Ο East Third Street βρίσκεται ανάμεσα στις λεωφόρους A και B στο ανατολικό Μανχάταν. Ως 18χρονος, το να μετακομίζω σε ένα διαμμέρισμα στη Νέα Υόρκη με δύο κιλά ηρωίνης, ήταν τρομαχτικό αλλά ταυτόχρονα τόσο γοητευτικό. Σίγουρα αυτοί οι δρόμοι δεν ήταν άγνωστοι σε ναρκωτικά, αλλά υπήρχε κάποιου είδους καθαρότητα σε αυτούς λες και είχαν αποδεχτεί τις βρωμιές τους και συνθηκολόγησαν μαζί τους. Ήμουν τυχερός που έφτασα εκεί εκείνη την περίοδο. Λίγα χρόνια πιο πριν η Νέα Υόρκη ήταν μία τρώγλη των Πορτορικανών "Loisaidas", απατεώνων και άλλων αδίστακτων τύπων. Σήμερα, με τον περίεργο τρόπο που η Νέα Υόρκη αγκαλιάζει τις απομονωμένες και αφιλόξενες γειτονιές της, ήταν ένα τρέντυ σημείο για τους φοιτητές και τους γιάπηδες. Πλέον ήταν πιο έυκολο να ανοίξω ένα "μαγαζί" δίχως να γίνω "αλοιφή" από κάποιον ντήλερ.
Θυμάμαι που ξετύλιξα την ηρωίνη μόλις έφυγαν οι γονείς μου, σαν παιδάκι που ανοίγει το χριστουγεννιάτικο δώρο του. Έβαλα την ηρωίνη πάνω στο κρεβάτι μου, για εμένα ήταν δύο μεγάλα καφετί τούβλα, αλλά μάλλον στην πραγματικότητα ήταν μια βαλίτσα γεμάτη λεφτά. Ο Big L ήταν ενθουσιασμένος. Μου έλεγε πως θα κατάφερνα να πουλήσω το κάθε κιλό για 100 χιλιάδες. Ωστόσο εγώ ήμουν λιγότερο οπτιμιστής, ήξερα ότι οι τιμές στο Μανχάταν ήταν πολύ χαμηλότερες από ότι στο Camden, αλλά έπρεπε να βγω έξω να "δοκιμάσω τα νερά". Εάν όλα πήγαιναν όπως τα υπολόγιζα, έπρεπε να περιμένω γύρω στις 150 χιλιάδες από τα δύο μου κιλά. Ο Big L μου έδινε το 15%, άρα θα κέρδιζα περίπου 20 χιλιάδες για εμένα, λιγότερα από τα μελλοντικά μου έξοδα. Ο Big L μου είπε να βρω προστασία στο Queens, μου είπε θα τη χρειαζόμουνα, αλλά ήμουν σίγουρος ότι θα έβρισκα καλύτερη προστασία μόνος μου, τύπους που θα εμπιστευόμουν και όχι κλέφτες που θα τραβούσαν την προσοχή του κόσμου.
Υπάρχει ένα σημείο στη βιογραφία του Malcolm X που μου αρέσει πολύ, μιλάει για την εποχή που έμενε στην Βοστώνη και περιγράφει την ζωή των απατεώνων όπως εμένα. Λέει πως δεν μπορείς να είσαι απατεώνας μερικές φορές, και εξηγεί πως πρέπει να ζεις σαν απατεώνας, να μυρίζεις σαν απατεώνας. Πρέπει να είναι στο μυαλό σου σε κάθε σου βήμα. Από τη στιγμή που ξετύλιξα τις δύο σακούλες, άρχισα να ζω σαν απατεώνας, στο περιθώριο.
Κάθισα στο στρώμα δίπλα στην ηρωίνη, σκεπτόμενος το μέλλον. Ό,τι ήξερα για το "παιχνίδι" το έμαθα από την παρατήρηση, παρατηρώντας τα κόλπα στις πωλήσεις και τα λάθη από τα αρχάρια βαποράκια στο Camden. Πήγα αγόρασα μία ψηφιακή ζυγαριά, μικρά σακουλάκια και ένα χρηματοκιβώτιο. Όταν γύρισα σπίτι ζύγισα 20 γραμμάρια και το χώρισα στα σακουλάκια και έβαλα όλη την ηρωίνη στο χρηματοκιβώτιο. Ο Big L μου είχε μιλήσει για την ποιότητα της ηρωίνης, την περιέγραψε ώς "αρκετά ισχυρή". Δεν είχα ιδέα από ποιότητα και ισχύ τότε, αλλά ήξερα ότι αυτά τα ναρκωτικά θα πουλούσαν τον εαυτό τους πολύ εύκολα, αρκεί να μπορούσα να βρω πελάτες με διακριτικό τρόπο. Συνήθως χώριζα την ηρωίνη ανά 1 γραμμάριο και πρόσθετα λίγο παραπάνω μέσα γιατί σκέφτηκα πως αυτό θα με γλύτωνε από μερικές υπερβολικές δόσεις. Εάν οι πελάτες σου είναι ικανοποιημένοι με τη δόση τους, δεν υπάρχει λόγως να πάρουν παραπάνω και έπειτα να πεθάνουν από υπερβολική δόση. Ένας θάνατος από υπερβολική δόση σήμαινε ένας πελάτης λιγότερος και το κέρδος μου ήταν ο σκοπός μου.
Τα δίχτυα μου ήταν απλωμένα και ήμουν έτοιμος για το ψάρεμα. Πήγα στις εστίες της σχολής μου για να βρω κάποιες επαφές και κάποιους αγοραστές. Ήμουν συνεχώς σε κάθε πάρτυ, δωμάτιο εστίας και γενικά σε κάθε μέρος όπου νέοι μαζεύονταν όλοι μαζί και έπαιρναν πολλά ναρκωτικά.
Εάν δεν έχετε επισκεφτεί ποτέ δωμάτια εστίας, είναι δύσκολο να καταλάβετε πόσο διεφθαρμένα είναι τα πράγματα εκεί μέσα. Ήξερα ότι το πανεπιστήμιο είχε φήμη για τον ηδονιστικό τρόπο ζωής του, αλλά είχα σοκαριστεί και ο ίδιος όταν το είδα μπροστά μου. Πολλοί φοιτητές συσωρεύονταν στις τουαλέτες ρουφώντας κράκ, άλλοι καπνίζαν συνεχώς χόρτο και παίρναν περισσότερα χάπια και από τη γιαγιά μου. Η πρώτη εβδομάδα πριν αρχίσουν τα μαθήματα ήταν ένα είδος Διονυσιακού οργίου, λόγω αυτής της αφθονίας ναρκωτικών και ποτού. Ήμουν περικυκλωμένος από πέντε κορίτσια στη κουζίνα, καμμία δεν ήταν αρκετά μεγάλη για να αγοράσει αλκοόλ, όμως ρουφούσαν γραμμές στο τραπέζι με μεγάλη χάρη. Το ίδιο το πανεπιστήμιο φοβόταν να επέμβει εξαιτίας των μηνύσεων που θα ακολουθούσαν αναπόφευκτα έπειτα από τις κατηγορίες για χρήση και πώληση ναρκωτικών από πλούσια λευκά παιδιά. Σκέφτηκα ότι δεν θα ήταν τόσο δύσκολο να δημιουργήσω την "αγορά" μου.
Όταν ρωτούσα για ηρωίνη, προσπαθούσα να είμαι διακριτικός:
“Ε παιδιά εσείς ξέρετε τίποτα για πρέζες;”
“Ξέρω έναν τύπο που μπορεί να σου βρει καλό πράμα.”
“Δοκίμασες ποτέ τίποτε δυνατότερο από αυτό το πράμα;”
Αλλά φαινόταν πως η ηρωίνη ακόμη ήταν στιγματισμένη ενώ όλα τα άλλα ναρκωτικά όχι. Ήταν κάτι για το οποίο κανείς δεν μιλούσε, αλλά εμένα με τσάντιζε μιας και όποια πόρτα άνοιγες έβλεπες μέσα 10 παιδιά να ρουφάνε γραμμές. Την πρώτη εβδομάδα δεν κατάφερα να πουλήσω τίποτα. Τότε γνώρισα τον Paul.
Είχα γνωρίσει ένα κορίτσι, μια φοιτήτρια, και με είχε καλέσει σε ένα πάρτυ. Ο Paul στεκόταν σε έναν τοίχο φορώντας μία φτηνή μπλούζα και μιλούσε σε μία κοπέλα. Δεν υπήρχαν εξωτερικά σημάδια που έδειχναν πως είναι χρήστης, αλλά η διαίσθησή μου, μου έλεγε να τον έχω στα υπόψιν. Πρόσεξα τα μικρά μαύρα δαχτυλίδια γύρω από τα μάτια του, το βάρος του φαινόταν λίγο μικρότερο για το σουλούπι του. Όταν έφυγε και πήγε στη τουαλέτα, τον ακολούθησα. Μπήκε μέσα και εγώ περίμενα απο έξω παριστάνωντας πως πλένω τα χέρια μου. Τελικά βγήκε έξω με μία μαστουρωμένη λάμψη στα μάτια του και πλέον ήμουν σίγουρος. Τον σταμάτησα.
“Έι φίλε,” Είπα με ένα μεγάλο χαμόγελο. “Έχω ένα πράμα που δε θα σε στέλνει τρέχωντας στη τουαλέτα κάθε δύο ώρες. Είναι φοβερό πράμα που θα σε κρατάει όλη τη μέρα.”
Κοντοστάθηκε. Ήμουν πολύ νέος και αδύνατος για να είμαι αστυνομικός, και το χαμόγελό μου του έλεγε "Ξέρω τι έκανες εκεί μέσα φίλε, αλλά δε με πειράζει. Το έχω ξαναδεί.”
“Ξέρεις πολύ κόσμο σε αυτή τη πόλη;” ρώτησα, εννοώντας “ξέρεις πολύ κόσμο που παίρνει πρέζες;”
Ο Paul συνήλθε λίγο από τη ζαλάδα του και μου χαμογέλασε. “Πως δεν ξέρω,” είπε. “Ψάχνεις για ανθρώπους;”
“Ίσως. Ξέρεις, εάν με φέρεις σε επαφή με μερικά άτομα, ίσως μπορέσω να σε φέρω επαφή με ένα πολύ καλό πράμα.”
“Ναι, έχεις καθόλου πάνω σου;”
“Όχι, έχω στο σπίτι μου όμως.”
“Θέλεις να πάμε να μου το δείξεις;”
“Μπα,” είπα. “Θα σου φέρω λίγο στο σπίτι σου. Δεν χρεώνω τη μεταφορά.”
Υπήρχε ένα περίεργο φαινόμενο σε όλα τα πρεζάκια. Για κάποιο λόγο, η ανοχή τους ανέβαινε όποτε παίρναν πρέζες σε καινούρια μέρη. Μια ιδιαιτερότητα του εγκεφάλου μάλλον. Υπέθεσα πως αυτός ο τύπος δε θα είχε τέτοιο πρόβλημα για να βαράει σε τουαλέτες, αλλά δεν ήξερα πόσο καθαρό ήταν αυτό που έπαιρνε, και είχα σκοπό να τον γνωρίσω σε μια πολύ δυνατή ηρωίνη. Μου είπε ότι τον λένε Paul, και μου έδωσε τη διεύθυνσή του. Μένει σε ένα διαμέρισμα στο Brooklyn και τον συνάντησα εκεί μια ώρα αργότερα με μερικά σακουλάκια.
Είμαι πεπεισμένος πλέον ότι ο Paul δεν ήταν πάρα πολύ εθισμένος στην ηρωίνη αλλά στη διακύμανση. Μετρούσε τα πάντα στη ζωή του με όρους ανόδου και πτώσης, κέρδους και ζημιάς. Για αυτό παράτησε τη σχολή του για να γίνει βαποράκι. Κάθε τι στη ζωή του ήταν ένα κυνήγι της "ευτυχίας", είτε ήταν μια δόση πρέζας, είτε βγάζωντας 1 χιλιάρικο σε ένα βράδυ. Του έδειξα τα σακουλάκια και αρχίσαμε να μιλάμε.
“Πόσο κάνουν?” ρώτησε ο Paul, κοιτώντας απεγνωσμένα την πρέζα, μια συνήθεια που είχε κάθε πρεζάκι και θα μάθαινα πολύ καλά.
“Τίποτα,” είπα και ο Paul κοίταξε με απορία. “Απλά δοκίμασέ τη και πες μου πως σου φαίνεται.”
Ο Paul έβγαλε τις βελόνες του, το λάστιχό του και γενικά όλα τα συμπραγκαλά του. Βάρεσε την πρέζα και ξάπλωσε στον καναπέ του, τα μάτια του έλαμπαν.
“Αυτό το πράγμα είναι πραγματικά καλό,” ξεστόμισε με κόπο. “Γαμώ! μου φαίνεται είσαι ο άνθρωπός μου.”
“Μπορείς να βρεις περισσότερους πελάτες για εμένα;” ρώτησα. “Βρες μου πολλούς ανθρώπους και θα σου δίνω μερίδιο. Και περισότερο από αυτό το πράμα.”
“Βέβαια φίλε ξέρω πολλούς φοιτητές εδώ που παίρνουν. Και μερικούς μουσικούς επίσης. Μπορώ να σε γνωρίσω σε πάρα πολύ κόσμο.”
Άφησα τον Paul να αράξει στον καναπέ για λίγο, όταν ξαφνικά κάποιος χτύπησε δυνατά τη πόρτα και άρχισε να ουρλιάζει. Παραλίγο να χεστώ πάνω μου. Ο Paul γέλασε.
“Αυτός είναι ο Van the Man, ένας φίλος μου. Πήγαινε άνοιξέ του.”
Άνοιξα την πόρτα για να δω έναν κοντό λιγδιάρη τύπο με ράστα και το ένα μάτι μεγαλύτερο από το άλλο.
“Γιοοοοοοοο,” φώναξε μακρόσυρτα. “Μαστουρώνετε εδώ παιδιά;”
Του έδωσα μερικά σακουλάκια και του ίδιου, και ο Van the Man βάρεσε και αυτός. Γέλασε σαν κοριτσούδι και μαζεύτηκε σαν μπάλα στο πάτωμα. Σκέφτηκα πως ο Paul είχε κάτι λειτουργικό πάνω από τους ωμους του, αλλά ο Van the Man με φρίκαρε τελειώς. Δεν ήξερα εάν ήθελα να αναμιχθεί στη δουλειά μου. Αργότερα κατάλαβα ότι ήταν λίγο χαζούλης αλλά είχε καλή καρδιά. Στο μέλλον ο Van the Man θα με βοηθούσε με το εμπόριο, ενώ ο Paul θα αποδείκνυε πως ήταν μεγαλύτερος μπελάς. Ο Paul εξήγησε την κατάσταση στο Van the Man και φάνηκε να ενθουσιάζεται. Του έδωσα το τηλέφωνό μου και του είπα να με ενημερώσει εάν είχε νέα.
Όλα δούλεψαν ρολόι και την επόμενη μέρα ο Paul μου τηλεφώνησε για να μου μιλήσει για την Amanda, και από τότε το τηλέφωνο δε σταμάτησε να χτυπάει ποτέ. Δεν ήταν λάθος να σκεφτώ πως ο Paul και ο Van ήταν χωμένοι βαθιά μέσα στα ναρκωτικά, τις πρώτες δύο εβδομάδες έστειλαν τόσο κόσμο στο διαμέρισμά μου που αναγκάστηκα να τους πω να ηρεμήσουν γιατί είχα αγχωθεί με το ρυθμό που μπαινόβγαινε κόσμος στο σπίτι μου. Μια τεράστια γραμμή νευρικών φοιτητών ήρθε στο σπίτι μου, μαζί με μερικά πιο hardcore πρεζάκια, πιθανώς άστεγοι. Πάντα άφηνα τους επισκέπτες μου να κάθονται μισή ώρα, αλλά δεν ήθελα να με καταλάβουν οι Ισπανόφωνοι και οι συμμορίες κοντά στην λεωφόρο C. Μάζεψα 5 χιλιάδες σε δύο εβδομάδες, τα οποία διπλασιάστηκαν και έπειτα τετραπλασιάστηκαν τον επόμενο μήνα, καθώς η διαφήμιση από στόμα σε στόμα δούλεψε. Υπήρχε επίσης και έλλειψη καλής ηρωίνης, έτσι οι δουλειές πήγαιναν όλο και καλύτερα.
Η δουλειά πήγαινε καλά. Ακόμη δεν έκανα μεγάλα ανοίγματα, αλλά όλα τα μικροπρεζάκια μου έδιναν αρκετά χρήματα. Οι σπουδές μου υπέφεραν. Το να πηγαίνω στο μάθημα και να κάνω τις εργασίες μου έγινε δευτερεύων στη περίπτωσή μου. Δεν είχα αρκετούς φίλους εκτός από τους ανθρώπους στους οποίους πουλούσα ναρκωτικά, αλλά για τη στιγμή, ήμουν στη κορυφή του κόσμου.
Ωστόσο έβλεπα προβλήματα στο μέλλον.
Δεν μπορούσα να κάνω όλη τη δουλειά μόνος μου, ειδικά αν δεν ήθελα να τρελλαθώ. Εμπιστεύτηκα τον Paul και τον Van, αλλά δεν ήξερα για πόσο καιρό θα μπορούσα να τους εμπιστευτώ. Τους πλήρωνα κυρίως σε ηρωίνη και τους πετούσα μερικά δολλάρια από εδώ και από εκεί. Ήταν πολύ σημαντικοί για εμένα στην αρχή, αλλά όπως λέει και ένα ρητό, μην εμπιστευτείς ποτέ ένα πρεζάκι, και πιο αληθινά λόγια δεν έχουν ειπωθεί ποτέ. Είχα να ανησυχώ και για την αστυνομία επίσης. Δεν μπορούσα να σκεφτώ για το μερίδιό μου σε αυτό το σημείο, και ο εγωισμός μου δεν είχε μεγαλώσει ακόμη ώστε να με οδηγήσει σε μπελάδες. Ακόμη είχα να ανησυχώ για την οργάνωση των χρημάτων μου και τις τιμές. Σκέφτηκα ότι ίσως χρειαζόμουν κάποιον που να ξέρει καλύτερα το πεζοδρόμιο και να βλέπει τι γίνεται γύρω και ποιος μιλάει για τι. Είχα μπλεχτεί έτσι ξαφνικά με ένα σπριντ. Τώρα ήταν καιρός να βάλω όλες μου τις δυνάμεις και να αρχίσω να τρέχω τον μαρθώνιο.
Είχα πουλήσει περίπου 80 χιλιάδες δολλάρια ηρωίνης πριν γνωρίσω τον Ferdinand.
Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου