όλα γυρνούσαν γύρω του. Κόσμος περνούσε βιαστικά γύρω του. Ήθελε να τρέξει. Να φύγει, να χαθεί.

Άκουγε φωνές, γέλια και πειράγματα. Άκουγε την φωνή του θανάτου να τον πλησιάζει τρέχοντας.

Άρχισε να τρέχει και εκείνος. Έτρεξε μέχρι που δεν μπορούσε να τρέξει άλλο.

Ζαλισμένος και εξουθενωμένος έφτασε στο χρηματιστήριο.

Κατάφερε και μπήκε μέσα.

Ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες.

Έφτασε στην κορυφή του χρηματιστηρίου.

Κοίταξε κάτω και είδε μια λίμνη από αίμα. Είδε φωτιες και ερείπια. Είδε τον θάνατο να απλώνεται και μια μαύρη σκιά να καλύπτει τα πάντα.

Είδε την κατάντια της ανθρώπινης ζωής.

Είδε ανθρώπους να σκοτώνουν ανθρώπους.

Είδε θανάτους, εκτελέσεις και αμαρτίες.

Τις αμαρτίες μας που δεν ξεπλένονται με τίποτα.

Είδε το άσκοπο της ζωής όλων μας. Μας ένιωσε όλους. Μας κατάλαβε όλους. Προσπάθησε να μας προειδοποιήσει αλλά δεν τα κατάφερε.

Είδε την λύπη κατάματα. Πλέον δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυα άλλο μέσα του. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί.

Τα μάτια του ήταν θολά. Δεν μπορούσε πλέον να δει. Ζαλιζόταν πολύ και δεν μπορούσε να αναπνεύσει.

Είναι στιγμές που τα πάντα είναι τίποτα.

Ξαφνικά παντού γύρω του απλώθηκε μια σιωπή. Μια σιωπή που τρυπούσε τα αυτιά.

Δεν ανέφεραν το όνομά του στις ειδήσεις. Δεν τον θυμόταν ούτε θα τον θυμάται κανείς.

Μόνο ένα παιδάκι φυλάει στο συρτάρι του μια ζωγραφιά από αυτό που είδε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου