όσο κι αν σ'αγάπησα δεν έχει πια σημασία καμμία
όλα τα θανάτωσε μια τρύπια κι άσημη αμαρτία
χρόνια και χρόνια πέρασαν κι ακόμα να σε δώ.
Το πόσο σε αγάπησα, το πως ένοιωσα μαζί σου
μόνο εσύ το ξες ψυχούλα μου και όχι οι συγγενείς σου
ποιος ξέρει τι σου λέγανε για μένα όλοι αυτοί
σου κάνανε τον έρωτα να μοιάζει διαστροφή.
Με ξέχασες και άλλονε παντρεύτηκες εχτές
τι τόθελες εμένανε να θέλεις έλα πες
πάρε τώρα τον άντρα σου και τράβα για τα πλούτη
γιατί μαζί δε φύγαμε απ' τη φτώχια ούτε ρούπι.
Είχαμε το σπιτάκι μας, είχαμε τη δουλειά μας
και κανένας μάτια μου δεν μπήκε ανάμεσά μας,
μέχρι που εθέλησες πλούτη και παλάτια
δεν ήθελες πλέον έρωτα, μα πορτοφόλια και κιτάπια.
Εγώ ήμουνa φτωχός, μπόεμ και αλανιάρης
στη φτώχια ήμουν μερακλής, στη θάλασσα βαρκάρης
ήθελες τις ανέσεις σου, ρούχα καθωσπρέπει
σου έδινα τον έρωτα και στο κρεβάτι όπως πρέπει
Είδες την φιλενάδα σου που είχε και αμάξι
και άντρα με ακίνητα που ο πατέρας του είχε τάξει
τη ζήλεψες και άρχισες να έχεις απαιτήσεις
δεν ήθελες να 'σαι πλάι μου, μα ήθελες να πλουτίσεις
Άσε μας βρε μάγκισα δεν είσαι όπως γουστάρω
θέλω γυναίκα μερακλού, αλάνισσα μπεκρού
θέλω με τη γυναίκα μου ναργιλέδες να φουμάρω
θέλω γυναίκα μερακλού, αλάνισσα μπεκρού
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου