Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

The Man - Επεισόδιο 4 - Το παρελθόν με κυνηγάει

Είχα πουλήσει όλη την ηρωίνη του Big L και είχα μαζέψει 180 χιλιάδες δολάρια, αλλά πλέον δεν περίμενα τον Big L να κουβαλήσει τον κώλο του και να τα εισπράξει. Άρχισα να αγοράζω πράγματα, τίποτα ιδιαίτερο, λίγα γκατζετάκια και έπιπλα ώστε να κάνω το σπίτι μου βιώσιμο. Αγόρασα μια τηλεόραση πλάσματος, ένα υπέρδιπλο κρεβάτι, ένα υπολογιστή τελευταίας τεχνολογίας και διάφορες άλλες μαλακίτσες. Όλα με μετρητά.

Το εξάμηνο στο πανεπιστήμιο τελείωνε και οι βαθμοί μου ήταν σκατά. Κινδύνευα να χάσω την υποτροφία μου, αλλά εκείνη την περίδο με απασχολούσαν μόνο οι "δουλειές" μου. Βρήκα και μία κοπέλα, την έλεγαν Elise, για την οποία θα μιλήσω αργότερα. Κοιμήθηκα με μπόλικες γυναίκες όσο ήμουν φτιαγμένος από κόκα σε διάφορα πάρτυ η κλάμπ ή οπουδήποτε αλλού. Άρχισα να πιστεύω ότι είχα αρχίσει να εθίζομαι στην κοκαίνη. Δεν ήταν μεγάλος εθισμός, αλλά διάολε, όποτε βρισκόμουν με τον Ferdinand νόμιζα ότι παίζαμε στην ταινία Scarface (Σημαδεμένος). Ήταν υποχρεωτικό να κάνουμε μερικές γραμμές πριν αρχίσουμε να μιλάμε για μπίζνες.

Ήταν πανεύκολο να πουλάω το πράμα του Ferdinand. Ο Paul και ο Van the Man δεν με απογοήτευσαν με το πελατολόγιο τους, και τα τσιράκια του Ferdinand, μερικά Ισπανόφωνα λυκειόπαιδα, κατάφεραν να σταματήσουν να με βγάζουν για ντήλια έξω από το σπίτι μου, πράγμα που μείωσε δραστικά την παράνοιά μου. Το πράμα του Ferdinand δεν ήταν όσο καλό ήταν αυτό του Big L, ωστόσο πουλιόταν σαν καραμέλες, και αισθανόμουν ότι ήμουν άφθαρτος πλεον. Πούλησα ηρωίνη σε πολλούς μουσικούς, καλλιτέχνες, γιάπιδες και φυσικά φοιτητές.

Ξέρω ότι όλα ακούγονται πολύ όμορφα και ωραία, αλλά υπήρχαν και άσχημες στιγμές. Έπρεπε να κάνω τα μεγάλα ντηλ μόνος μου και συνήθως μετέφερα το προϊόν στους καλύτερους πελάτες μου αυτοπροσώπως. Ο πρώτος θάνατος από υπερβολική δόση που είδα ήταν μια καμπή στην αψεγάδιστη μέχρι στιγμής καριέρα μου. Ήταν ένας κακός οιωνός για το μέλλον.

Έκανα μια παράδοση σε έναν τύπο που λεγόταν Mike και ο οποίος ζούσε στο κέντρο, ήταν πολύ φιλικός τύπος και είχε γίνει πλούσιος ανοίγωντας μια διαδικτυακή επιχείρηση. Ο Mike ήταν ένας κοινωνικός και πρόσχαρος τύποςμε τεράστια μπράτσα και μερικούς προσωπικούς δαίμονες που τον βασάνιζαν. Ήταν ο πιό γυμνασμένος πρεζάκιας που είχα γνωρίσει, για αυτό είχα μείνει έκπληκτος όταν πήγα στην τουαλέτα του να κατουρήσω και βγαίνοντας τον βρήκα νεκρό στο πάτωμα με την βελόνα στο χέρι του. Τα μάτια του ήταν ακόμη μισάνοιχτα και είχε μια απαίσια έκφραση έκστασης στο προσωπό του που πιθανώς θα θυμάμαι μέχρι τη μέρα που θα πεθάνω. Σκούπισα τον αφρό από το στόμα του και δοκίμασα να του παρέχω τις πρώτες βοήθειες αλλά δεν κατάφερα τίποτα. Ακόμη και σήμερα δεν ξέρω γιατί πέθανε από υπερβολική δόση. Ήταν πιθανό να τα γάμησα δίνοντάς του το τελευταίο σακουλάκι του Big L μετά που βαρούσε ενέσεις από την λιγότερο δυνατή πρέζα του Ferdinand. Αλλά δεν νομίζω να το έκανα αυτό το λάθος. Μερικές φορέ πιέζεις την ένεση και είναι σαν ρώσικη ρουλέτα φαντάζομαι. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το εξηγήσω.

Άρχισα να φρικάρω λιγάκι, προσπαθώντας να σκεφτώ τι έπρεπε να κάνω. Τελικά άρπαξα τα υπόλοιπα ναρκωτικά μου, κάλεσα το 166 και άφησα το τηλέφωνο ανοιχτό. Μερικές φορές σκέφτομαι το τι έγινε και πείθω τον εαυτό μου ότι οι γιατροί κατάφεραν να τον επαναφέρουν, αλλά αμφιβάλλω. Όταν είσαι νεκρός, είσαι νεκρός, και δεν είχε απομείνει ίχνος ζωής στα μάτια του Mike.

Μερικές μέρες αργότερα χτύπησε η πόρτα μου. Άνοιξα τις 5 ή παραπάνω κλειδαριές μου και είδα τον αδερφό του Big L να βρίσκεται στην εξώπορτα, ο οποίος λεγόταν Scrazzle Dazzle. Έτρωγε μια σακούλα ηλιόσπορους και έφτυνε τα τσόφλια στο χαλί μου.

"Μη φτύνεις αυτή τη μαλακία στο πάτωμά μου!" είπα, χαρούμενος που το είδα. Αγκαλιαστήκαμε. "Που σκατά ήσουν; Είχα αρχίσει να ανησυχώ.”

Ο Scrazzle Dazzle κάθησε στο τραπέζι της κουζίνας. Ήταν άπλυτος και ταλαιπωρημένος, φαινόταν σαν να μην είχε κοιμηθεί αρκετά τον τελευταίο καιρό. Συνέχισε να μασάει τους ηλιόσπορους και τακτικά τους έφτυνε. Του έφερα ένα πιάτο.

“Προβλήματα στο σπίτι μου,” είπε. “Κάποιος κάρφωσε τον Big L. Θα κάνει τριάντα χρόνια στο Trenton.”

“Κάποιος τον κάρφωσε;” είπα. “Ποιός;”

“Δεν ξέρω, αλλά ολόκληρη η δίωξη ήρθε στο σπίτι μας. Όλα πήγαν σκατά.”

“Τι σκατά συνέβη;”

“Γιατί νομίζεις ο Big L σου έδωσε αυτά τα κιλά; Δεν ήταν μια γαμημένη επένδυση. Ο Big L ήξερε ότι οι μπάτσοι θα τον έπιαναν. Έπρεπε να ξεφορτωθεί όσο περισσότερο πράμα μπορούσε το συντομότερο.”

Έτσι εξηγείται γιατί ο Big L μου έδωσε αυτά τα κιλά. Όχι επειδή ήμουν έμπιστος και ικανός έμπορος. Αλλά γιατί ήδη θεωρούσε αυτά τα χρήματα χασούρα, και ήταν η τελευταία προσπάθειά του να μπερδέψει την δίωξη που θα τον παρακολουθούσε εδώ και καιρό.

“Δεν με έδωσε, έτσι δεν είναι;” είπα, αρχίζοντας να τρομάζω. “Η δίωξη δεν ξέρει για εμένα;”

“Μπα,” είπε ο Scrazzle Dazzle, φτύνωντας ακόμη έναν ηλιόσπορο στο πιάτο.

Τότε χτύπησε το τηλέφωνο του Scrazzle Dazzle. Απάντησε και μίλησε με μερικά μουγκρητά και στο τέλος είπε "εντάξει, καλά είναι έτσι" και έκλεισε το τηλέφωνο.

“Ποιός ήταν;”

“Η γαμημένη η μάνα μου. Είναι έτοιμη να πάθει έμφραγμα. Όλα διαλύονται πίσω στο σπίτι.”

“Σκατά,” είπα. Δεν ήξερα εάν η σύλληψη του Big L ήταν κάτι καλό ή κάτι κακό. Αλλά είχα αρχίσει να καταλαβαίνω τι γύρευε ο Scrazzle Dazzle σπίτι μου, και σίγουρα δεν ήταν για να θυμηθούμε τα παλιά. “Φαντάζομαι είσαι εδώ για το μερίδιο από τα λεφτά.”

Τότε μόλις, δύο πελώριοι τύποι μπήκαν αφού έσπασαν την πόρτα και κρατούσαν όπλα. Ο ένας κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Άρχισα να συνειδητοποιώ πως αυτοί ήταν οι μπράβοι που μου πρότεινε ο Big L να βρω.

Ο Scrazzle Dazzle σηκώθηκε σε δευτερόλεπτα από την καρέκλα και τράβηξε ένα πιστόλι από τη μέση του και με σημάδεψε με αυτό.

“Μπα, όχι το μερίδιό μου, όλα τα γαμημένα λεφτά μου!” Θυμάμαι με περίεργη ακριβεια την έμφαση που έδωσε στις τρεις τελευταίες λέξεις, γαμημένα λεφτά μου. Κόλλησε στο μυαλό μου για πάντα.

Εάν δεν σας έχουν σημαδέψει ποτέ με όπλο, δεν μπορείτε να καταλάβετε τον γαμημένο τρόμο που νιώθει κανείς, τον ευνουχισμό, το τρομαχτικό αίσθημα ότι είσαι αβοήθητος. Κάθε ένστικτο στο σώμα σου, σου λέει να τρέξεις και να κρυφτείς πίσω από κάτι. Άρχισα να τρέμω από το φόβο. Δεν μπορούσα να σχηματίσω λέξεις. Θυμάμαι έναν από τους μπράβους να φωνάζει “Που είναι τα ναρκωτικά! Που είναι τα ναρκωτικά! Φέρε τα γαμημένα λεφτά και τα ναρκωτικά!”

Ο Scrazzle Dazzle με το όπλο στο κεφάλι μου με οδήγησε στο υπνοδωμάτιο. Άνοιξα το χρηματοκιβώτιο, καταφέρνωντας να το κάνω αυτό με την πρώτη προσπάθεια. Μέσα υπήρχαν περίπου 90 χιλιάδες δολάρια και μισό κιλό ηρωίνης. Παρακαλάω τον Scrazzle Dazzle να μην πυροβολήσει, πέφτω στα γόνατα, σχεδόν κλαίω.

“Που είναι τα υπόλοιπα λεφτά;” φώναξε.

“Τα ξόδεψα!” φώναξα, λέγωντας την πιο ηλήθιο πράγμα που θα μπορούσα να πω. Δεν ήμουν χαζός. Ήξερα ότι υπήρχε πιθανότητα να με κλέψουν και είχα φτιάξει μια "καβάντζα" κάτω από το ξύλινο πάτωμα και είχα κρύψει τα υπόλοιπα χρήματα και ναρκωτικά κάτω από εκεί. Αλλά ήμουν και πολύ τσαντισμένος και δεν υπήρχε καμμία περίπτωση να δώσω όλα τα ναρκωτικά και χρήματά μου στον γαμημένο πισώπλατο Scrazzle Dazzle. Το γεγονός ότι αυτή μου η ατάκα μπορούσε να με σκοτώσει, δεν το σκέφτηκα παρά μόνο πολύ αργότερα. “Σόρυ φίλε!”

“Θα έπρεπε να σε σκοτώσω!” είπε ο Scrazzle Dazzle, πιέζοντας το όπλο στο κεφάλι μου. Ο ένας από τους μπράβους άρπαξε το χέρι του.

“Ηρέμησε, Scraz, υπάρχει κόσμος σε αυτό τον όροφο.” Ο Scrazzle Dazzle ταρακούνησε το κεφάλι του. Με κοίταξε με οίκτο.

“Έχουμε προϊστορία και έτσι δεν θα σε σκοτώσω. Έχεις μία εβδομάδα να μου φέρεις άλλα 100 χιλιάρικα, αλλιώς θα γυρίσω και τότε θα σε σκοτώσω στα αλήθεια, το έπιασες?”

Δεν είπαν τίποτα άλλο. Έβαλαν τα πράγματα σε μια σακούλα και έφυγαν βιαστικά από την πόρτα.

Μπουσούλησα μέχρι το μπάνιο και ξέρασα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου