Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

The Man - Επεισόδιο 6 - Το τέλος

Όπως μπορείτε να φανταστείτε τα πράγματα δεν ήταν πλέον τα ίδια. Για την ακρίβεια, πλέον η ιστορία ξετυλίχτηκε πολύ γρήγορα. Αλλά πριν προχωρήσω σε λεπτομέρειες της οικτρής μου ιστορίας, αφήστε με να σας διηγηθώ την τελευταία πώληση ηρωίνης που έκανα.

Κατευθύνθηκα στο Brooklyn για να συναντήσω τον Alex, ο οποίος μου τηλεφωνούσε συνεχώς και απλά ήθελα να το βουλώσει. Σταμάτησα να χρησιμοποιώ βαποράκια, έχοντας παρανοήσει και πιστεύοντας πως θα οδηγούσαν την αστυνομία πίσω σε εμένα. Έτσι πήγα στο Brooklyn μόνος μου, κοιτάζωντας συνεχώς δεξιά αριστερά σαν τύπος σε ταινία με κατασκόπους.

Ο Alex είχε μπει για αποτοξίνωση για λίγο καιρό, αλλά μιας και χτυπούσε το τηλέφωνο κατάλαβα ότι είχε ξανακυλήσει. Έφτασα αργά, πιθανώς δείχνοντας ατημέλητος και αποπροσανατολισμένος. Εάν δεις νεκρούς ανθρώπου γύρω σου, το "παιχνίδι" αρχίζει και χάνει την αίγλη του. Το σπίτι του Alex ήταν μία βρωμερή σκατότρυπα, χωρίς έπιπλα, μόνο με τα αναγκαία ώστε να είναι βιώσιμο. Μου άνοιξε την πόρτα και με έβαλε να κάτσω σε μερικά καφάσια που ήταν σκεπασμένα με κουβέρτες.

Ήταν εκεί με μία κοπέλα. Ο Alex έδειχνε χάλια. Ήταν 1,90, 70 κιλα και πλέον είχε το θολό βλέμμα και τα νευρικά τικ ενός εθισμένου. Ίδρωνε συνεχώς παρόλο που δεν είχε ζέστη. Σκέφτηκα ότι απλά τον είχαν σε πρόγραμμα μεθαδόνης, έτσι τα συμπτώματα του ήταν πολύ ήρεμα. Τίποτα δεν συγκρίνεται με τον εθισμό στην ηρωίνη και ο Alex το ήξερε αυτό. Το κορίτσι που ήταν μαζί του ήταν πολύ όμορφο. Μακριά μαύρα μαλλιά, χαριτωμένο πρόσωπο που έμοιαζε για ιταλικό και σκούρα καστανά μάτια. Αποκλείεται να ήταν μεγαλύτερη από 18 χρονών. Της έριξα μια βιαστική ματιά και κατάλαβα πως δεν έκανε χρήση. Ήταν πολύ ζωντανή. Ένα μέρος του εαυτού μου ανακατεύτηκε από τον οίκτο όπως όταν πούλησα στην Amanda. Δεν ήθελα να ξεκινήσει να παίρνει πρέζες.

“Πως σε λένε;” ρώτησα την κοπέλα

“Isabelle,” μου είπε, δίνωντας μου το χέρι της. Θυμάμαι η φωνή της ήταν μπάσα και πολύ αισθησιακή. Αναρωτιόμουν την δουλειά είχε με τον Alex.

“Είσαι νέα,” της είπα

“Γνωριστήκαμε στην αποτοξίνωση,” μου εξήγησε ο Alex, ξύνοντας τον λαιμό του. “Οι γονείς της την έβαλαν εκεί για χόρτο φίλε. Μπορείς να το πιστέψεις;” Η Isabelle δεν είπε τίποτα.

“Δεν καθάρισες μόλις;” τον ρώτησα. “Γιατί το ξανακάνεις αυτό;”

“Τι σε νοιάζει;” είπε η Isabelle. “Εσύ βγάζεις λεφτά.”

Ο Alex απλά γέλασε, αργά και λυπημένα. Ξέρω γιατί το κάνει. Γιατί όλο του το σώμα ποθεί τα οπιούχα, γιατί ο Alex είναι αδύναμος και αυροκαταστροφικός. Δε με νοιάζει. Αλλά η Isabelle δεν είναι χρήστης και για κάποιο λόγο είμαι χαρούμενος για αυτό.

“Πόσο θες;” ρώτησα. “Μπορώ να σου δώσω 20 σακουλάκια για 200 δολάρια.”
Πήρε τα σακουλάκια και ο Alex μου έδωσε τα λεφτά.

“Πως είσαι;” Με ρώτησε ο Alex καθώς σηκωνόμουν να φύγω. “Δεν είσαι μπλεγμένος σε μπελάδες;”

“Ναι,” είπα. Ήμουν έτοιμος να βγω από την πόρτα όταν πρόσεξα ότι ο Alex είχε δέσει το χέρι της Isabelle με μία ζώνη και ήταν έτοιμος να της βαρέσει μια ένεση. Σταμάτησα με το χέρι μου τη πόρτα και γύρισα πίσω.

“Τι σκατά κάνεις;” ρώτησα. Ο Alex με κοίταξε με ένα βλακώδες βλέμμα.

“Τι εννοείς;”

“Νόμιζα ότι δεν ήταν πρεζάκι εκείνη.”

Ο Alex με απάθεια. “Είναι περίεργη.” Άρχισε να γεμίζει τη σύριγγα καθώς η Isabelle κοιτούσε με βλέμμα που έδειχνε ότι βαριόταν

“Με κοροϊδεύεις;” είπα. “Μόλις βγήκες από την αποτοξίνωση και θες να βάλεις και αυτή τη κοπέλα σε αυτά τα σκατά; Έχει τελειώσει το σχολείο;”

Δεν ξέρω από που προέκυψε αυτή μου η αντίδραση. Αυτό που ξέρω είναι ότι είμαι πολύ τσαντισμένος αυτή τη στιγμή και ο Alex με νευριάζει ακόμη περισσότερο.

Ο Alex απλά γέλασε. “Ηρέμησε φίλε, όλα είναι χαλαρά.”

“Ναι,” είπε η Isabelle. “Δεν είναι δική σου δουλειά.”

“Δεν είναι δική μου δουλειά; Δεν είναι δική μου γαμημένη δουλειά;”

Κατευθύνθηκα κατά πάνω τους και ο Alex σηκώθηκε όρθιος, ξαφνικά ήταν φοβισμένος. Αλλά ήταν ψηλόλιγνος και αδύναμος και τον έσπρωξα στο πλάι. Πέταξε την βελόνα και εκείνη έπεσε ήσυχα στο ξύλινο πάτωμα.

Ξαφνικά σταμάτησα, νιώθοντας ανώδελος και άδειος.

“Κάνε ό,τι σκατά θέλεις. Μην μου τηλεφωνήσεις ξανά ποτέ.” Κλώτσησα την σύριγγα προς τον τοίχο και έφυγα από το σπίτι.


Μετά τις δολοφονίες στο Queens, ήξερα ότι έπρεπε να φύγω εκτός πόλης. Το να πουλάω ναρκωτικά και να βγάζω λεφτά ήταν μια χαρά, μπορούσα να ζήσω με αυτό. Αλλά στα όνειρά μου ξαναζούσα την σκηνή, τα μυαλά του Scrazzle Dazzle να πετάγονται στον τοίχο δίπλα μου, τα ουρλιαχτά της κοπέλας που ήταν εκεί. Όλα τα λεφτά του κόσμου δεν άξιζαν αυτούς τους εφιάλτες. Ακόμη είχα τα ναρκωτικά του Ferdinand και λεφτά στο διαμμέρισμα και ήξερα πως έπρεπε να βρω έναν τρόπο να φύγω, να τα παρατήσω, να αφήσω την Νέα Υόρκη και να βγάλω τον εαυτό μου από αυτή τη σκατοκατάσταση. Έπρεπε να ξεχάσω την εκπαίδευσή μου. Εάν δεν έκανα κάτι σύντομα μάλλον δε θα έφτανα ποτέ τα 20α μου γενέθλια.

ΔΙάβαζα τις εφημερίδες κάθε μέρα και έβλεπα τα πρωτοσέλιδα: Βία συμμοριών στον τριπλό φόνο στο Queens. Οι μπάτσοι συνέλαβαν τον μαλάκα που ο Paul άφησε το όπλο, αλλά ήξερα ότι οι κατηγορίες δεν θα ευσταθούσαν. Οι μπάτσοι ήταν ηλίθιοι αλλά όχι τόσο. Ήταν θέμα χρόνου να συνδέσουν το όπλο με τον Paul, και τελικά να συλλάβουν και εμένα. Άρχισα να σκέφτομαι τι θα λέγαν οι γονείς μου εάν έμπαινα στην φυλακή ισόβια για φόνο. Άρχισα να καταρρέω.

Δεν έτρωγα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Δεν εμπιστευόμουν κανέναν. Η Elise ήρθε σπίτι μου για να μαγειρέψει και με ρώτησε τι έχω. Της είπα ότι ίσως ήμουν κρυωμένοςI. Συνειδητοποίησα ότι κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα μου ήταν ένα ψέμα. Δεν είχα κανέναν να στραφώ.

Είχα μαζέψει περίπου 60 χιλιάδες δολάρια. Δεν μπορούσα να τα καταθέσω πουθενά. Σκέφτηκα να αγοράσω ένα αεροπορικό εισιτήριο και να πάω σε μία ξένη χώρα, αλλα το να τριγυρνάω στο αεροδρόμιο αγοράζοντας υπερατλαντικά εισιτήρια με ένα μάτσο λεφτά σίγουρα θα κινούσε υποψίες. Όταν η Elise δεν ήταν στο σπίτι πήρα το όπλα και το κοιτούσα λίγη ώρα πριν αποφασίσω να πάω μια βόλτα και να το πετάξω στο ποτάμι. Ποιον κορόιδευα; Δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω.

Ο Paul μου τηλεφώνησε, μου έλεγε ότι κρατούσε χαμηλό προφίλ και ότι πιθανώς να μην επικοινωνούσαμε για λίγο καιρό. Συμφώνησα χωρίς δισταγμό. Εάν δεν τον ξαναάκουγα ποτέ θα ήμουν χαρούμενος. Ήμουν κλεισμένος στο διαμμέρισμά μου για λίγες μέρες ώσπου επικοινώνησε μαζί μου ο Ferdinand. HΉθελε να βρεθούμε στο Washington Square Park για να συζητήσουμε. Με διαβεβαίωσε ότι θα τα κανόνιζε όλα. Δεν ήμουν τόσο σίγουρος. Τον ρώτησα εάν θα ήταν εκεί και ο Paul και μου είπε όχι. Διαστακτικά συμφώνησα να βρεθούμε.

Ήταν ένα γκρίζο μίζερο απόγευμα, υγρό και βροχερό, ήταν από εκείνες τις ημέρες που η φύση ήξερε ακριβώς πως νιώθεις. Ο Ferdinand καθόταν σε ένα παγκάκι, έτρωγε ένα φαλάφελ και πετούσε κομματάκια στα περιστέρια. Κάθισα δίπλα του.

“Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω,” είπε ο Ferdinand. “Συγνώμη που τα πράγματα εξελίχθηκαν τόσο χάλια τις προάλλες. Αλλά οι μπάτσοι συνέλαβαν αυτόν τον τύπο που παγίδεψε ο Paul. Δεν έχουν τίποτα εναντίον μας.”

“Θα καταλάβουν ότι κάτι τρέχει,” είπα. “Ο τύπος δεν πυρονόλησε με το όπλο. Και ένας από τους φίλους σου πυροβόλησε με διαφορετικό όπλο. Δεν θα τους κοροιδέψουμε.”

Ο Ferdinand κοίταξε ευθία για αρκετή ώρα. “Οι μπάτσοι απλά θέλουν να συλλάβουν κάποιον για τα μάτια του κόσμου”. “Δεν τους νοιάζει εάν έχουν τον σωστό τύπο αρκεί να μην έχουν τα ΜΜΕ στην πλάτη τους.”

“Στα αλήθεια πιστεύεις ότι δεν θα ασχοληθούνε με ένα τριπλό φονικό;” ρώτησα, η φωνή μου υψώθηκε λιγάκι. “Γιατί δεν νομίζω ότι θα το ξεπεράσουν έτσι απλά!”

“Θα ανησυχήσω αν και όταν έρθει η ώρα,” είπε ο Ferdinand. “Αλλά δε χρειάζεται να ανησυχείς. Έχω καλυμμένα τα νώτα σου. Έχω ένα καινούριο μεγάλο ντηλ και θέλω να το αναλάβεις προσωπικά. Κάποιοι τύποι στο Brooklyn θέλουν να κάνουν μια μεταφορά. Πέντα κιλά. 500 χιλιάδες δολάρια. Τα 50 είναι δικά σου.”

Κοίταξα τον ψυχρό συννεφιασμένο ουρανό. 50 χιλιάδες ήταν πολλά λεφτά. Δεν ήθελα να βοηθήσω τον Ferdinand άλλο πια, αλλά δεν ήξερα τι θα έκανε εάν του έλεγα όχι.

“Έχεις έτοιμοι την συναλλαγή;” ρώτησα. “Γιατί με χρειάζεσαι εμένα;”

“Δέξου το σαν συγνώμη για τις αποτρόπαιες σκηνές που εξελίχτηκαν στο Queens. Θέλω αυτή η συναλλαγή να γίνει μόνο μεταξύ εμένα και εσένα. Κανείς άλλος δε ξέρει. Ένα ωραίο μπόνους για τους εαυτούς μας.”

“Ο Paul δεν ξέρει;” ρώτησα.

“Κανένας δεν ξέρει,” είπε ο Ferdinand. “Ήταν λάθος μου να ανακατέψω τον Paul στις δουλειές μας. Δε θέλω να μας βάλει ξανά σε μπελάδες.”

ΤΟ σκέφτηκα λίγο. Είπα ναι. Ο Ferdinand μου είπε να τον συναντήσω σε μια διεύθυνση στο Delancey Street το επόμενο βράδυ.

Αργότερα την ίδια μέρα με πήρε τηλέφωνο ο Van the Man. Δεν είε νέα μου και είχε αρχίσει να ανησυχεί. Αιστθάνομαι ένα περίεργο συναίσθημα συμπόνιας και του είπα να έρθει εάν θέλει από το σπίτι μου να τα πούμε από κοντά. Καταλαβαίνω πως έχει μείνει στο περιθώριο από τον Paul και τον Ferdinand και ασιθάνομαι λίγο άσχημα για εκείνον. Όλον αυτό τον καιρό έβγαζα χρήματα, όσο εκείνος φτιαχνόταν και έσκαβε όλο και πιο βαθιά τον λάκκο του.

Ο Van the Man ήρθε από το σπίτι μου και για πρώτη φορά ήμουν χαρούμενος που έβλεπα τις μακριές τζίβες του και το βλακώδες βλέμμα του. Συνηδειτοποιώ ότι είναι ο μόνος που τον θεωρώ φιλό μου. Τον ρώτησα εάν ήθελε καθόλου ηρωίνη και σοκαρίστηκα όταν μου είπε πως δε θέλει. Μπήκε ε πρόγραμμα μεθαδόνης και προσπαθεί να απεξαρτιτοποιηθεί. Καθήσαμε και μιλήσαμε για λίγη ώρα. Αναρωτιέμαι για πόσο καιρό θα καταφέρει να μείνει μακριά από την πρέζα. Είναι προφανές ότι δε ξέρει σχετικά με τα γεγονότα στο Queens. Μιλάει γρήγορα και είναι πολύ χαρούμενος και αναρωτιέμαι μήπως είναι λίγο μεθυσμένος. Ανοιγοκλείνει το στόμα του τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνω να επεξεργαστώ τι λέει.

“Πως πάνε οι δουλειές;” με ρώτησε.

“Καλά όπως πάντα φαντάζομαι,” είπα.

“Άκουσα ότι έχει ένα μεγάλο ντηλ αύριο;”

“Που το άκουσες αυτό;” είπα χωρίς να δώσω πολύ σημασία.

“Άκουσα τον Paul που μιλούσε στο τηλέφωνο. Ακούστηκε σαν πολύ καλή συναλλαγή.”

“Ε, ξέρεις είναι πιθανώς...”

Σταμάτησα στη μέση της πρότασής μου.

“Τι τρέχει;” ρώτησε ο Van the Man.

Θυμήθηκα την κουβέντα μας νωρίτερα την ίδια μέρα με τον Ferdinand. Είδα τις λέξεις να σχηματίζονται με το στόμα του. Μου είπε ότι δεν θέλει τον Paul στις δουλειές μας πια. Είπε ότι μόνο εγώ και εκείνος ξέραμε για το ντηλ.

Αλλά ο Paul ξέρει για το ντηλ. Πράγμα που σημαίνει ότι ο Ferdinand μου έλεγε ψέμματα. Πράγμα που σημαίνει ότι κάτι πάει λάθος. Βασικά, κάτι πάει πολύ λάθος σε αυτή την ιστορία.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν η Elise. Θέλει να μάθει εάν μπορεί να περάσει από το σπίτι μου. Της είπα όχι. Θα βρω κάποια δικαιολογία. Γύρισα προς τον Van the Man και εκείνος κατάλαβε από το βλέμμα μου ότι κάτι πάει στραβά.

“Πρέπει να κρυφτείς,” του είπα. “Μη μιλήσεις στον Ferdinand. Ειδικά μη μιλήσεις στον Paul. Φύγε από την πόλη εάν μπορείς και ξεφορτώσου τυχόν ναρκωτικά που ακόμη έχεις.”

“Τι τρέχει;” ρώτησε ο Van the Man, δίχως να έχει καταλάβει.

“Πρέπει να φύγεις,” του είπα. “Πρέπει να με εμπιστευτείς φίλε. Δεν θέλω να πάθεις εσύ τίποτα.”

Να'τη πάλι αυτή η αστεία λέξη, εμπιστοσύνη. Όλα πάντα καταλήγουν πίσω σε αυτήν.

Ο Van the Man είναι ακόμη προβληματισμένος, αλλά βλέπει τον φόβο στα μάτια μου και αυτό είναι ισχυρό κίνητρο. Έφυγε και συνειδητοποιώ πως εάν θέλω να βγω έξω από αυτή την ιστορία, δεν πορώ να εμπιστευτώ κανέναν εκτός από τον εαυτό μου.

Μάζεψα από το διαμμέρισμα όλη την ηρωίνη που είχε απομείνει, σχεδόν μισό κιλό και την έβαλα στη τσάντα μου. Δεν ξέρω ακριβώς τι μου ετοιμάζουν ο Paul και ο Ferdinand, αλλά είτε προσπαθούν να με σκοτώσουν είτε να με πουλήσουν στους μπάτσους. Πρέπει να κάνω μερικά τηλεφωνήματα.

Πήγα σε ένα καρτοτηλέφωνο και κάλεσα το αστυνομικό τμήμα του Queens. Του είπα ότι έχω πληροφορίες για το τριπλό φονικό. Μετέφεραν τη γραμμή σε έναν βαριεστημένο ντετέκτιβ που τον έλεγαν Peters.

Του είπα κάποιες πληροφορίες για τη σκηνή του εγκλήματος και ξαφνικά έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

“Πως σε λένε;” με ρώτησε. Δεν απάντησα.

“Βρήκατε δακτυλικά αποτυπώματα στο όπλο που μπορείτε να ταυτοποιήσετε;” ρώτησα. Ο ντετέκτιβ Peters σταμάτησε για μια στιγμή.

“Υπάρχει μισό αποτύπωμα σε ένα περιοδικό που δε μπορούμε να ταυτοποιήσουμε. Γνωρίζεις τίποτα για αυτό;”

Του δίνω το όνομα του Paul και του λέω να κάνει μία έρευνα. Φαντάστηκα ότι ο Paul πιθανώς να έχει μπλέξει μερικές φορές στο παρελθόν και είναι πολύ πιθανό τα αποτυπώματά του να βρίσκονται στο αρχείο. Έκλεισα το τηλέφωνο.

Πήγα σε ένα δεύτερο καρτοτηλέφωνο μερικά τετράγωνα πιο κάτω και πήρα τον Paul. Σήκωσε το τηλέφωνο και ακούστηκε φοβισμένος.

“Paul,” είπα. “Ξέρω για το σχέδιο του Ferdinand. Ο Ferdinand σου είπε ότι θα φέρει μερικά τσιράκια του αύριο στο ντηλ και θα προσπαθήσουν να με σκοτώσουν, σωστά; Ξέρω ότι νομίζεις ότι εγώ είμαι το θύμα, αλλά στην αλήθεια το παιχνίδι είναι εναντίον σου. Θα σκοτώσει εσένα, όχι εμένα.”

Σκέφτομαι ότι ο Ferdinand μάλλον θέλει να μας σκοτώσει και τους δύο, αλλά δεν το είπα στον Paul αυτό.

“Τι σκατά” είπε ο Paul και κατάλαβα από τη φωνή του ότι ήταν πολύ σοκαρισμένος. Και τότε, νευρικός και αγχωμένος σα μικρό παιδάκι μου είπε, “Γιατί να το κάνει αυτό;”

“Δεν έχει σημασία. ΑΥτό που έχει σημασία είναι ότι θέλω να μας ξεμπλέξω και τους δύο από αυτή την ιστορία. Έρχομαι από το σπίτι σου σε λίγη ώρα για να συζητήσουμε πως θα ξεμπλέξουμε.”

Ο Paul συμφώνησε και κατάλαβα από τον τόνο της φωνής του ότι δε με κορόιδευε αλλά ότι ήταν φοβισμένος και με εμπιστευόταν. Είμαι και ο ίδιος πολύ φοβισμένος αλλά αυτή είναι η μόνη μου ευκαιρία να καταφέρω να βγω έξω από αυτή την ιστορία. Πήρα τη τσάντα μου και πήγα στου Paul.

Χτύπησα την πόρτα του Paul και φώναξα το όνομά μου. Έβγαλε τον σύρτη και μπήκα μέσα στο σπίτι. Κρατάει ένα όπλο στο χέρι του και δείχνει σαν να έχει καταναλώσει τόνους από την κόκα του Ferdinand. Δεν με σημαδεύει με το όπλο, το χαμήλωσε και με κοίταξε έτοιμος να κλάψει.

“Συγνώμη φίλε, συγνώμη που πήγα να σε προδώσω, είμαι απλά φοβισμένος φίλε και αυτοί οι τύποι που σκότωσα, δεν θέλω να πάω στη φυλακή.”

“Ηρέμησε,” του είπα. “Άκουσε με, όλα θα πάνα καλά. Πρέπει να κατουρήσω, έρχομαι σε ένα λεπτό.”

Ο Paul συμφώνησε αλλά το βλέμμα του ήταν κενό, σαν να ήταν στον κόσμο του. Μπήκα στη τουαλέτα του Paul και έβγαλα την ηρωίνη. Την έβαλα μέσα στο καζανάκι και το τράβηξα για να μη καταλάβει ο Paul τίποτα. Ύστερα βγήκα έξω.

“Εσύ και ο Ferdinand δουλεύετε μαζί για αρκετό καιρό, σωστά;” ρώτησα. Ο Paul μου έγνεψε καταφατικά.

“Φαντάζομαι πως ναι. Είμαι το δεξί του χέρι. Ήμουν." είπε με ένα τόνο περηφάνειας. “Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θέλει να με γαμήσει έτσι. Έχεις καθόλου ηρωίνη φίλε; Θα ήθελα πολύ να βαρέσω μια ένεση.”

“Μια ένεση είναι το τελευταίο πράγμα που θέλεις,” είπε. “Άκου τι θα κάνουμε. Έχω μπράβους που ο Ferdinand δεν γνωρίζει. Μπορούμε να του τη φέρουμε εκεί που δεν το περιμένει. Νομίζεις ότι μπορείς να φέρεις τον Ferdinand εδω πέρα;”

“Τι να του πω;”

“Δεν ξέρω. Πες του μια δικαιολογία. Πες του ότι θέλετε να μιλήσετε για δουλειές.”

“Θα φέρει και τα τσιράκια του μαζί του.”

“Δε πειράζει. Έχω πολλούς μπράβους. Όταν τελειώσετε τη κουβέντα σας, θα τους παγιδεύσουμε καθώς βγαίνουν. Κανένας δε θα επιζήσει. Μετά θα φύγει από τη Νέα Υόρκη. Δε θα υπάρχει κανένα στοιχείο που να σε συνδέει με τους φόνους.”

“Τι θα γίνει με εσένα;”

“Με εμένα;” ρώτησα. “Είτε θα νοηθήσουμε ο ένας τον άλλον είτε θα πεθάνουμε και οι δύο. Δε θα σε πουλήσω. Κάνε το τηλεφώνημα.”

Ο Paul σήκωσε το ακουστικό και τηλεφώνησε στον Ferdinand. Του είπε ότι θέλουν να μιλήσουν για αύριο. Μιλήσαν λίγο ακόμη και ο Paul έκλεισε το τηλέφωνο.

“Είναι στη Chinatown,” είπε ο Paul. “Θα είναι εδώ σύντομα.”

“Οκ,” είπα. “Πάω να φέρω τους μπράβους μου. Θα σου τηλεφωνήσω όταν όλα είναι κανονισμένα, οκ;”

“Εντάξει,” είπε ο Paul. “Ευχαριστώ.”

“Απλά κράτα τον Ferdinand και τα τσιράκια του για αρκετή ώρα εδώ,” είπα. “Όλα θα πάνε ρολόι.”

Έφυγα από το διαμμέρισμα του Paul και έτρεξα να βρω ένα καρτοτηλέφωνο. Όταν βρήκε ένα, κάλεσα το αστυνομικό τμήμα του Queens και ζήτησα για τον ντετέκτιβ Peters. Σήκωσε το τηλέφωνο με πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τη πρώτη φόρα που μιλήσαμε.

“Έψαξες τα στοιχεία που σου είπα;” ρώτησα.

“Ο τύπος που μας είπες ταιριάζει,” είπε ο ντετέκτιβ Peters και ακούστηκε πολύ ενθουσιασμένος. “Ο Paul Hawthorne, πρώην στρατιωτικός, τον έδιωξαν λόγο ψυχολογικών προβλημάτων. Αυτό εξηγεί πολλά, σκέφτηκα. “… και έχει συλληφθεί για κατοχή ηρωίνης,” συνέχισε. Μόλις τελειώσαμε με το ένταλμα.”

“Υπέροχα,” είπα

“Τι άλλο μπορείς να μου πείς;” ρώτησε ο Peters.

Του έδωσα τη διεύθυνση του Paul.

“Μία δοσοληψία ναρκωτικών θα γίνει σε περίπου 10 λεπτά, θα πρέπει να βιαστείτε. Εϊναι όλοι οπλισμένοι, έτσι ίσως χρειαστεί να φέρεις ειδικευμένους αστυνομικούς.”

Έκλεισα το τηλέφωνο και κατευθύνθηκα προς κάτι στενά κοντά στο σπίτι του Paul ώστε να έχω οπτική επαφή. Μερικά λεπτά αργότερα είδα ένα αμάξι να πλησιάζει και είδα έναν οργισμένο Ferdinand και δύο τσιράκια του να κατευθύνονται προς το σπίτι του Paul. Μετά από 10 λεπτά το κτίριο ήταν περικυκλωμένο από αστυνομικούς και εγώ έφυγα από το μέρος. Δίχως να κοιτάξω πίσω.



Μία εβδομάδα αργότερα άρχισα να πακετάρω τα πράγματά μου ώστε να φύγω από την πόλη, όταν άκουσα έναν χτύπο στην πόρτα μου. Κοίταξα από το ματάκι και ήταν δυο ντετέκτιβ που βρίσκονταν έξω από την πόρτα μου. Τους άφησα να μπουν μέσα και έδειχναν αρκετά συνεσταλμένοι. Μου συστήθηκαν. Με ρώτησαν το όνομά μου και του είπα το αληθινό μου όνομα.

“Μετακομίζετε;” ρώτησε ο ένας από αυτούς.

“Η ζωή στην πόλη δεν είναι για εμένα,” είπα. “Πολύ άγχος.”

“Πηγαίνεις στο πανεπιστήμιο;” ρώτησε ένας από τους δύο.

“Ναι, στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης,” είπα, “αλλά πιθανώς να μετακινήσω την υποτροφία μου σε κάποιο άλλο πανεπιστήμιο.”

“Ο ανηψιός μου πηγαίνε στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης,” είπε ο ένας ντετέκτιβ. “Πολύ καλό πανεπιστήμιο.”

Έγνεψα θετικά. “Οπότε, υπάρχει κάποιο πρόβλημα;”

“Ακολουθήσαμε κάποιες πληροφορίες μας. Ένας τύπος που συλλάβαμε την προηγούμενη εβδομάδα μας είπε ότι διακινούνται ναρκωτικά σε αυτή τη διεύθυνση. Πιθανώς είναι ψέμματα όπως όλες οι πληροφορίες που παίρνουμε από άτομα που έχουν συλληφθεί, αλλά είπαμε να ρίξουμε μια ματιά. Αλλά φαίνεσαι πολύ καλό παιδί σε εμένα.”

Χαμογέλασα. “Μπορείτε να ψάξετε το διαμμέρισμά μου εάν θέλετε.”

Αυτό έκαναν, αλλά έριξαν φευγαλέες ματιές σε κάθε δωμάτιο. Προφανώς αισθάνονταν ότι έχαν τον χρόνο τους. Είχα πετάξει το παλιό κινητό μου. Δεν είχα πλέον άλλα ναρκωτικά. Το μόνο πράγμα που είχα ήταν 60 χιλιάδες δολάρια κάτω από το ξύλινο πάτωμά μου, αλλά οι ντετέκτιβ δεν κοίταξαν εκεί. Φαντάστηκα πως κάποιος από τα τσιράκια του Ferdinand με κάρφωσε..

Ο Paul και ο Ferdinand σκοτώθηκαν όταν οι αστυνομικοί μπήκαν στο σπίτι. Ο Paul τράβηξε το όπλο του και οι αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν. Δεν ξέρω σε ποια στιγμή ο Ferdinand σκοτώθηκε αλλά ήξερα πως ήταν νεκρός. Τα δύο τσιράκια του Ferdinand παραδώθηκαν, αλλά οι αστυνομικοί σύνδεσαν το όπλο με τις δολοφονίες και πιθανώς θα μπουνε στη φυλακή ισόβια. Φαντάζομαι έδωσαν τη διεύθυνσή μου στην προσπάθειά τους να τους δωθούν ελαφρυντικά.

Οι μπάτσοι βρήκαν την ηρωίνη στη τουαλέτα του Paul και μια μεγάλη λίστα επαφών στο κινητό του και πίστεψαν πως αυτό ήταν ο έμπορος. Φαντάζομαι οι μπάτσοι σκέφτηκαν πως τα γεγονότα στο Queens έγιναν για ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Μια εφημερίδα έδωσε έυσημα σε έναν “μυστηριώδη πληροφοριοδότη,” και γέλασα λιγάκι όταν το διάβασα. Αλλά ακόμη ήθελα να βγω εκτός της πόλης. Δεν ήξερα εάν τίποτα τσιράκια του Ferdinand με έψαχναν, αλλά αρκετός κόσμος ήξερε τη φάτσα μου. Ποτέ δεν έμαθα τι απέγινε ο Van the Man. Είμαι σίγουρος ότι θα πέθανε από υπερβολική δόση ή θα κατέληξε στη φυλακή, αλλά ένα μικρό κομμάτι του εαυτού μου πιστεύει πως "καθάρισε" και παίζει μουσική σε μπαρ ή διάφορα άλλα μέρη, εξαπλώνοντας την ρέγκε μουσική με την μικρή κιθάρα του.

Οι γονείς μου ήταν απογοητευμένοι. Τους είπα πως δεν ήμουν ευχαριστημένος από την Οικονομική σχολή του πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Τους είπα πως ήθελα να πάω σε κάποια άλλη σχολή και ίσως να γίνω καθηγητής Αγγλικών. Τα 60 χιλιάρικα θα με βοηθούσαν να ορθοποδήσω και να πληρώνω το νοίκι μου για λίγο καιρό, αλλά πλέον θα ζούσα κανονικά. Είχα τα τυχερά μου, μια ζωή βγαλμένη από όνειρα και εφιάλτες. Ήταν πολύ ωραία για λίγο αλλά θθα με σκότωνε αργά η γρήγορα. Η Elise ήταν λυπημένη που έφευγα.

Οι μπάτσοι ρώτησαν που ήμουν τη νύχτα των φόνων στο Queens και η Elise μου έδωσε άλλοθι. Θυμήθηκε την ημέρα γιατί ήταν τα γενέθλια του πατέρα της. Δεν είχε ιδέα ότι είχα φύγει από το κρεβάτι εκείνη την νύχτα.

“Συγνώμη που ξοδέψαμε τον χρόνο σου,” είπε ο ένας από τους αστυνομικούς. “Φαίνεσαι καλό παιδί. Καλή τύχη σε όποιο πανεπιστήμιο κι αν αποφασίσεις να πας.”

Έφυγαν, και αυτό ήταν. Σύντομα μετά από αυτό το γεγονός, εγκατέλειψα τη Νέα Υόρκη. μουν λίγο μικρότερος από 20 χρονών.

Κάθε πόλη έχει τον άνθρωπό της. Δεν τον αναγνωρίζεις πάντα όποτε τον βλέπεις στον δρόμο ή σε ένα καφέ. Εάν έχεις 26 δολάρια στο χέρι σου, μπορεί να γίνει φίλος σου. Ο τύπος αυτός αργεί συχνά, αλλά πάντα φτάνει. Εγώ ήμουν αυτός ο τύπος για λίγο καιρό και είναι αρκετά δύσκολο. Ο τύπος αυτός δεν θα υπάρχει για πολύ σε αυτόν τον κόσμο. Θα άφηνα κάποιον άλλο να είναι αυτός ο τυπός από εδώ και πέρα. Ήμουν εντάξει με αυτό. Υπήρχαν αρκετοί τύποι να πάρουν τη θέση μου. Γιατί στο τέλος, όσο μακριά και να πας, πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα περιμένει τον άνθρωπό του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου