Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Οι κόρες

Ξέχειλες όχθες, ψυχρές πηγές
Ποτάμι καυτό να ρέει αργά,
Τραχιά αξίνα σκάβει βαθιά
Μηλίγγιο πόνο χτυπά, και ξανά,
Σε βαθιές, υπόγειες κόγχες
Κόρες μόνες λούζονται μ'αλάτι
Ό,τι κι αν λεν δεν θεν να κρυφτούν
Ρωγμές άχαρες χαρακώνουν
Ψάχνοντας παρήγορη σκιά
Πυκνή ομίχλη υψώνεται πάλι
Ζεστά καμίνια ανάβουν
Σαν χίλιες ταμπακιέρες
Οσμή καπνού, σαν πρωινό ταξίδι

Οι κόρες ανταμώνουν πόθο οικείο
Σταματούν να λούζονται
Οι ρωγμές σταματούν να ρυτιδώνουν
Η αξίνα δεν ξανασηκώνεται
Ο πόνος κι οι κόγχες ηρεμούν
Ο ξεριάς άρχισε να δροσίζει
Το τσιγάρο άλλαζει γεύση

1 σχόλιο:

  1. Όταν καταλάβετε ότι το ποίημα μιλάει για δακρυσμένες κόρες ματιών ίσως αποκτήσει άλλη διάσταση για εσάς.

    Απλά λαμπρό!

    Τολμώ να πω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα "αληθινό" ποίημα

    ΑπάντησηΔιαγραφή