Θυμάμαι τη στιγμή που γνώρισα τον Ferdinand σε ένα καφέ κοντά στην Δυτική Fourth Street. Έφτασα νωρίς και κάθισα έξω, τρίβωντας μερικά μπισκότα με το χέρι μου ώστε να ταΐσω τα περιστέρια. Ήταν ένα καυτό καλοκαίρι, δίχως ίχνος αέρα και ήλιο που δεν σε άφηνε να ανασάνεις. Ο Ferdinand έφτασε και τα μαύρα μακριά μαλλιά του ανέμιζαν. Ήταν ψηλός και άχαρος, σαν ένα ρομπότ που είχε συναρμολογηθεί σε ακριβείς κάθετες γωνίες. Κάθησε δίπλα μου χαμογελώντας.
“Είναι πολύ ωραίο αυτό το ζεστό καλοκαίρι,” είπε με μία υποψία περίεργης προφοράς. “Σε 15 χρόνια η Νέα Υόρκη θα είναι όπως την Costa del Sol.”
Βέβαια κάνω πλάκα. Στην πραγματικότητα ο Ferdinand δεν είπε τίποτα έυγλωττο. Ήταν ένας επιχειρηματίας και οι επιχειρηματίες έχουν ένα πράγμα στο μυαλό τους.
Τον Ferdinand τον γνώρισα μέσω του Paul, ο οποίος μας σύστησε σε ένα νυχτερινό μπαρ του οποίου το όνομα δεν θυμάμαι. Ο Paul υποστήριξε ότι ο Ferdinand με είχε ακόυσει στην πιάτσα και ενδιαφερόταν να μου κάνει κάποια "πρόταση συνεργασίας". Στο μέλλον θα ανακάλυπτα ότι πιθανότατα ο Paul ήξερε τον Ferdinand πολύ καιρό πριν γνωρίσει εμένα.
Σαν "νεογνό" είμαι ακόμη αρκετά ψαρωμένος. Το γεγονός ότι άλλοι άνθρωποι είχαν ακούσει για εμένα με φόβιζε λιγο, πίστευα ότι ήμουν προστατευμένος κάτω από μια μαγική ασπίδα η οποία με έκανε αόρατο σε όλους τους ανταγωνιστές εμπόρους ναρκωτικών. Ο Ferdinand μου είπε κάτι όταν πρωτογνωριστήκαμε που πάγωσε το αίμα μου. Μου είπε ότι "κάποιος" με είχε βάλει στόχο και ότι είχα περίπου 2 λεπτά ζωής γιατί κάποιος θα με πυροβολούσε πίσω από το κεφάλι. Το είπε αυτό με ένα απλό χαμόγελο, λες και μιλούσαμε για τον καιρό. Μετά από λίγο είπε ότι ήταν χαρούμενος που δεν ήμουν νεκρός γιατί είχα μια ιδέα που θα βοηθούσε και τους δύο μας.
Δεν είχα ίδεα αν έλεγε την αλήθεια, αλλά τα λόγια του με πέταξαν κάτω από το ψηλό άλογό μου και με οδήγησε στην πραγματικότητα μέσα σε λιγα γαμημένα δευτερόλεπτα. Ο Ferdinand ποτέ δεν μου αποκάλυψε ποιοί ήταν οι συνεργες του, με ποια συμμορία δούλευε, αλλά από την εμφανισή του θα έλεγα ότι είναι μέλος μίας Πορτορικανής συμμορίας, τους Loisaidas. Μου είπε ότι εμπορευόταν κυρίως κόκα. Ήταν υπεύθυνος για την μεταφορά ναρκωτικών, έβρισκε κορόιδα στα λιμάνια και εξασφάλιζε ότι θα περνούσαν από τα τελωνεία απρόσκοπτα και τα ναρκωτικά θα κατέληγαν στα χέρια των εμπόρων. Ικανών εμπόρων, όπως εγώ. Πρόσφατα έκανε ντήλια με κάποια νέα άτομα και άρχισε να εμπορεύεται Ηρωίνη αλλά όχι τόσο καλή όσο το πράμα που πουλούσα εγώ. Μιλήσαμε λίγο παραπάνω και κανονίσαμε την συνάντηση στο MacDougal Street, μία όμορφη, ουδέτερη τοποθεσία.
Τα λόγια του με φόβισαν, αλλά ανακάλυψα ότι όλα αυτά ήταν δείγματα Πορτορικανής ανδρείας. Εάν με ήθελαν στα αλήθεια νεκρό, θα ήμουν ήδη νεκρός, αλλά εγώ ακόμη περπατούσα. Ο Ferdinand δεν ήξερα με ποιους συνεργαζόμουν και μπορούσα να του πουλήσω μούρη, ότι δήθεν μπορούσα να κάνω ζημιά σε αυτόν και στη δουλειά του. Η Fourth Street ήταν αρκετά ασφαλής, εκείνη την περίοδο. Θα άκουγα τι είχε να μου προτείνει.
Σε αυτό το σημείο είχα αρχίσει να έχω σοβαρές απορίες σχετικά με τον Big L. Είχα μαζέψει κοντά στα 80 χιλιάρικα στο διαμερισμά μου και κανείς δεν είχε ελέγξει τι κάνω και αν έχω ακόμη τα λεφτά. Ο Big L μου είχε πει να επικοινωνώ μαζί του από καρτοτηλέφωνο, για προφανείς λόγους, αλλά δεν είχα καταφέρει να του μιλήσω για 2 εβδομάδες. Κάθε φορά που δοκίμαζα να τηλεφωνήσω με χαιρετούσε ο τηλεφωνητής ο οποίος μου εκμυστηρευόταν πως ο Big L δεν ήταν εκεί γύρω και πως ήταν καλύτερο να τηλεφωνήσω ξανά αργότερα. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Ο Big L μου είχε φορτώσει μία μικρή περιουσία, ικανή για να μπορέσω να φύγω ακόμη και από τη χώρα και να ξεκινήσω άνετα να ζω σε ένα τροπικό μέρος αν ήθελα. Αλλά εγώ δεν το έκανα αυτό. Εμπιστευόμουν τον Big L και εκείνος εμπιστευόταν εμένα και η έλλειψη επικοινωνίας ήταν ένα τουλάχιστον συνταρακτικό γεγονός.
Πίσω στον Ferdinand. Καθίσαμε έξω από το καφέ και ήπιαμε καφέ. Ήταν μια ευχάριστη μέρα, γεμάτη κόσμο, έτσι η κουβέντα μας άρχισε να πηγαίνei προς την επαγγελματική πρόταση του Ferdinand.
“Οκ, ποιό είναι το ντηλ;” ρώτησα. “Τι ψάχνεις;”
“Έναν συνεργάτη,” είπε ο Ferdinand. "Είσαι απλά ένα παιδί, αλλά είσαι έξυπνο παιδί. Πόσα έχεις βγάλει όσο είσαι μέσα στο παιχνίδι; 100 χιλιάδες; 200 χιλιάδες;”
Ήταν εύστροφος, εγώ προσπαθούσα να μην χαμογελάσω, αλλά ακόμη και έτσι έλαμπα σαν ένα γυαλιστερό μιράζ. Προσπαθούσε να με κολακεύσει, ίσως. Αλλά εγώ δεν είπα τίποτα.
“Πόσο έμπιστος είναι ο προμηθευτής σου;” ρώτησε ο Ferdinand, σαν να διάβαζε το μυαλό μου σχετικά με τον Big L και την πρόσφατη εξαφάνιση του. “Έχεις ποιοτικό προϊόν. Καλύτερο από οτιδήποτε έχω δει εδώ γύρω. Προφανώς είσαι η βιτρίνα κάποιου, πιθανώς από το Jersey ή το Delaware; Σου δίνουν το μερίδιο που σου αξίζει;”
Η ικανότητα του να καταλαβαίνει τους άλλους με ηρέμησε λίγο. Αναρωτιόμουν εάν είχα βρει έναν συμπαίκτη στο παιχνίδι το ίδιο έξυπνο όπως εγώ. Ξέρω ότι δεν ήξερε τίποτα από αυτά από τον Paul ή τον Van, διότι δεν τους είχα πει τίποτα.
“Δεν θα εμπιστευόμουν πολύ τον Paul,” συνέχισε ο Ferdinand. “Είναι πρεζάκι και θα σε γαμήσει όταν βρει κάποια καλύτερη ευκαιρία στην αγορά.”
Ήθελα να του πω ακριβώς το ίδιο και για αυτόν αλλά προτίμησα να πω “Δεν στηρίζομαι σε τίποτα παραπάνω στον Paul πέρα από το να μου βρει περισσότερα πρεζάκια. Και ξέρει αρκετά πρεζάκια.”
“Άκουσέ με,” είπε ο Ferdinand, καθώς έσκυψε στο τραπέζι και σχεδόν έριξε τον εσπρέσσο του. Μύριζε σαν έναν ακριβό συνδυασμό ακριβής κολώνιας και τσιγάρων. “Έχω τα λιμάνια δικά μου. Ένα πλοίο που κουβαλάει πρέζα θα έρθει πολύ σύντομα, αλλά εγώ δεν ξέρω από πρέζες, εγώ ξέρω από κόκες. Χρειάζομαι κάποιον που να ξέρει πως να την διανέμει στην αγορά. Μπορώ να σου βρω βαποράκια που θα ασχολούνται με τις μικροαγορές. Μπορώ να σιγουρέψω ότι κανένας δεν θα σε γαμήσει, ότι κανένας δεν θα μάθει ποτέ που μένεις. Έχω μπόλικους ανθρώπους που με βοηθάνε. Έχω φίλους στην Αστυνομία της Νέας Υόρκης, απλά για να σιγουρέψω ότι δεν θα σε ακολουθεί κανείς. Και μπορώ να σου δώσω καλό μερίδιο, δεν είμαι σίγουρος ότι θα είναι μεγαλύτερο από αυτό που παίρνεις τώρα αλλά στοιχηματίζω ότι θα είναι. Ίσως 30%; Μπορώ να το κάνω αυτό γιατί είμαι πλούσιος και εσύ θα με κάνεις ακόμη πιο πλούσιο.”
Δεν είπα τίποτα και κοίταξα καλά τον Ferdinand, προσπαθώντας να κρατηθώ όσο πιο σοβαρός μπορούσα. Με κοιτούσε με ένα περίεργο βλέμα, με ένα βλέμα ανθρώπου που ήταν ικανός να ελέγχει. Δεν τον εμπιστευόμουν πολύ, αλλά η απληστία μου ήταν το κίνητρό μου εκείνες τις εποχές, και η απληστία έχει έναν τρόπο να σταματάει την λογική σκέψη και να τυφλώσερ ακόμη και τους πιο λογικούς ανθρώπους.
“Τι θα γίνει με τον προμηθευτή μου;” ρώτησα. “Τι θα κάνω με αυτόν;”
Ο Ferdinand κοίταξε απαξιωτικά. “Τι θέλεις σχετικά με αυτόν; Μπορείς να παίζει και μαζί του αν θες, αρκεί να βγάζεις λεφτά και για εμένα. Το τι κάνεις στον ελεύθερό σου χρόνο δεν με απασχολεί καθόλου.”
Τραβήχτηκε πίσω στη θέση του και γέλασε.
“Έχω πουλήσει ναρκωτικά σε ηθοποιούς του Χόλυγουντ, σε γνωστούς ροκ σταρ, σε πολιτικούς,” είπε. “Οδηγάω μια Porsche. Η μαύρη αγορά βρίσκεται εκεί έξω με δέντρα που βγάζουν χρήματα, περιμένωντας κάποιον να πάρει τους καρπούς τους. Είναι εκεί έξω αν θες.”
“Εντάξει,” είπα. “Πότε θα παραλάβω το πρώτο φορτίο;”
Οι άνθρωποι με ρωτούσαν πως αισθανόμουν ηθικά για τις συναλλαγές μου, εάν ένιωθα τύψεις ή ενοχές για τους ανθρώπους που σίγουρα σκότωσα η γάμησα τη ζωή τους με το προϊόν μου. Τώρα μπορώ να σας πω ότι η απάντηση δεν είναι τόσο απλή, όπως ότι ήμουν χαρούμενος ή δυστυχισμένος όταν πουλούσα πρέζες. Όπως κάθε δουλειά, μερικές μέρες ήταν καλύτερες από τις άλλες, μερικές φορές ένιωθα πως ήμουν στην κορυφή του κόσμου, κάποιες άλλες φορές έβλεπα κάποιο πρεζάκι με βυθισμένα μάτια, αδύνατο, που ικέτευε για τη δόση του και ένα μικρό μέρος μου αισθανόταν οίκτο. Μερικές φορές δεν χρειαζόταν να το βλέπω τελειώς ορθολογικά. Δεν έβαζα το πιστόλι στον κρόταφο σε κάθε πρεζάκι λέγοντας να βάλει την βελόνα στο χέρι του αλλιώς θα του τίναζα τα μυαλά στον αέρα. Δεν δούλευε έτσι.
Ποτέ δεν ακούμπησα την ηρωίνη, και ποτέ δε θα το κάνω. Αυτό που έκανα ήταν να προσφέρω μια υπηρεσία ώστε να καλύψω μία ζήτηση που υπήρχε ανεξάρτητα από εμένα. Εάν σταματούσα να πουλάω, ένας νέος ντήλερ θα ερχόταν στη γειτονιά που πουλούσα, μέσα σε μια βραδιά. Η ηρωίνη ήταν απλή. Έπαιρνα την μαλακία μου από ανθρώπους, το πιθανότερο Ρώσσους ή Κινέζους, ο οποίοι πιθανώς να το πήραν από τον Osama που πότιζε τις παπαρούνες του στο Αφγανιστάν. Δε με ένοιαζε. Ποτέ δεν ήξερα την διαδικασία μεταφοράς των ναρκωτικών. Όταν ο Ferdinand μου παρέδωσε το πρώτο μισό κιλό από το πράμα του, τα πράγματα ξεκίνησαν να απογειώνονται.
Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου